Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

ΑΡΑΓΕ ΔΙΧΩΣ ΤΗ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ, ΠΟΣΟΥΣ ΟΝΤΩΣ ΕΡΩΤΕΥΣΙΝΟΥΣ ΘΑ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΑΜΕ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ;

Γιατί οι άνθρωποι, ακόμα και οι πιο έξυπνοι, παντρεύονται ή γενικά ζευγαρώνουν τόσο συχνά με πρόσωπα εντελώς ακατάλληλα; Ποιος είναι ο λόγος που επιλέγεις να αποτύχεις στον έρωτα με κάποιον όταν όλοι οι τρίτοι γύρω σου προέβλεπαν εξαρχής την αποτυχία σας; Η πρώτη εύκολη απάντηση που μας έρχεται στα χείλη είναι πως ο έρωτας είναι τυφλός. Ο έρωτας λένε, δεν έχει να κάνει με τη λογική. Ερωτευμένοι βαριά – ιδίως κατά τη νιότη – με τον ίδιο τον έρωτα, αφήνουμε τον ποθητό άνθρωπο, ως ορισμένο μοναδικό πρόσωπο, σε δεύτερο πλάνο. Πρώτα  ο έρωτας για τον έρωτα, μετά ο έρωτας για το πρόσωπο, το συγκεκριμένο πρόσωπο. Λαχταρούμε τόσο να βυθιστούμε στην αισθηματική ατμόσφαιρα και στο σενάριο ενός ειδυλλίου, που δε χάνουμε καιρό για να εξετάσουμε προσεχτικά ποιος είναι πράγματι αυτός που αρχίζουμε να ερωτευόμαστε. Αν είναι δηλαδή όντως εκείνος που αγαπάμε. Λίγα ελκυστικά χαρακτηριστικά είναι υπεραρκετά να πυροδοτήσουν καρδιά και σώμα. Για τα υπόλοιπα, τον πρώτο τουλάχιστον καιρό, θα αναλάβει η φλογισμένη φαντασία του πόθου να κάνει τις αναγκαίες προσθήκες, τις αναγκαίες επιδιορθώσεις. Άραγε δίχως τούτη τη φλογισμένη φαντασία του πόθου, πόσους όντως ερωτεύσιμους θα ανακαλύπταμε γύρω μας; [ART by Trane Von Ein Engel]



Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς πως τα ψεύδη του έρωτα περνούν στην αρχή απ’ τη μαγεία, τη γοητεία και την ποίηση, την έκσταση κι εκείνη την υπέρβαση των ορίων σου, των ορίων ζωής και θανάτου. Να όμως που οι άνθρωποι συχνά ζευγαρώνουμε με πρόσωπα που, από χέρι, καταδικάζουν τη γοητεία σε απογοήτευση. Οι άνθρωποι διαλέγουν πρόσωπα ακατάλληλα να σχετιστούν και, ακόμα συχνότερα, να παντρευτούν. Είναι όμως πάντα ο τυφλός έρωτας που οργανώνει τη ζημιά;

Πολλοί καταφεύγουν στη επίφαση του έρωτα. Στα κλισαρισμένα επεισόδια και στις ασφαλείς ρυθμίσεις σχέσεων. Ήρεμα και κανονικά θα αγαπούν μέχρι να απομείνουν κι οι ίδιοι ένα ασφαλές κλισέ του εαυτού τους. Φτιάχνουν λοιπόν ερωτική σχέση και γάμο με άνθρωπο που δε συνταράσσει, ώστε να μη διαταράσσει τον κόσμο τους. Το προτιμούν. Όλα μετρημένα και ζυγισμένα με κριτήριο κάποια επίφαση σιγουριάς. Ώστε να μπορούν και να χωρίσουν εύκολα. Ώστε να μπορούν να φύγουν. Για να μην πονέσουν φριχτά αν εγκαταλειφθούν, για να ξεχάσουν κατόπιν εύκολα, και πιο πολύ, για να είναι σε θέση γρήγορα να αναπληρώσουν. Για να μπορούν να είναι πολυγαμικοί και να μη χάνουν ευκαιρίες για νέες μικροπεριπέτειες. Ο γνήσιος έρωτας είναι – θες δε θες – πιστός, ενώ εκείνοι προτιμούν να λένε πως έχουν εμπειρίες. Η φανταχτερή ποσότητα εις βάρος της ακριβής ποιότητας ήταν πάντα για τον κόσμο ένα δίλημμα. Όχι, όχι… δε θα προσφέρουν τον εαυτό τους στον άλλον, γιατί δε θέλουν να χάσουν τον εαυτούλη τους.

Δε φεύγουν όμως πάντα όπως ονειρεύονται. Τις πιο πολλές φορές δένονται για τα καλά σε μέτριες σχέσεις, σε μέτριες συγκινήσεις. Παραμένουν σε μια υποτονική, «λίγη» σχέση, που κατά βάθος περιφρονούν, όπως περιφρονούν και την αδυναμία τους…

Είναι απίστευτο, αλλά οι περισσότεροι, δε ζούμε. Προσπαθούμε μόνο να μην πεθάνουμε.
....Δεν είναι ανεκτός για όλους τους ψυχισμούς ο αλη­θινός έρωτας!.  Η ακραία αυτή κατάσταση της ύπαρξης αξιώνει τη «θρησκευτική» ακρότητα: «Για να κερδίσεις την ψυχή σου πρέπει να τη χάσεις».  Προϋποθέτει λοι­πόν θυσία, χαμό και απώλεια, κι εκείνο το ιλιγγιώδες άγνωστο που έχεις να διαπεράσεις νύχτα, ξυπόλυτος, διακινδυνεύοντας τα πάντα. 

Ακούγονται ποιητικά και ενδιαφέροντα τέ­τοια λόγια, στην πράξη όμως καταντούν αβάσταχτα πρόκληση ζωής αληθινής, μόνο για τους λίγους, τρόμος και, ως εκ τούτου, απώθηση για τους πολλούς. Κι έτσι, οι πολλοί καταφεύγουν στην επίφαση του έρωτα, στα κλισαρισμένα επεισόδια και στις ασφαλείς ρυθμίσεις σχέσεων.  Ήρεμα και κανονικά θα αγαπούν μέχρι να απομείνουν κι οι ίδιοι ένα ασφαλές κλισέ του εαυτού τους.  Έτσι ελπίζουν του­λάχιστον. Έτσι θέλουν να πιστεύουν πως είναι συνετότε­ρο και ακίνδυνο. 

Οργανώνουν το πάθος τους, τις αντιδράσεις τους, τα βήματα τους.  Ακόμα και τη λύπη τους ή τον θυμό τους θέλουν να προσχεδιάσουν, μέχρι πού μπορούν να φτάσουν.  Με ένα εργαλείο διαίσθησης —κάτι σαν ένστικτο επιβίωσης— ξεχωρίζουν το πρόσωπο που θα συνδεθούν, προκειμένου να πορευτούν με ασφάλεια, σχετική έστω ασφάλεια, μαζί του.  Το πρόσωπο το ανώδυνο, το προβλέψιμο, το ελεγχόμενο, εκείνο που πιο πολύ βολεύει παρά παρασέρνει.  Που καθησυχάζει αντί να αναστατώνει. Κι αν αναστατώνει, ας είναι τόσο ώστε να κρατιέται στα υποφερτά μέτρα. Είναι τέχνη να τα εντοπίζεις αυτά.

Η πρόβλεψη και η οσμή του κινδύνου, ο κίνδυνος του γκρεμού είναι από τις πρώτες ικανότητες που αναπτύσσει το σώμα μας από τη βρεφική κούνια. Φτιάχνουν λοιπόν ερωτική σχέση και γάμο με άνθρωπο που δεν συνταράσσει, ώστε να μη διαταράσσει τον κόσμο τους..  Το προτιμούν… Όλα μετρημένα και ζυγισμένα με κριτήριο κάποια επίφαση σιγουριάς. Ώστε να μπορούν και να χωρίσουν εύκολα.  Ώστε να μπορούν να φύγουν. Για να μην πονέσουν φριχτά αν εγκαταλειφθούν, για να ξεχάσουν κατόπιν εύκολα και πιο πολύ, για να είναι σε θέση γρήγορα να αναπληρώσουν.  δίλημμα. Όχι, όχι... δε θα προσφέρουν τον εαυτό τους στον άλλο, γιατί δε θέλουν να χάσουν τον εαυτούλη τους…

Ο έρωτας αρχίζει να φθείρεται απ' τη στιγμή που κοινοποιείται, γράφει ο Νίτσε.  Όμως ο μέ­σος άνθρωπος είναι ολάκερος μια κοινοποίηση, ζει για τον κύκλο του κι όχι για το κέντρο του. Όχι, δε θέλουν να συναντήσουν το πρόσωπο του γνή­σιου, του μεγάλου έρωτα τους. Το πρόσωπο που θα τους συγκλονίσει.  Δεν έχουν τα κότσια για τόσο κίνδυνο, για τόση οδύνη. Και να το συναντήσουν, θα κάνουν πως δεν το κατάλαβαν.  Και να το καταλάβουν, θα προσπαθήσουν να το υποτιμήσουν.  Θα το στολίσουν με ελαττώματα για να το αποφύγουν.  Για να δικαιολογηθούν που δεν τολ­μούν.  Ίσως και να μην πιστεύουν πως το αξίζουν.  Έχουν πολύ ψυχικό και πνευματικό μόχθο όλα τούτα. Θέλουν να αυτοπροστατεύονται από την πρόγευση παραδείσου που λέγεται ότι χαρίζει ο αληθινός ερα­στής, γιατί δεν είναι απροϋπόθετος ο παράδεισος, γιατί έξω απ' τον παράδεισο καραδοκεί και η τιμωρία, η εξο­ρία.  Για να μην τρέμουν μήπως τους εγκαταλείψει μια μέρα το αγαπημένο πρόσωπο, για να μην τρέμουν την έκθεση, τη στέρηση και την καταδίκη σε μοναξιά και σε αντιπαράθεση με τον ανυπόφορο εαυτό τους μετά. 

Δεν αντέχεται απ' όλους ο συναρπαστικός έρωτας.  Δε βο­λεύει.  Έχει αγωνία, έχει τρόμο, εξευτελισμούς, ζημιές και διαφυγόντα κέρδη. Δεν είναι πως δεν καταλαβαίνουν τη δύναμη του, πως δεν ελκύονται.  Ποιος μπορεί να αποφύγει μια τέ­τοια αίσθηση, μια τέτοια γνώση, αφού είναι ριζωμένη στη φύση μας; Κάτι βαθύ, παλιό, αρχαίο εντός τους το έχει παράδοξα κάποτε βιώσει.  Γι' αυτό και μοιάζει με νοσταλγία αυτό που αισθάνονται όταν παρακολουθούν ταινίες ερωτικές, όταν διαβάζουν μυθιστορήματα για μεγάλες αγάπες, όταν ακούν μουσικές που διεγείρουν την πρωτογενή λαχτάρα. 

Εκ του ασφαλούς έστω. Στον καναπέ.  Παίρνουν όμως ένα ύφος ονειροπόλο.  Τους ξεφεύγει για λίγο μια ρέμβη. Γρήγορα όμως επιστρέφουν στην επίφαση σχέσης που κατάντησαν τη σχέση τους.  Με όσα συμπτώματα και πα­ρενέργειες φέρνει σιγά σιγά και σταθερά η στέρηση του ουσιώδους. Θα αναζητούν όσο μεγαλώνουν φυγές.  Εκ του ασφαλούς φυγές.  Ομπρέλες στις καταιγίδες, στις εσωτερικές θύελλες, ακόμα και στις μικρές μπόρες.
Θυμάμαι που διάβασα παλιότερα σε εφημερίδα πως, μια νύχτα, η νοσοκόμα του Γιάννη Τσαρούχη τον μάλωνε επειδή εκείνος ετοιμαζόταν να βγει και να πάει σε μια γιορτή.  Ήταν ήδη πολύ άρρωστος, έξω είχε πα­λιόκαιρο και η νοσοκόμα τού έβαλε τις φωνές. 
«Κύριε Τσαρούχη, πού πάτε; 
Θα πεθάνετε!»
«Για να μην πεθάνω, να μη ζήσω;» τη ρώτησε εκείνος.
Είναι απίστευτο, αλλά οι περισσότεροι έτσι περίπου ζούμε τις ζωές μας. 
Δε ζούμε.  Προσπαθούμε μόνο να μην πεθάνουμε.


[Πηγή: ΖΕΥΓΑΡΩΝΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ, Αποσπάσματα από το βιβλίο «Ο παλιάτσος και η Άνιμα» της Μάρως Βαμβουνάκη – εκδ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ]

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

ΔΑΣΚΑΛΕ ΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΣ… ΠΟΣΑ ΚΕΡΔΙΖΕΙΣ ΣΤΗ ΖΩΗ:

Οι καλεσμένοι για δείπνο κάθονταν όλοι γύρω από το τραπέζι και συζητούσαν για την ζωή όταν κάποιος μεγαλόσχημος διευθυντής μεγάλης επιχείρησης, αποφάσισε να εξηγήσει το πρόβλημα στην εκπαίδευση. Με ύφος περισπούδαστο, διάθεση ειρωνική και πρόθεση φανερή να μειώσει την παρευρισκόμενη δασκάλα, έθεσε στην ομήγυρη  το ερώτημα: «Τι να μάθει ένα παιδί από κάποιον που αποφάσισε ότι η καλύτερη προοπτική στη ζωή του ήταν να γίνει δάσκαλος;»!.. Για να τονίσει το επιχείρημά του γύρισε και ρώτησε την καλεσμένη: «Είσαι δασκάλα, Bonnie. Απάντησε ειλικρινά. Πόσα κερδίζεις;». Και πήρε την… «πληρωμένη» απάντηση:



Θέλεις να ξέρεις πόσα κερδίζω;
 Λοιπόν, κάνω τα παιδιά να δουλέψουν περισσότερο από ότι νόμιζαν ότι μπορούν. Κάνω έναν μαθητή του 6 να αισθάνεται σαν να έχει κερδίσει μετάλλιο τιμής. Κάνω τα παιδιά να κάθονται για 40 λεπτά στην τάξη όταν οι γονείς τους δεν μπορούν να τα κάνουν να καθίσουν 5 λεπτά χωρίς ένα τάμπλετ ή ταινία. Θέλεις πραγματικά να μάθεις τι κερδίζω;
(Σταμάτησε και κοίταξε κάθε καλεσμένο στα μάτια)
Κάνω τα παιδιά να αναρωτιούνται. Τα κάνω να ρωτάνε. Τα κάνω να ζητάνε συγγνώμη και να το εννοούν. Τα κάνω να σέβονται και να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους. Τα μαθαίνω πώς να γράφουν και μετά τα κάνω να γράφουν. Το πληκτρολόγιο δεν είναι το παν. Τα κάνω να διαβάζουν, να διαβάζουν, να διαβάζουν. Τα κάνω να δείχνουν όλη την εργασία τους στα μαθηματικά. Να χρησιμοποιούν το μυαλό που τους έδωσε ο Θεός και όχι το κομπιουτεράκι που έφτιαξε ο άνθρωπος.
Κάνω τους μαθητές μου από άλλες χώρες να μαθαίνουν ό,τι χρειάζεται να ξέρουν για την γλώσσα μας αλλά και να διατηρούν την μοναδική δική τους πολιτιστική ταυτότητα. Κάνω την τάξη μου ένα μέρος που όλοι οι μαθητές μου αισθάνονται ασφαλείς και σίγουροι.
Τέλος, τους κάνω να καταλάβουν ότι αν χρησιμοποιήσουν τα χαρίσματα που τους δόθηκαν, δουλέψουν σκληρά και ακολουθήσουν την καρδιά τους, μπορούν να πετύχουν στην ζωή.
(Η Bonnie σταμάτησε για μια τελευταία φορά και μετά συνέχισε.)
Έτσι, όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να μου κάνουν κριτική για το πόσα κερδίζω, μπορώ να έχω το κεφάλι ψηλά και να μην δίνω σημασία γιατί ξέρω ότι είναι αμαθείς. Θέλεις να ξέρεις τι κερδίζω; Το κέρδος μου είναι ότι εγώ κάνω την διαφορά στην ζωή όλων σας, μορφώνοντας τα παιδιά σας και προετοιμάζοντας τα να γίνουν γιατροί, μηχανικοί, δάσκαλοι…
Εσείς τι κερδίζετε στη ζωή σας κύριε;


[ΠΗΓΗ: από τον ιστότοπο ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: http://e-didaskalia.blogspot.com/ ]

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ…

ΕΜΕΙΣ (Έλληνες /Ευρωπαίοι / Δυτικοί) ΕΙΜΑΣΤΕ οι ΚΑΛΟΙ που έχουμε πάντα δίκιο, ΚΙ ΑΥΤΟΙ (προσφυγές / μετανάστες/ βάρβαροι / ανατολίτες τζιχαντιστές) ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΙ που έχουν πάντα άδικο.  Περιέργως (και ευτυχώς), μετά τα γεγονότα στο Παρίσι, δεν ήταν τόσο πολλοί αυτοί που υποστήριξαν το παραπάνω. Αντίθετα, ακούστηκαν δεκάδες απόψεις που συμπυκνώνονται με δυο λόγια στο «Οι Δυτικοί είναι οι Κακοί και οι τζιχαντιστές, αν όχι οι Καλοί, αυτοί που υπέφεραν απ' τη Δύση και γι' αυτό κάνουν ό,τι κάνουν». Αυτή η άποψη είναι πολύ δημοφιλής, μαζί με αυτήν που, κουνώντας το δάχτυλο λέει «νοιαστήκατε για τους νεκρούς στο Παρίσι αλλά όχι γι' αυτούς στην Συρία».    Έχει μερίδιο ευθύνης η Δύση, όπως έχει μερίδιο ευθύνης και η Ανατολή. Οι άνθρωποι είναι άνθρωποι, και ανέκαθεν πολεμούσαν με χίλιες δυο αιτίες κι αφορμές - τη θρησκεία, την επέκταση των συνόρων τους, το οικονομικό όφελος. Παρανοϊκοί αιμοσταγείς δολοφόνοι (και πρόβατα έτοιμα να τους ακολουθήσουν) υπάρχουν παντού.    Αντίβαρο στις τυφλές επικρίσεις εναντίον της Δύσης, ένα μικρό απόσπασμα από βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη («H άνοδος της ασημαντότητας»).    Αξίζει να διαβαστεί, ειδικά απ' όσους θεωρούν πως η Δύση και ο Διαφωτισμός ήταν και είναι μονίμως οι Κακοί της υπόθεσης [σχόλιο του Άρη Δημοκίδη]        

 
ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ Το βαρύ προνόμιο της Δύσης
Υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι' αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Ευρώπη. Αυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής. H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα (τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς) να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Μαύρων, την εξόντωση των Ινδιάνων στην Αμερική.   Όμως, δεν έχω δει τους απογόνους των Αζτέκων, των Ινδών ή των Κινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Απεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Ιάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B Παγκόσμιο Πόλεμο   

Τις πταίει
Οι Άραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ. ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Ευρωπαίους.   Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση 130 χρόνια (αυτό συνέβη στην Αλγερία, 1830-1962). Όμως οι ίδιοι αυτοί Άραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Ευρωπαίων, είχαν υποστεί για 5 αιώνες το ζυγό των Τούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην εγγύς και τη Μέση Ανατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918. Αλλά οι Άραβες και οι Τούρκοι κατακτητές τους, που ήταν ομόθρησκοί μουσουλμάνοι, δεν μιλούν ποτέ για την κυριαρχία αυτή.

Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης.   Εξάλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και τη λίγο έως πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Αίγυπτο το 550 μ.X. δεν υπήρχαν Άραβες, όπως δεν υπήρχαν Άραβες, τότε, στη Λιβύη, στην Αλγερία, στο Μαρόκο, στο Ιράκ. Οι Άραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία. Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Κατά τον ίδιο τρόπο μιλάμε, βεβαίως, για το δουλεμπόριο των Μαύρων από τους Ευρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η συστηματική υποδούλωση των Μαύρων στην Αφρική τα εγκαινίασαν Άραβες έμποροι (11ος-12ος αιώνας και εντεύθεν), με τη συνενοχή-συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων. Επίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε κάποιες από αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα.


Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του για αυτο-αμφισβήτηση και αυτοκριτική. Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες. Αλλά, όμως, μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.   

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

ΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ BIG DATA, δηλαδή των Μεγάλων Βάσεων Δεδομένων:

