Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Η καχυποψία ανάμεσα στις δυο «κουλτούρες»: επιστημονική ή ουμανιστική παιδεία;

Ο  φόβος της «αγραμματοσύνης» είναι παλιός και λίγο-πολύ γνωστός· ο φόβος του «ψηφιακού αναλφαβητισμού» είναι σχετικά πρόσφατος και ήρθε πάλι στην επικαιρότητα με τη δημοσιοποίηση του σχεδίου νόμου για το Νέο Λύκειο, όπου δεν προβλέπεται μάθημα Πληροφορικής για τις δύο τελευταίες τάξεις. Πες μου τι φοβάσαι, να σου πω ποιος είσαι.

 
Τον Μάιο του 1959, στο Κέιμπριτζ, ο C. Ρ. Snow έδωσε μια σημαδιακή διάλεξη η οποία προκάλεσε σειρά συζητήσεων για το τείχος που χωρίζει τη φυλή των θετικών επιστημόνων από τους διανοουμένους των γραμμάτων («literary intellectuals», κατά τη διατύπωσή του). Περιγράφοντας προσωπικές του εμπειρίες, ο Snow παρατήρησε ότι συχνά οι γραμματιζούμενοι εκπλήσσονται με τη γενικότερη αγραμματοσύνη (illiteracy) των επιστημόνων. Χημικός ο ίδιος, ο Snow δίνει ενδιαφέρουσα συνέχεια: «Προκληθείς μια-δυο φορές με αυτόν τον τρόπο, ρώτησα κάποτε μιαν ομήγυρη διανοουμένων αν γνώριζαν τον δεύτερο νόμο της Θερμοδυναμικής. Η απάντηση αρνητική. Και όμως ρωτούσα κάτι που ήταν το επιστημονικό ισοδύναμο του «έχετε ποτέ διαβάσει κάποιο έργο του Σαίξπηρ;». Στη διάλεξή του ο Snow επισήμαινε αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα στις «δύο κουλτούρες» της Δύσης, την επιστημονική και την ουμανιστική, και θεωρούσε τη διάστασή τους υπεύθυνη για ορισμένα προβλήματα που ταλανίζουν τον πολιτισμό μας.

Παρά τους ειρηνιστές της λεγόμενης «τρίτης κουλτούρας», η διάσταση υπάρχει και εμπλέκει δυσχερή γνωσιοθεωρητικά και επιστημολογικά ζητήματα. Η αλήθεια πάντως είναι ότι και οι δύο κουλτούρες έχουν δοκιμάσει πόζες μισαλλοδοξίας. Τις ήρξατο χειρών αδίκων; Η αρχαιότερη αλαζονεία πρέπει μάλλον να χρεωθεί στους πολλούς αιώνες πριν διανοητές που, ακόμη και όταν ήταν οι ίδιοι κάθε άλλο παρά επιστημονικά αναλφάβητοι, παραχώρησαν αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα στον «θεωρητικόν βίον». Η απάντηση της άλλης πλευράς άργησε, αλλά ήρθε μαζί με τη νεοτερική πεποίθηση ότι ο επιστημονικός θετικισμός έχει την πιο σίγουρη πρόσβαση στα οχυρά μυστικά του κόσμου. Ιδού και πάλι ο Snow: «Το μέγα οικοδόμημα της σύγχρονης Φυσικής υψώνεται, αλλά η πλειονότητα των ευφυέστερων ανθρώπων στη Δύση έχει τόση ιδέα για το τι συμβαίνει όση και οι νεολιθικοί πρόγονοί τους». Η απάντηση λοιπόν άργησε, αλλά ήταν σκληρή. Και νομίζω ότι δεν θα αστοχήσει κανείς αν υποστηρίξει ότι έκτοτε, και με την αμέριστη συμπαράσταση του τεχνολογικού Λεβιάθαν, αυτό που «βαράει τον ταμπουρά» είναι η αεί διογκούμενη αυτοπεποίθηση του θετικισμού.

