Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Οι πολλές διαστάσεις της βίας

Όποιος ενδιαφέρεται για τη βία σήμερα, είτε ως τιμωρός, είτε ως αναλυτής, είτε ως αρμόδιος, οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι η βία είναι πολυδιάστατο και πολύμορφο φαινόμενο (σωματική, ψυχολογική, ακόμη και ιδεολογική-νοητική), που στην εποχή μας ασκείται απ' όλους εναντίον όλων, με διάφορους τρόπους και τεχνικές, και αυτό αποτελεί ένα κρίσιμο στοιχείο αναπαραγωγής της

Η τρομοκρατία φαίνεται ότι μας χτυπάει ξανά την πόρτα. Έτσι τουλάχιστον φαίνεται να εκτιμάται από τους αρμόδιους. Το χαρακτηριστικό είναι ότι και μόνο η επίκληση του όρου παραπέμπει σε υπέρτατη βία και άρα στο υπέρτατο κακό που μπορεί να πάθει μια κοινωνία. Αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να ευσταθεί πριν από κάποια χρόνια, όταν το έγκλημα στην Ελλάδα είχε μια διαφορετική έκταση και μορφολογία. Σήμερα όμως η ταύτιση της βίας αποκλειστικά με την τρομοκρατία και η τρομοκρατία αποκλειστικά με τα Καλάσνικοφ ή, από την άλλη, η θεώρηση ως «επαναστατικού» οτιδήποτε ανάγεται σε μορφές πάλης του 20ού αιώνα εκτιμώ ότι ανήκουν στην ίδια συντηρητική ατζέντα, καθώς αναπαράγουν στερεότυπα και παραδοσιακές λογικές που όχι μόνο δεν λύνουν κανένα πρόβλημα αλλά δημιουργούν συγχύσεις.

Όποιος ενδιαφέρεται για τη βία σήμερα, είτε ως τιμωρός, είτε ως αναλυτής, είτε ως αρμόδιος, οφείλει να λαμβάνει υπόψη ότι η βία είναι πολυδιάστατο και πολύμορφο φαινόμενο (σωματική, ψυχολογική, ακόμη και ιδεολογική-νοητική), που στην εποχή μας ασκείται απ' όλους εναντίον όλων, με διάφορους τρόπους και τεχνικές, και αυτό αποτελεί ένα κρίσιμο στοιχείο αναπαραγωγής της: από την κακοποίηση ανηλίκων ως τις «τεχνικές πειθούς του κοινού», η βία αποτυπώνεται (πέρα από τα σωματικά «ίχνη» της) στην ένταση, στον καταναγκασμό, στον θυμό, στην απόγνωση και στην πίεση που ασκείται στους παραλήπτες της.

Επίσης, η βία δεν μπορεί να αξιολογείται έξω από το κοινωνικό της πλαίσιο και σήμερα ζούμε σε μια βίαιη κοινωνία με διαφορετικό τρόπο σε σύγκριση με το παρελθόν. Είναι επομένως απορίας άξιον το γεγονός ότι για άλλη μία φορά επιχειρείται να αναλυθεί ως ενιαίο το πρόβλημα πολυπαραγοντικών και πολυδιάσπαρτων χωρικά, μορφολογικά και πιθανόν ιδεολογικά περιστατικών ένοπλης βίας και υπό ένα ενιαίο πρίσμα, δηλαδή εκείνο της επίθεσης στην κοινωνία. Αυτό υποβαθμίζει τη σημασία άλλων μορφών βίας, κυρίως επειδή ο ποινικός νόμος είναι ένα βήμα πίσω από την κοινωνία, παρά επειδή αυτές οι μορφές βίας επιφέρουν μικρότερη βλάβη.



Συγκεκριμένα, δεν είναι σαφές με ποιο κριτήριο στον επίσημο λόγο των πολιτικών και των ΜΜΕ η ένοπλη βία προβάλλεται ως μοναδική και υπέρτατη επίθεση στην κοινωνία. Συχνά το μέγεθος και η έκταση της βίας που αναπτύσσεται καθημερινά στα διάφορα επίπεδα διαπροσωπικών σχέσεων (βλ. π.χ. υποθέσεις κακοποιήσεων ανηλίκων), όπως και εκείνη που εισπράττει και υφίσταται καθημερινά η κοινωνία από τις συνέπειες της κρίσης, είναι το ίδιο σοβαρά και για τη δημοκρατική κοινωνία και γι' αυτούς που πέφτουν θύματα αυτών των καταστάσεων.

Η απώλεια της εργασίας, η οικονομική καταστροφή, ο υποσιτισμός και η ξαφνική επιδείνωση των συνθηκών ζωής προκαλούν καταστάσεις που ισοδυναμούν με πένθος, ανάλογο με εκείνο που υπάρχει, π.χ., στην ενδοοικογενειακή βία ή στο θύμα τρομοκρατίας. Εκτός αυτού το γεγονός ότι η βία (η τρομοκρατική ή άλλη) στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς επιτελεί διάφορες λειτουργίες (π.χ. καταναλωτική αυτοεκπλήρωση, lifestyle, επίδειξη ανδρισμού κ.λπ.), δεν την ανάγει σε επίθεση στην κοινωνία, αλλά σε ένα στοιχείο της σύγχρονης πραγματικότητας, που δεν παράγεται εκτός κοινωνίας αλλά εντός.

Επομένως η άποψη που ταυτίζει το έγκλημα και την τρομοκρατία με την επίθεση στην κοινωνία φθάνει τα όριά της. Όλο και περισσότερο αποδεικνύεται ότι η κοινωνία μας είναι έτσι οργανωμένη ώστε να παράγει και τα δύο: άρα και τα δύο δεν συγκροτούν μια εξωτερική απειλή αλλά μια διαρθρωτική λειτουργία της κοινωνίας.


Ένας δημοκρατικός ρεαλισμός, που προκύπτει πλέον ως κοινωνική ανάγκη, επιβάλλει έναν νέο λόγο ανάλυσης και αντίληψης των πραγμάτων, υπό το πρίσμα κατ' αρχήν της αναγνώρισης ότι κοινωνία δεν είμαστε μόνον «εμείς» αλλά και οι «άλλοι». Μια τέτοια οπτική υπερβαίνει τη θεώρηση του εγκλήματος ως επίθεσης στην κοινωνία και το εξετάζει ως παράπλευρο αποτέλεσμα του τρόπου οργάνωσης των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Η κοινωνία που είναι οργανωμένη για να παράγει έγκλημα είναι το σχήμα ανάλυσης που μπορεί να δώσει εξηγήσεις γι' αυτά που συμβαίνουν και να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής τους. Και είναι αυτό το πλαίσιο που υπερβαίνει το αναχρονιστικό πνεύμα του δημόσιου λόγου για την αντιμετώπιση της βίας και της τρομοκρατίας, το οποίο όχι μόνο είναι ένα βήμα πίσω από την κοινωνία, αλλά ανήκει και σε μια νεωτερικότητα που τελείωσε, καλλιεργεί τον κοινωνικό διχασμό και, τέλος, οδηγεί σε πολιτικές που είναι ατελέσφορες επειδή ακριβώς προσεγγίζουν την κοινωνία με όρους λογιστή.


 

[ΠΗΓΗ: Σοφία Βιδάλη, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης – ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20-01-2013]