Η ΕΙΔΗΣΗ: Το πρόγραμμα HUMAN (Ανθρώπινη Κατανόηση μέσω Μέτρησης και Ανάλυσης), το οποίο, όπως ανακοινώθηκε, θα ξεκινήσει σε ενάμιση χρόνο, υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης με την εθελοντική συμμετοχή δέκα χιλιάδων πολιτών, θα αποτελέσει ένα καθοριστικό βήμα στην εξέλιξη της εποχής των Big Data, δηλαδή των Μεγάλων Βάσεων Δεδομένων. Πρόκειται για ένα οιονεί reality show, στο οποίο οι συμμετέχοντες θα παρακολουθούνται συστηματικά και επί καθημερινής βάσεως, για είκοσι ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων θα έχουν πρόσβαση σε δεδομένα που θα προέρχονται από ιατρικές εξετάσεις, παρακολούθηση του γονιδιώματός τους, αλλά και έλεγχο των εκπαιδευτικών, οικονομικών και ηλεκτρονικών τους αρχείων…  ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ: Παλιά, όταν πηγαίναμε κι εμείς σχολείο, δεν τα χωρούσε ο νους μας τα... έτη φωτός που μπορεί να απέχει ένας μακρινός πλανήτης από τη γη! Πώς να το χωρέσει το μυαλό μας τώρα τον όγκο των πληροφοριών που συγκεντρώνεται κάθε μέρα στις Βάσεις Δεδομένων όταν, για παράδειγμα, μόνον οι Αμερικανοί κάθε λεπτό ανεβάζουν περισσότερες από διακόσιες ώρες βίντεο και 500 εκατομμύρια φωτογραφίες ημερησίως …  Αλλά το πιο φοβερό είναι ότι όλα αυτά τα... δεδομένα δεν είναι πεταμένα σαν σκουπίδια σε κάποια ηλεκτρονική αποθήκη (άρα άχρηστα...). Διότι οι διάφορες εφαρμογές που χρησιμοποιούν «κοινωφελείς» υπηρεσίες και οργανισμοί μπορούν να τα αναζητούν και να τα επεξεργάζονται στο λεπτό!!! Το 2012, λένε οι έρευνες, μόνο το fb μπορούσε να επεξεργάζεται καθημερινά περισσότερα από 500 terabytes δεδομένων, δηλαδή όγκο που ισοδυναμεί με 50 φορές όλα τα έντυπα της βιβλιοθήκης του Κογκρέσου στις ΗΠΑ! Ζούμε, λοιπόν στη εποχή των Big Data. Για να δούμε τι άλλο μπορεί να σημαίνει αυτό:  


Η εποχή αυτή των Big Data, σύμφωνα με τον υπεύθυνο του προγράμματος, Πολ Γκλίμτσερ, χαρακτηρίζεται από την καινοτομία οι ερευνητές πρώτα να συγκεντρώνουν δεδομένα και στη συνέχεια να κάνουν υποθέσεις.
Ο καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, Πανκάι Μέχτα, μιλώντας για μια «κοινωνία με κινητήρια δύναμη τα Δεδομένα», λέει ότι αυτό που τη διαφοροποιεί από προηγούμενες συνοψίζεται στα τρία V –volume, variety, velocity (όγκος, ποικιλία, ταχύτητα) και παραθέτει τα εξής εντυπωσιακά στοιχεία:

Το 2012 το Facebook επεξεργαζόταν καθημερινά περισσότερο από 500 terabytes δεδομένων, δηλαδή όγκο που ισοδυναμεί με πενήντα φορές όλα τα έντυπα της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου στις ΗΠΑ(!).
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν περισσότερο από τρία εκατομμύρια βάσεις δεδομένων παγκοσμίως, ενώ μόνον οι Αμερικανοί «ανεβάζουν» κάθε λεπτό περισσότερες από διακόσιες ώρες βίντεο και πεντακόσια εκατομμύρια φωτογραφίες ημερησίως.

Εάν αυτή η κατάσταση συνδυαστεί με το πολυπλόκαμο σύστημα παρακολουθήσεων των μυστικών υπηρεσιών (όπως αυτό της αμερικανικής NSA ή της γερμανικής BND) μάς δίνει μια αχνή εικόνα της «διάφανης ζωής» που ζούμε.
Ορισμένοι αισιόδοξοι ισχυρίζονται ότι η συγκέντρωση αυτών των δεδομένων μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας, ανακαλύπτοντας νέα φάρμακα και θεραπείες, αλλά και μελετώντας την «ανθρώπινη κατάσταση».
Το πρόβλημα που προκύπτει βέβαια είναι το ποιος ορίζει τη χρήση αυτών των δεδομένων, αφού, ως γνωστόν, οι άμεσα ενδιαφερόμενες είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες αναζητούν με κάθε μέσο τρόπους για την αύξηση της κερδοφορίας τους.

Η εμπορική αξιοποίηση ζωτικών πληροφοριών που αφορούν την υγεία, τις απόψεις, τις επιλογές, τις στάσεις και τις προτιμήσεις μας ανοίγει τον δρόμο για τη χειραγώγηση των πολιτών μέσω της γνώσης των πιο μύχιων σκέψεων και αισθημάτων τους.
Παράλληλα, όπως λένε οι συνήγοροί τους, μπορεί να βοηθήσει τις πολυεθνικές να αυξήσουν την παραγωγικότητα, να μειώσουν το κόστος παραγωγής, να ανοίξουν νέες αγορές και, φυσικά, να εκμεταλλευτούν πιο αποτελεσματικά την εργατική δύναμη.

Από μόνη της η συγκέντρωση δεδομένων δεν έχει ούτε καλό ούτε κακό DNA, όπως άλλωστε και η ίδια η τεχνολογία.
Ομως στον βαθμό που κυριαρχείται από τους νόμους του καπιταλιστικού κέρδους, αποτελεί μια πραγματική απειλή για την ιδιωτικότητα, την κοινωνική παρουσία και τα δικαιώματα των πολιτών.
Με τον τρόπο που έδειξαν ο Φίλιπ Ντικ στο «Minority Report», όπου οι προβλέψεις που βασίζονταν σε αλγόριθμους δεδομένων μετατρέπονταν τελικά «στη μοίρα κάποιου», αλλά και ο Πίτερ Γουίαρ στο «The Truman Show», όπου η ζωή του πρωταγωνιστή, παρά τη θέλησή του, γίνεται reality show προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού


[ΠΗΓΗ: Τάσος Τσακίρογλου, Το ριάλιτι της ζωής μας, Εφημερίδα των Συντακτών  12/11/2015]

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

H ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (καθώς επηρεάζεται από τη ζωή) ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΙΣΧΥΡΗ ΜΟΡΦΗ ΠΑΙΔΕΙΑΣ (με ηθικό, κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό):

Η λογοτεχνία είχε πάρει τις προηγούμενες δεκαετίες μια απότομη κλίση, που την έκανε να γέρνει επικίνδυνα σε βαθμό μπαταρίσματος· πίστεψε υπό το βάρος φορμαλιστικών θεωριών ότι το λογοτεχνικό έργο είναι ένας κλειστός κόσμος που δεν εξετάζεται ιδεολογικά, δεν συνδέεται με την εξωκειμενική πραγματικότητα, αλλά αξιολογείται παρά μόνο ως αισθητικό γεγονός. Όλο και περισσότερο όμως αυξάνονται πλέον οι φωνές που θέτουν τη λογοτεχνία στο επίκεντρο κοινωνικών, πολιτικών και ηθικών ζητημάτων και περιμένουν από αυτή τις δικές της προτάσεις. Πλέον επιζητείται ο λόγος της πεζογραφίας, ώστε να διασταυρωθεί με τον λόγο της επιστήμης και της φιλοσοφίας, για να δώσει το δικό του στίγμα τόσο στην πάλη των ιδεών όσο και στην αναζήτηση προτύπων ζωής και λήψης αποφάσεων. Η Martha Nussbaum έρχεται από τη φιλοσοφική της θέση να επικαλεστεί την ηθική φιλοσοφία του Αριστοτέλη και να τη φέρει σε διάλογο με τα έργα κυρίως του μυθιστοριογράφου Χένρυ Τζέιμς, ώστε να στηρίξει την άποψή της ότι η λογοτεχνία δεν είναι αμέτοχη στη διαμόρφωση της ηθικής και γι’ αυτό πρέπει να την εξετάζουμε όχι μόνο αισθητικά αλλά και ιδεολογικά, συναισθηματικά, κοινωνικά, φιλοσοφικά… (ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ, Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικής – Η κριτική του για το βιβλίο Γ της Martha C. Nussbaum ΕΡΩΤΟΣ ΓΝΩΣΗ με τίτλο ΗΘΙΚΗ και ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ σε ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ αναρτήθηκε στην ηλεκτρονική σελίδα BOOKPRESSART by BOND PAUL]  



Η ηθική, μια άλλη αισθητική
Στην ουσία η νέα θεώρηση αποφεύγει τον παλαιότερο διδακτισμό και την αναζήτηση ηθικών προτύπων μέσα στο έργο, αλλά συνάμα παίρνει και αποστάσεις από την ουδετερότητα των λογοτεχνικών θεωριών ως προς την ηθική του κειμένου. Έτσι, αν η βασική ερώτηση είναι το αριστοτελικό «πώς πρέπει να ζούμε ώστε να φτάσουμε στην ευδαιμονία;», τότε η λογοτεχνία είναι κι αυτή ένας τρόπος να δώσουμε/πάρουμε απαντήσεις, καθόλα νόμιμος και λογικός, όπως η θετική επιστήμη και η φιλοσοφία. Και στην πιθανή απορία κάποιου «Μα η ίδια η φιλοσοφία με τον κυριολεκτικό και μονόσημο λόγο της δεν αρκεί για να διερευνήσουμε τέτοια θέματα;», η M. Nussbaum απαντά «Όχι».
Ο επιστημονικός λόγος μπορεί να μελετήσει τα ηθικά φαινόμενα, αλλά το πολύπλοκο μυθιστόρημα μπορεί να τα αναπαραστήσει και μέσα σ’ αυτό ο αναγνώστης είναι σε θέση να δει έμπρακτες αντιδράσεις εκ μέρους των χαρακτήρων. Αυτά λοιπόν τα υποθετικά σενάρια, που στήνει μπροστά μας η λογοτεχνία, αναδεικνύουν διλήμματα, στα οποία τα μυθοπλαστικά πρόσωπα καλούνται να πάρουν θέση, να αποφασίσουν, να δράσουν, να στραφούν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση κι έτσι να δείξουν, παραστατικά, τις θετικές ή αρνητικές συνέπειες των επιλογών τους. Από αυτά τα αναπαριστώμενα επιμέρους γεγονότα, μπορεί ο καθένας να αναχθεί στα καθολικά και να αναλογιστεί τη δική του θέση σε ανάλογα διλήμματα.
Παράλληλα, το συναισθηματικό πλέγμα που αναδύεται, το οποίο, όπως πιστεύεται πλέον, δεν είναι βιολογικό, άλογο και ενστικτώδες, μπορεί μόνο μέσω ιστοριών να γίνει αντιληπτό. Το ίδιο που συμβαίνει με τους μύθους, τα παραμύθια και τις ποικίλες ιστορίες με τις οποίες κάθε κοινωνία διαμορφώνει τα πιστεύω και τις πεποιθήσεις, τις συναισθηματικές εκδοχές και τη νοοτροπία των παιδιών, το ίδιο συναντάται και στη λογοτεχνική αφήγηση, η οποία καλύτερα από την επιστημονική γλώσσα μπορεί να συλλαμβάνει και να περνάει στον αναγνώστη μια συναισθηματική δέσμη με την οποία συλλογικά και ατομικά καταλαβαίνουμε τον κόσμο.

Βάσιμες αντιρρήσεις και επιφυλάξεις
Φυσικά, θα ακουστούν βάσιμες αντιρρήσεις που έχουν το δικό τους αδιαφιλονίκητο δίκιο: ότι η ηθική κριτική θα αξιολογεί το έργο στην προκρούστεια κλίνη άκαμπτων εξωλογοτεχνικών κανόνων ή ότι το αισθητικό ενδιαφέρον διαφέρει από το ηθικοπλαστικό· ακόμη ότι τα λογοτεχνικά κείμενα αναφέρονται σε άλλα κείμενα και όχι στον κόσμο και τέλος ότι κάθε ηθική αξιολόγηση είναι αναπόφευκτα υποκειμενική και εκκινεί από συγκεκριμένη προκατειλημμένη σκοπιά.
Η M. Nussbaum απαντά με τη βοήθεια του Γουέυν Μπουθ. Η έννοια της ηθικής δεν είναι τόσο στενή όσο φαίνεται από τις έως τώρα επιχειρηθείσες εφαρμογές της και γι’ αυτό πρέπει να τη χρησιμοποιήσουμε με μια ευρύτερη και περισσότερο ελαστική έννοια. Επομένως και οι κανόνες της δεν είναι προδιαγεγραμμένοι ούτε έρχονται ωμά να καπελώσουν τη λογοτεχνία. Σ’ αυτό το πλαίσιο δεν επιχειρούμε ένα νέο είδος διδακτισμού και χειραγώγησης της σκέψης του αναγνώστη, αλλά την αναζήτηση μέσα σε ένα λογοτεχνικό έργο των πλαισιών ηθικής δράσης που θα κάνουν τον αποδέκτη του να σκεφτεί και να αποφασίσει με τους όρους που έχει μπροστά του.
Με άλλα λόγια είναι εθελοτυφλία να θεωρούμε ότι η λογοτεχνία είναι ένα περίκλειστο σύμπαν· κάτι τέτοιο θα συνέχιζε να τη βλέπει σαν ένα αυτιστικό ον που επικοινωνεί μόνο με τον εαυτό του. Αντίθετα, αυτή επιδρά στον άνθρωπο (και επηρεάζεται από τη ζωή), είναι μια ισχυρή μορφή παιδείας, καθώς έχει και έναν ηθικό, κοινωνικό, πολιτικό κ.λπ. χαρακτήρα. Η ηθική αξιολόγηση μπορεί να λειτουργήσει βάσει ορθολογισμού και όχι ιδεοληψίας, αν θέσει επί τάπητος τον πλουραλισμό και όχι τη διάθεση ποδηγέτησης, αν δείξει την πολλαπλότητα των ιδεών που συχνά βρίσκονται σε σύγκρουση, αναδείξει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κρίνονται οι ηθικές αξίες, και όχι την απόλυτη ισχύ τους, και τέλος προβάλλει την πολλαπλότητα των εκδοχών του νοήματος.
Το βιβλίο της M. Nussbaum ξαναφέρνει στο προσκήνιο το θέμα της ιδεολογίας και της λογοτεχνίας, αλλά όχι με την κομματική / ιδεοληπτική του μορφή, που ταλάνισε την πρόσληψή της παλιότερα. Το ζητούμενο είναι να βρούμε ένα σαφές όσο και ευέλικτο πλαίσιο, εντός του οποίου η ηθική αξιολόγηση να μην παραγκωνίζει τον αισθητικό χαρακτήρα του εκάστοτε κειμένου και ταυτόχρονα να μπορεί να το νοηματοδοτεί ως προς την επίδρασή του στον αναγνώστη. 


[ΠΗΓΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ, Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικής – Η κριτική του για το βιβλίο Γ της Martha C. Nussbaum ΕΡΩΤΟΣ ΓΝΩΣΗ με τίτλο ΗΘΙΚΗ και ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ σε ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ  αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα BOOKPRESS

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ: η τελευταία λέξη της μόδας

(δηλαδή, το αναπόδραστο του λογιοτατίζειν, το βαναυσολογείν επί της γλώσσης – Nisafi pia!):
Ξανά τα απαρέμφατα, ό,τι πιο τρέντι σήμερα, κάποιοι σίγουρα τρίβουν τα χέρια τους: το απαρέμφατο και η δοτική είναι ο γνωστός παλιός καημός, πως χάθηκαν και χάθηκε η γλώσσα. Μα ιδού, επανέρχονται, τα απαρέμφατα για την ώρα, με σημαιοφόρο το επιχειρείν, στη θέση απλούστατα της επιχείρησης, όπως ξανάγραφα για κάποιον που συμμετείχε «στο οικογενειακό επιχειρείν», δηλαδή στην οικογενειακή επιχείρηση. Ή τώρα: «Ο κ. Τζιτζικώστας [...] τυγχάνει υποστήριξης και από τον χώρο του επιχειρείν»: από τον επιχειρηματικό χώρο/κόσμο θα λέγαμε μόλις χτες· γίνεται όμως το «τυγχάνει υποστήριξης» άνευ απαρεμφάτου; Το θέμα βέβαια είναι πως οι νέες τάσεις δεν μένουν στον παραδοσιακά συντηρητικό δημοσιογραφικό λόγο, έπεα πτερόεντα στην τηλεόραση, scripta που λίγο μόνο manent στις εφημερίδες. Περνάνε, όπως είναι απολύτως φυσικό, και στα βιβλία, που αυτά μένουν, απαθανατίζοντας προϊόντα ακόμα και της πιο εφήμερης μόδας –αν , εννοείται, πρόκειται όντως για μόδα κι όχι για μονιμότερη τάση.



Φίλος φιλόλογος μού έστειλε ένα πρόχειρο ανθολόγιο απαρεμφάτων από λογοτεχνικό-επιστημονικό βιβλίο (με γενικότερα, όπως φαίνεται, προβληματική μετάφραση: «κουβαλάει το άχθος του», «η ασθενής διήλθε βραχυπρόθεσμη λογοθεραπεία», «ένα απρομελέτητο αποτέλεσμα μιας άσκεφτης αφιέρωσης και παράδοσης στον ερωτικό σύντροφο», ενώ η λίμπιντο μεταφράζεται λιβιδώς κ.ά.):
– «το νόημα της ζωής αγκάλιαζε τους ευρύτερους κύκλους της ζωής και του θανάτου, του πάσχειν και του θνήσκειν»·
– «να αντιμετωπίσουμε ευθαρσώς σύνολη την ποσότητα του πάσχειν»·
– «το πάσχειν και το θνήσκειν είχαν ένα νόημα...»·
– «η εμπειρία εκείνης της υπέρτατης συντροφικότητας, του συνυπάρχειν, που λέγεται αγάπη»·

– «ο τρίτος τρόπος ανακάλυψης ενός νοήματος στη ζωή είναι διά του πάσχειν»·
– «το αναπόδραστο του πάσχειν».
Δηλαδή, το αναπόδραστο του λογιοτατίζειν, το βαναυσολογείν επί της γλώσσης.
[ΠΗΓΗ: απόσπασμα από σχόλιο του Γιάννη Χάρη από τη στήλη του στην Εφημερίδα των Συντακτών ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΜΝΗΜΗΣ, Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015]

με εικόνα Απαρέμφατα της μόδας από ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΙΔΕΙΑ

«Το σχολείο θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως στραμμένο στα κοινά. Στο σχολείο θα έπρεπε να αναλύεται σε βάθος κάθε τι που αφορά τους οικονομικούς, τους κοινωνικούς και τους πολιτικούς μηχανισμούς. Θα έπρεπε να υπάρχουν μαθήματα πραγματικής ανατομίας της σύγχρονης κοινωνίας. Αλλά τι λέω τώρα… Εδώ τα σχολεία είναι ανίκανα να διδάξουν ακόμη και Ιστορία. Τα παιδιά βαριούνται στο μάθημα της Ιστορίας, ένα μάθημα που θα έπρεπε να είναι συναρπαστικό. Πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν, εάν θέλουμε να μιλήσουμε για αληθινή εκπαιδευτική δραστηριότητα στο πολιτικό πεδίο. Κάτι τέτοιο, προϋποθέτει αλλαγή των θεσμών. Προϋποθέτει νέους θεσμούς που να επιτρέπουν – και όχι να αποτρέπουν, όπως οι σήμερον ισχύοντες – την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Το πιο σημαντικό όμως για να υπάρξει πραγματική εκπαίδευση είναι να πληρούται μια πολύ βασική προϋπόθεση: η εκπαιδευτική διαδικασία να γίνεται αντικείμενο πάθους και από τους εκπαιδευτικούς και από τους εκπαιδευομένους και, για να το πω καθάρα, αν δεν υπάρχει έρωτας αληθινός με το αντικείμενο της εκπαίδευσης, δεν μπορεί να υπάρχει ουσιαστική εκπαίδευση και παιδεία». (Κορνήλιος Καστοριάδης,  ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΑΝΤΟΤΗΤΑ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ 2000)


Εάν κάποιος κάτι μαθαίνει μέσα στο σχολείο είναι διότι, διαδοχικά, έναν καθηγητή σε κάποια τάξη - και στο πανεπιστήμιο ακόμη - τον ερωτεύεται και τον ερωτεύεται διότι βλέπει ότι αυτός ο ίδιος ο καθηγητής είναι ερωτευμένος με αυτό που διδάσκει.

Λοιπόν, για να τα πω επίσης καθαρά και για να γίνω πλήρως απεχθής σ’ αυτούς που με ακούνε, σήμερα οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται με τις επαγγελματικές τους διεκδικήσεις, οι οικογένειες ασχολούνται με το να πάρει το παιδί ένα «χαρτί» και τα παιδιά ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από την επένδυση των πραγμάτων που μαθαίνουν. Λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εκπαίδευση.
Θα έλεγα πρώτα-πρώτα ότι δεν μπορούμε να χωρίσουμε την εκπαίδευση από τη συνολική κοινωνική κατάσταση. Ο μακαρίτης, ο  καημένος ο Πλάτων έλεγε ήδη ότι ακόμα και οι τοίχοι της πόλης εκπαιδεύουν τους ανθρώπους και νομίζω ότι αυτό είναι μια τρομερά σημαντική και βαριά αλήθεια. Η εκπαίδευση ενός ανθρώπου, η παιδεία ενός ανθρώπου αρχίζει από την ηλικία μηδέν και φτάνει ως την ηλικία ωμέγα, δηλ. τη στιγμή που θα πεθάνει, συνεχώς διαμορφώνεται αυτός ο άνθρωπος. Διαμορφώνεται από τι; Διαμορφώνεται από όλα όσα προσλαμβάνει. Διαμορφώνεται από όλα όσα είναι γύρω του. Λοιπόν, τί διαμόρφωση υφίστατο ένας αρχαίος Αθηναίος περπατώντας, βλέποντας την Ακρόπολη, την Αγορά, τη Στοά και τα λοιπά και τα λοιπά και τί διαμόρφωση υφίσταται ένας σημερινός Αθηναίος ζώντας μέσα σε αυτό το φρικτό τερατούργημα που λέγεται Αθήνα και που έγινε τερατούργημα μέσα σε σαράντα χρόνια, δυνάμει όλων των μεγαλοφυών πολιτικών μας; Δεν είναι έτσι!...  Ή τι διαμόρφωση υφίστατο ένας αρχαίος Αθηναίος βλέποντας τραγωδίες στο θέατρο του Διονύσου και τί διαμόρφωση υφίσταται σήμερα ένας άνθρωπος βλέποντας τις διαφημίσεις της τηλεόρασης, δεν ξέρω τι!...