Είναι ωστόσο ενδιαφέρον το γεγονός ότι, παρά τη σαφή υπεροχή της μιας κουλτούρας στην «παράσταση νίκης», ο ανταγωνισμός των δύο πλευρών για το μυαλό και την ψυχή της εκπαίδευσης παραμένει ζωντανός και μπορεί ακόμη να δίνει έντονα επεισόδια. Ο ίδιος ο Snow επιτίμησε το βρετανικό σύστημα εκπαίδευσης για την έμφασή του στα ουμανιστικά μαθήματα (εννοώντας κυρίως τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά) σε βάρος των επιστημονικών αντικειμένων. Η διελκυστίνδα συνεχίστηκε κατά τις επόμενες δεκαετίες. Γενικά η θετική κουλτούρα έχει καταλάβει υψώματα που κατείχαν για αιώνες οι ουμανιστές· και στατιστικά, οι απώλειες των τελευταίων, τόσο στο επίπεδο της μέσης όσο και σε εκείνο της ανώτατης βαθμίδας στα αναπτυγμένα εκπαιδευτικά συστήματα της Δύσης, είναι σημαντικές. Από την άλλη μεριά, κατά καιρούς δημοσιοποιούνται υπεύθυνες εκτιμήσεις σύμφωνα με τις οποίες η μελέτη των ανθρωπιστικών αντικειμένων, που τείνουν σήμερα να στιγματιστούν ως αναντίστοιχα στη δομή και στις επιταγές της σύγχρονης πραγματικότητας, είναι αναντικατάστατη όχι μόνο ως «συντηρητικό» των συμβολικών κεφαλαίων αλλά και ως γύμνασμα για τη λογική οργάνωση της σκέψης.

Οι «νεολιθικοί» της μιας κουλτούρας δύσκολα θα γοητευθούν από τους «φουτουριστές»» της άλλης, και αντιστρόφως. Απόδειξη ότι οι θιγόμενοι της Πληροφορικής άρχισαν κιόλας να στηθοκοπιούνται για το οξύμωρο «πισωγύρισμα» του Νέου Λυκείου και κάποιοι άλλοι, προφανώς αλλεργικοί στις ανθρωπιστικές συνδηλώσεις της «γενικής παιδείας» (που στοχεύει, μεταξύ άλλων, η σκοπούμενη μεταρρύθμιση), θα ακονίζουν σίγουρα τα μαχαίρια τους.

Τον προσωπικό μου σκεπτικισμό για το «Νέο Λύκειο» τον έχω ήδη γενικά διατυπώσει στο «Βήμα» τής 25.8.2013· και αν η έκλειψη της Πληροφορικής σκοτεινιάσει το μυαλό των λυκειοπαίδων με τον τρόπο που φοβούνται οι θιγόμενοι, καμία αντίρρηση, να το σκεφτούμε και δεύτερη και τρίτη φορά. Μόνο που στις σχετικές ενστάσεις ακούγεται ένας κάποιος επιτονισμός εκείνης της αλαζονείας που έπαιξε τον ρόλο της στη διάσταση ανάμεσα στις δύο κουλτούρες· και, κυρίως, ακούγεται η απροβλημάτιστη βεβαιότητα ότι η κατανόηση των φαινομένων και του κόσμου οσονούπω περιέρχεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία της μιας από τις δύο κουλτούρες.

Παίρνω την περίπτωση της Πληροφορικής απλώς ως ένα παράδειγμα. Δεν αμφιβάλλω ότι πρόκειται για «υψηλή δεξιότητα» που δεν αποτελεί εργαλειακό κομπάρσο αλλά διεκδικεί με σοβαρές αξιώσεις τη συνδιαμόρφωση του γνωσιακού μας μέλλοντος. Αλλά η συνεχιζόμενη διαμάχη μαρτυρεί ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, καμία από τις δύο κουλτούρες από μόνη της δεν συνιστά έγκυρη και καθολική γνωσιολογία. Γιατί, αν η μια δεν μπορεί να δει τους «αλγόριθμους» πίσω από τα φαινόμενα, η άλλη δεν κατανοεί την ιστορικότητά τους. Και στο κρίσιμο για την Παιδεία ζήτημα της ιστορικότητας θα χρειαστεί να επανέλθουμε, με άλλη αφορμή.
 
[ΠΗΓΗ: Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής , ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης]