Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Εκπαιδευτικά συστήματα και ανεργία: η υγιής σύνδεση της εκπαίδευσης με την απασχόληση, μπορεί να δώσει ελπίδα και όραμα στους νέους ανθρώπους

Γρίφος για όλη την Ευρώπη η σύνδεση της επαγγελματικής εκπαίδευσης με την απασχόληση, ιδιαίτερα απογοητευτική η κατάσταση στην Ελλάδα (ανεργία των νέων υπερβαίνει το 50%) γι’ αυτό, εκτός από την αυτονόητη αντίσταση στη θηριωδία της εποχής, επιτακτικό μέλημα αποτελεί ο κριτικός αναστοχασμός και η εγρήγορση για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την εκπαιδευτική αναγέννηση της χώρας.

Η βαθιά κρίση και η παρατεταμένη ύφεση της ελληνικής οικονομίας έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδο και απελπισία χιλιάδες νοικοκυριά, χιλιάδες εργαζομένους και νέους ανθρώπους. Η καλπάζουσα ανεργία αποτελεί ένα από τα πιο κραυγαλέα συμπτώματα της δίνης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική κοινωνία, την ίδια στιγμή που ανάλογη εικόνα διαμορφώνεται στον ευρωπαϊκό νότο, αποδεικνύοντας ότι η κρίση στην Ε.Ε. είναι βαθιά και δομική και όχι μονομερώς ελληνική, όπως η κρατούσα ρητορική επιχείρησε με σθένος να επιβάλει.

Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής εικόνας, η Ε.Ε. προβάλλει το ζήτημα του ανασχεδιασμού της εκπαίδευσης, με στόχο την επένδυση στις δεξιότητες και την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων, κυρίως μέσα από την ανάπτυξη της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, την προώθηση της μάθησης με βάση την εργασία (πρακτική άσκηση και μαθητεία-δυαδικό σύστημα μάθησης), την ενθάρρυνση των εταιρικών σχέσεων μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων και την ενίσχυση της κινητικότητας της εργασίας.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Ε.Ε., δεμένη στο άρμα του νεοφιλελευθερισμού, ακόμα και σήμερα αρνείται να δει τις γενεσιουργές αιτίες της ύφεσης και της συνακόλουθης ανεργίας, επιχειρώντας μονομερώς να μετασχηματίσει την εκπαιδευτική πολιτική σε εργαλείο διάσωσης ενός πλέγματος αδιέξοδων πολιτικών οι οποίες εφαρμόζονται σε όλο το οικονομικό και κοινωνικό φάσμα. Και, δυστυχώς, το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου αντανακλάται και σε επίπεδο δεικτών, αφού εδράζεται στη φτώχεια, τη λιτότητα, την υπανάπτυξη, την εξάρτηση, την πολιτισμική καθίζηση των ασθενέστερων.

Πράγματι, χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Δανία, οι Κάτω Χώρες έχουν αναπτύξει ισχυρά συστήματα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, με γρήγορους μηχανισμούς προσαρμογής στις ανάγκες για δεξιότητες, με αποτέλεσμα η κατάρτιση να προσαρμόζεται με μεγάλη ευκολία στις ανάγκες της απασχόλησης.

Τα κράτη αυτά έχουν πετύχει υψηλό βαθμό αντιστοιχίας μεταξύ δεξιοτήτων και ζήτησης, εμφανίζουν καλύτερα ποσοστά απασχόλησης των νέων, ενώ η εκπαίδευση βασίζεται στην ύπαρξη «δυαδικών» συστημάτων, τα οποία συνδυάζουν τη μάθηση με την πρακτική άσκηση.

Αντίθετα, άλλα κράτη, συνήθως στη νότια Ευρώπη, υστερούν όσον αφορά τη συμμετοχή των νέων στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, την ποιότητα και την ελκυστικότητα των σπουδών.

Η διαφορά αυτή αντανακλάται στο γεγονός ότι στις χώρες του Βορρά εμφανίζονται υψηλά ποσοστά συμμετοχής των νέων στην επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ, αντίθετα, ο ευρωπαϊκός Νότος προτιμά κατά κανόνα τη γενική εκπαίδευση.

Το γεγονός αυτό ωστόσο θεμελιώνεται και σε μια σειρά άλλων παραγόντων, όπως οι κοινωνικές και πολιτισμικές παραδόσεις, οι διαφορετικές δομές των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, το παραγωγικό μοντέλο της κάθε χώρας, η δομή της οικονομίας και της αγοράς εργασίας, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του παρελθόντος, ο βαθμός της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στη χάραξη πολιτικών, οι προοπτικές απασχόλησης και σταδιοδρομίας των αποφοίτων, τα επαγγελματικά δικαιώματα, οι επενδύσεις σε ανθρώπινους πόρους και υποδομές, η ποιότητα των σπουδών, ο επαγγελματικός προσανατολισμός κ.ά.

Στην Ελλάδα, χωρίς αμφιβολία, η κατάσταση είναι και παραμένει απογοητευτική. Η δυσθεώρητη ανεργία των νέων (57%) μας υπενθυμίζει πως, εκτός από τα χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στην επαγγελματική εκπαίδευση και την υποβαθμισμένη εικόνα της, ούτε η αρχική ούτε η συνεχιζόμενη κατάρτιση απέδωσαν στη χώρα επωφελή αποτελέσματα, ακόμα κι όταν δόθηκαν σημαντικές ευκαιρίες και δυνατότητες.

Φαινόμενα όπως η έλλειψη σχεδιασμού, η εισπρακτική λογική των πόρων κατάρτισης, οι αλληλοεπικαλύψεις και η ασυναρτησία των ειδικοτήτων, η πολιτικά συνειδητή υποβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης ως δεύτερης κατηγορίας επιλογή, η έλλειψη κουλτούρας σύνθεσης πολιτικών και αξιοποίησης δυνατοτήτων κυριάρχησαν για δεκαετίες, με συνέπεια την αναποτελεσματικότητα και την αδυναμία της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης να λειτουργήσουν ως μια αξιόπιστη εκπαιδευτική επιλογή που να οδηγεί στην απασχόληση.

Σ' αυτό βέβαια, εκτός από τα κοινωνικά στερεότυπα περί κατωτερότητας των επαγγελματικών σπουδών, συνετέλεσαν και άλλοι παράγοντες, όπως η έλλειψη εθνικού αναπτυξιακού οράματος, η σταδιακή αποδυνάμωση και εν τέλει διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας, η χωρίς κρίση αποδοχή των δεσμεύσεων και των αναπτυξιακών περιορισμών που η Ε.Ε. επέβαλε στην Ελλάδα, η κοντόφθαλμη, παρασιτική και ανεξέλεγκτα σπάταλη απορρόφηση των κοινοτικών επιδοτήσεων.

Γενικότερα, η αποτελεσματική και η υγιής σύνδεση της επαγγελματικής εκπαίδευσης-κατάρτισης με την απασχόληση με στόχο την αντιμετώπιση της ανεργίας παραμένει ένας από τους πιο δύσκολους γρίφους σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Είναι σαφές ότι καμία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση από μόνη της δεν θα ευδοκιμήσει αν δεν συντρέξουν δομικοί μετασχηματισμοί που θα αντιμετωπίζουν την ανεργία στη ρίζα της, με δεδομένο ότι οποιοδήποτε ρηξικέλευθο εγχείρημα οφείλει να αναμετρηθεί με τους όρους ενός ιδιαίτερα δυσμενούς, ακραία άνισου και ανταγωνιστικού διεθνούς περιβάλλοντος στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.

Η κινητικότητα του κεφαλαίου, οι αναδιαρθρώσεις των αγορών εργασίας, οι μεταβολές στις παραγωγικές και τεχνολογικές δομές, οι επαναπροσδιορισμοί στα συστήματα των προσόντων, οι δομικές και εγγενείς κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς και μια σειρά άλλων παραγόντων, επιφέρουν ραγδαίες μεταβολές στη σύνθεση, την κατανομή αλλά και την ταυτότητα του εργατικού δυναμικού, με συνέπεια η εκπαίδευση, ως συστημικό μόρφωμα, να βρίσκεται υπό καθεστώς διαρκούς πίεσης.

Είναι σαφές ότι όσο αναγκαίο είναι να ενισχύσουμε το ιδεώδες μιας νεοτερικής παιδείας μέσα από την καλλιέργεια των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών, τις τέχνες και τον πολιτισμό, τόσο σημαντικό είναι να δούμε ρεαλιστικά την προοπτική μιας υγιούς σύνδεσης της εκπαίδευσης με την απασχόληση, δίνοντας ελπίδα και όραμα ζωής στους νέους ανθρώπους.

Εν κατακλείδι, εκτός από την αυτονόητη αντίσταση στη θηριωδία της εποχής, επιτακτικό μέλημα αποτελεί ο κριτικός αναστοχασμός και η εγρήγορση για την παραγωγική ανασυγκρότηση και την εκπαιδευτική αναγέννηση της χώρας.

[ΠΗΓΗ: Νίκος Φωτόπουλος, κοινωνιολόγος, άρθρο στην ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 20-01-2013]