Στη Γαλλία αλλάζουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα κάθε ένα χρόνο και το σύστημα και τα λοιπά και τα λοιπά… Κάθε υπουργός παιδείας αλλάζει και κάθε χρόνο πάει και χειρότερα το πράγμα, γιατί; Γιατί δεν μπορούν να αλλάξουν, ούτε είναι ικανοί να σκεφτούν πού είναι το πραγματικό πρόβλημα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι αυτός ο έρωτας των παιδιών για αυτόν που τους διδάσκει και γι' αυτά τα οποία διδάσκει, του διδάσκοντος για τα παιδιά και γι' αυτά που διδάσκει ο ίδιος και της οικογένειας, η οποία επενδύει όλα αυτά τα πράγματα. Για να υπάρξουν όλα αυτά πρέπει να υπάρξει μια άλλη στάση απέναντι στη ζωή και στη γνώση και όχι απλώς η στάση ότι πηγαίνουμε στο σχολείο για να πάρουμε το καλύτερο δυνατό ‘χαρτί’ που θα μας κάνει μετά να έχουμε το καλύτερο δυνατό επάγγελμα ή να μας κάνει να βγάλουμε τα περισσότερα δυνατά λεφτά. Όσο υπάρχει αυτή η νοοτροπία, θα υπάρχει μια συνεχής χειροτέρευση, όπως τη βλέπουμε και σε χώρες όχι σαν την Ελλάδα, αλλά σε μια χώρα όπως η Γαλλία, που έχει τεράστιες ισχυρές παραδοσιακές δομές από δέκα αιώνες και ιδίως στο θέμα της εκπαίδευσης, όπου βλέπει κανείς τη συνεχή φθορά των Λυκείων, των Γυμνασίων, εκεί πέρα και των εκπαιδευτικών και των μαθημάτων που διδάσκονται και των παιδιών και των οικογενειών. Και αυτό είναι όλο το κοινωνικοϊστορικό ρεύμα.


ΠΗΓΗ: Κορνήλιος Καστοριάδης ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΤΗΝ ΑΣΗΜΑΝΤΟΤΗΤΑ.ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ.,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ 2000

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΕΚΤΙΘΕΤΑΙ ΕΝΑ ΝΕΚΡΟ ΠΑΙΔΑΚΙ ΣΤΑ ΑΔΙΑΚΡΙΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΚΟΙΝΟΥ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ ΕΞΟΙΚΕΙΩΜΕΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ

Είδατε ποτέ νεκρό τον Πολυνείκη επί σκηνής; Όχι. Η τραγωδία της Αντιγόνης περιστρέφεται γύρω από ένα πτώμα το οποίο παραμένει προστατευμένο από τα αδιάκριτα βλέμματα. Είχαν άραγε οι αρχαίοι Έλληνες μεγαλύτερο σεβασμό, είχαν υψηλότερο δείκτη ηθικής, είχαν μεγαλύτερη ευαισθησία; Μάλλον όχι. Απλώς δεν είχαν λογαριασμό στο Facebook. Δεν είχαν μάθει να τα κοινοποιούν όλα. Δεν είχαν μάθει να μοιράζονται τη χαρά, την εικόνα του ωραίου γεύματος, τα κεράκια στην τούρτα, ούτε τη θλίψη, την εικόνα των προσφύγων, τους νεκρούς του πολέμου.   Στην εποχή της κοινοποίησης των πάντων ένα τρίχρονο αγόρι έγινε σύμβολο φυγής από τη Συρία, σύμβολο άδικης μοίρας. Ο Αϊλάν Κούρντι, με το κόκκινο μπλουζάκι και το μπλε παντελονάκι, έμοιαζε να κοιμάται μπρούμυτα στην άμμο, στην Αλικαρνασσό, όταν τον εντόπισε ο φωτογραφικός φακός. Αίφνης ο πλανήτης συγκλονίστηκε. Παιδιά πνίγονται στη Μεσόγειο, παιδιά που έρχονται από την εμπόλεμη ζώνη. Απότομη αφύπνιση. Σαν να μην είχε καταλάβει κανείς ότι τόσο καιρό πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν αληθινά παιδιά.. Κάπου εδώ τίθεται το ερώτημα: είναι σωστό να εκτίθεται ένα νεκρό παιδάκι στα αδιάκριτα βλέμματα αγνώστων; [η γνώμη της Λώρης Κέζα, όπως την παρουσιάζει στο άρθρο της Ο Αϊλάν με το κόκκινο μπλουζάκι – στη φωτογραφία το προσχέδιο για τη Σφαγή της Χίου του Ευγέρνιου Ντελακρουά].


Κάθε εβδομάδα δημοσιευόταν ανάλογη είδηση: τόσοι διασώθηκαν στο Αιγαίο, τόσοι πνίγηκαν, ανάμεσά τους τόσα παιδιά. Περισσότερα από 10.000 ανήλικα χάθηκαν στην προσπάθειά τους να έρθουν με τις οικογένειές τους στην Ευρώπη. Οι λέξεις μοιάζει να μη συγκινούν, μοιάζουν να μη μεταφέρουν επακριβώς την πληροφορία που περιέχουν. Η φωτογραφία του Αϊλάν ήταν αυτή που έβγαλε τον πλανήτη από έναν σχεδόν ηθελημένο λήθαργο.

Κάπου εδώ τίθεται το ερώτημα: είναι σωστό να εκτίθεται ένα νεκρό παιδάκι στα αδιάκριτα βλέμματα αγνώστων; Είναι σωστό να παρεμβαίνει εικαστικά στη φωτογραφία ένας σκιτσογράφος, ένας καλλιτέχνης, ένας απλός χρήστης του Διαδικτύου; Είδαμε το αγοράκι που κείται μπρούμυτα σε αγκαλιές αγγέλων, με μπαλονάκια, με συννεφάκια, με καρδούλες, με ρητά. Καθένας συνέβαλε με την αισθητική του στη διάδοση της εικόνας, στη διάδοση του συμβόλου.

Ο θάνατος του Αϊλάν υποχρέωσε ηγέτες να προβούν σε δηλώσεις, ανάγκασε φορείς να οργανωθούν και εκβίασε ένα δάκρυ από τους πάντες. Εν πρώτοις φαίνεται κακόγουστη η μετάδοση της εικόνας στα ηλεκτρονικά μέσα και στα social media. Αυτή είναι όμως η εποχή, αυτός είναι ο 21ος αιώνας που επιτρέπει την άμεση διάδοση της πληροφορίας, του ήχου, της εικόνας. Επιτρέπει τη διάχυση χωρίς διαμεσολαβητές. Δεν ξέρουμε τι θα είχε κάνει σήμερα ένας Ευγένιος Ντελακρουά αν ήθελε να απεικονίσει τη Σφαγή της Χίου ή τη Μάχη του Γκιαούρη με τον Χασάν. Μάλλον δεν θα του αρκούσε η τεχνική της ελαιογραφίας.

Σε αυτόν τον προβληματισμό δεν υπάρχει παράμετρος τέχνης. Μιλάμε για τη σχέση είδησης, απεικόνισης, διάδοσης. Μιλάμε για την οπτική απόδειξη των δεινών ενός πληθυσμού που μετακινείται επειδή ξεσπιτώθηκε. Χρειάστηκε να πνιγούν χιλιάδες άλλα παιδιά πριν συγκινήσει το νεκρό παιδάκι από το Κομπάνι της Συρίας. Μικρή σημασία έχει αν κάποιοι συγκινήθηκαν πραγματικά ή αν παρίσταναν τους συγκινημένους. Αυτή η μία φωτογραφία έχει ιστορική αξία για όσα προκάλεσε σε επίπεδο κινητοποίησης.

Να υπογραμμίσουμε κάτι. Αυτή η μία φωτογραφία. Μία. Αν γίνουν δύο, δέκα, πενήντα φωτογραφίες πνιγμένων παιδιών, η ευαισθησία θα πάει περίπατο. Θα συνηθίσουμε την εικόνα. Στην εκατοστή θα προσπεράσουμε, στη χιλιοστή θα φαίνεται φυσικό. Θα έχει γίνει κομμάτι της καθημερινότητας. Ο Αϊλάν Κούρντι, με το κόκκινο μπλουζάκι και το μπλε παντελονάκι, συντάραξε τον πλανήτη επειδή τον αιφνιδίασε. Η συνήθεια, η επανάληψη, η διάδοση πλήθους ίδιων εικόνων μόνο στην αναισθησία μπορούν να οδηγήσουν.


[ΠΗΓΗ: Ο Αϊλάν με το κόκκινο μπλουζάκι της Λώρης Κέζα στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 6 Σεπτεμβρίου 2015]

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.



«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.
Νομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.
Την ώρα που το παιχνίδι αυτό παιζόταν στον Τύπο της Γαλλίας, στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν. Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.
Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα». Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή. Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία». Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα». Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».
Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις «ΖΩΗ»»! Η ιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη». Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933: Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου. Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».
Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

[ΠΗΓΗ: Ελευθέριος Σκιαδάς, Μικρός Ρωμιός]

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ: Τώρα όλες μου οι γητειές ξοδεύτηκαν, Και ό,τι δύναμη μου μένει είναι δική μου, Δύναμη αδύναμη πολύ (Σαίξπηρ)

Αυτό που κάνει ο Πρόσπερο, όταν στο τέλος της σαιξπηρικής «Τρικυμίας» σπάει το μαγικό του ραβδί και παραιτείται από τις υπερφυσικές δυνάμεις του, που γέμιζαν το ουτοπικό νησί του με ψευδαισθήσεις και οράματα, το κάνει πολύ συχνά, όπως και σήμερα, η ίδια η πραγματική ζωή. Σκίζει το πέπλο της Μάγια, ξεγυμνώνει το θέαμα της αυταπάτης που μας έκανε να ελπίζουμε αβασάνιστα. Όταν όμως σπάνε τα μάγια, όταν το ραβδί του Πρόσπερο, του κάθε Πρόσπερο, δεν υπάρχει πια, τι κάνουμε; Τι κάνουμε για να σώσουμε ό,τι μπορούμε; Να μαζέψουμε ίσως σε μια κιβωτό, σε ένα κιβώτιο του ναυαγού, όλα αυτά που είμαστε, τα υψηλά και τα χαμηλά, τα πάθη και τη μιζέρια μας, τα σπαράγματα της μνήμης μας από εποχές, όταν μια χώρα που την έλεγαν Ελλάδα ήλπιζε και προσδοκούσε; Το πρώτο ίσως είναι να αντισταθούμε στην αλληλοφαγία που γεννούν τα αισθήματα του ευνουχισμού, της ενοχής, της ήττας.


Μετά τις διαδοχικές ήττες των τελευταίων ετών, με επισφράγισμα την τελευταία που ζήσαμε μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, η υποτέλεια της χώρας μας μοιάζει εδραιωμένη.
Το αίσθημα αυτό της υποτέλειας έχει ξυπνήσει και πάλι τον αλληλοσπαραγμό και τον διχασμό. Γιατί βεβαίως όποιος έχει σκύψει το κεφάλι του στους επικυρίαρχους, δεν μπορεί να είναι ελεύθερος.
Και μόνο μέσα στην ελευθερία, ή τουλάχιστον στην προσπάθεια να ανακτηθεί η ελευθερία αυτή, μπορεί να αναπτυχθούν η αξιοπρέπεια και η αλληλεγγύη.
Στην αντίθετη περίπτωση, όπου όλη η επιθετικότητα μιας κοινωνίας στρέφεται προς τα μέσα, προς τον ίδιο της τον εαυτό, αυτό που ισχύει είναι η κατάχρηση εξουσίας, από την πιο μικρή μέχρι την πιο μεγάλη.
Το βλέπουμε σε κάθε βήμα. Το είδαμε όταν κάποιος άπορος διώχτηκε από το συσσίτιο των απόρων διότι αρνήθηκε να δώσει τα προσωπικά του δεδομένα.
Είναι όμως δυνατόν για να φάει κάποιος μια μπουκιά ψωμί έστω και σε αξιοπρεπές περιβάλλον να πρέπει να δώσει βορά στις στατιστικές την ιστορία της ζωής του;
Και είναι δυνατόν ένας υπουργός να παύει τη διοίκηση νοσοκομείου, επειδή την ώρα που εκείνος έκανε έφοδο έλειπε με ολιγοήμερη άδεια, που τη δικαιούνταν απολύτως;
Και μάλιστα να παίρνει τα συγχαρητήρια για την αποφασιστικότητά του από τους πολιτικούς προϊσταμένους του;
Αν δεν πιστέψουμε σ’ αυτό που είμαστε και σ’ αυτό που είναι οι διπλανοί μας, η καχυποψία και οι τιμωρητικές πολιτικές θα εξοντώσουν περαιτέρω τον ήδη πάσχοντα κοινωνικό ιστό.
Που έχει διαρραγεί κάτω από το βάρος μιας ενοχής που μας έχουν φορέσει οι όντως ένοχοι.
Αυτοί που έχουν κρυφτεί σήμερα έχοντας κάνει το κουμάντο τους, κουμάντο που τώρα βρίσκεται στα χέρια της επίσημης ή της ανεπίσημης μαφίας κάποιων τραπεζών που συνεπικουρούνται από τους κάθε λογής διακινητές.
Όχι μόνον αυτούς των ναρκωτικών, των όπλων, των δούλων και της πορνείας, που βρίσκονται ίσως πιο κοντά μας απ’ ό,τι νομίζουμε, αλλά πρώτα από όλους τους διακινητές της παραπλάνησης και της αυταπάτης, του ευνουχισμού και της ενοχής, της παραίτησης από κάθε ελπίδα, στο όνομα ενός ύποπτου ρεαλισμού.
Θα υπάρξει άραγε ποτέ κάποιος θεσμός πάταξης της διαφθοράς, που να κινητοποιηθεί εναντίον τέτοιων διαφθορέων;


[ΠΗΓΗ: Πέπη Ρηγοπούλου στην Εφημερίδα των Συντακτών, Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015]