Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Η ελληνική κοινωνία αλλάζει δέρμα: αναζήτηση προσανατολισμού σε εποχές κρίσης

Την ίδια στιγμή που ο τομέας της εργασίας πλήττεται και μεταβάλλεται, αναγκάζοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να πηγαινοέρχονται από την απογοήτευση (για το αδιέξοδο) στην αισιοδοξία (για νέες ιδέες), να στρέφονται από τη μοναχικότητα και απομόνωση, στη συλλογικότητα και στις παρέες, από τον ατομικισμό στην αλληλεγγύη, προβάλλουν και συμπεριφορές άκρατης βίας, μισαλλοδοξίας και μισανθρωπισμού


Φίλη εκπαιδευτικός, γύρω στα 50, εξαιρετικά προικισμένη με πτυχία, μεταπτυχιακά και γλώσσες, φλερτάρει με την προοπτική να αλλάξει επαγγελματικό πεδίο. «Νομίζω ότι ολοκληρώθηκε ο κύκλος μου στην εκπαίδευση. Θα ήθελα να δοκιμάσω κάτι άλλο. Ακόμη και ν’ ανοίξω ένα ταξιδιωτικό γραφείο». Οι ειδικοί του κλάδου θα χαμογελούσαν ενδεχομένως, γνωρίζοντας την κρίση και στον δικό τους χώρο. Όμως το διακύβευμα είναι η επιλογή της μετακίνησης, η αναζήτηση ενός άλλου προσανατολισμού και μάλιστα σε εποχές που η ανεργία θερίζει. Να εγκαταλείψει, δηλαδή, μια θέση στο Δημόσιο για ένα άλλο, νέο, ξεκίνημα.

Η κίνηση της εκπαιδευτικού επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Η κρίση της μέσης ηλικίας φαντάζει μάλλον πολυτελής εκδοχή στους καιρούς που ζούμε. Ή το γεγονός ότι το Δημόσιο δεν διαθέτει την αίγλη αλλοτινών εποχών. Ακόμη κι έτσι, όμως, με τους μισθούς να έχουν υποστεί μεγάλες μειώσεις, ένας εχέφρων φίλος θα τη συμβούλευε να κάτσει στ’ αυγά της. Μήπως η απογοήτευση από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που, κατά τη γνώμη της, βαδίζει διαρκώς προς το χειρότερο, περνώντας από το ένα άκρο στο άλλο, χωρίς εξισορροπητικές διαθέσεις; Αλλά και πάλι· εκείνη έχει άριστη γνώση του αντικειμένου της - φιλόλογος είναι, ανοικτών οριζόντων και ευρείας παιδείας - διατηρώντας τις καλύτερες σχέσεις με την τάξη. Αρα; Τι την οδηγεί στην έξοδο;

Η φίλη, δεν είναι μοναδική περίπτωση. Κι άλλοι άνθρωποι, ενός ευρύτερου ηλικιακού φάσματος, αναρωτιούνται, ξεβολεύονται, βγαίνουν πρόωρα στη σύνταξη (όχι πάντα από επιλογή), ρωτούν, αντλούν πληροφορίες, ψάχνουν, επιχειρώντας να σχεδιάσουν ένα μέλλον αλλιώς.

Η ελληνική κοινωνία αλλάζει δέρμα. Χωρίς να γνωρίζει κανείς τι ακριβώς θα προκύψει. Γιατί την ίδια στιγμή που ο τομέας της εργασίας πλήττεται και μεταβάλλεται, αναγκάζοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να πηγαινοέρχονται από την απογοήτευση (για το αδιέξοδο) στην αισιοδοξία (για νέες ιδέες), να στρέφονται από τη μοναχικότητα και απομόνωση, στη συλλογικότητα και στις παρέες, από τον ατομικισμό στην αλληλεγγύη, προβάλλουν και συμπεριφορές άκρατης βίας, μισαλλοδοξίας και μισανθρωπισμού (βλέπε Χρυσή Αυγή).

Πού εμφανίζεται η κινητικότητα; Στους πιο ευάλωτους. Σε εκείνους που η κρίση έχει αγγίξει (ή πλησιάζει) τον πυρήνα της ζωής τους. Γιατί υπάρχει και το σκληρό πρόσωπο. Όσων αντιλαμβάνονται αυτήν την περίοδο των καθοριστικών ανατροπών ως ευκαιρία πλουτισμού. Οι τιμές που δεν πέφτουν στα ράφια των σούπερ μάρκετ, είναι ένα βασικό παράδειγμα. Όπως και οι «προσφορές» που πληθαίνουν δεν είναι πάντα προσφορές. Η μείωση της τιμής είναι εις βάρος της ποιότητας ή της ποσότητας. Ακόμη ένα παράδειγμα που κοινοποιήθηκε με μέιλ: ορχήστρα παρήγγειλε δοξάρια από την Κίνα που κοστίζουν 3.500 ευρώ σε ένα δέμα 4 κιλών. Διεθνής μεταφορική εταιρεία ζήτησε, στην Ελλάδα, 2.232,30 ευρώ. Η ίδια εταιρεία από την Κίνα, χρέωνε την υπηρεσία 50,36 ευρώ. Στην εύλογη ερώτηση γιατί αυτή η... διαφορά, ο εδώ υπάλληλος απάντησε ότι είναι διαφορετικός ο τιμοκατάλογος! Παραλλαγές στο ίδιο θέμα ακούει κανείς καθημερινά και η σχετική λίστα διαρκώς εμπλουτίζεται.

Εκείνο που απουσιάζει εμφανώς, τρία χρόνια μετά την κρίση, είναι η ελληνική πρόταση για την έξοδο. Οι διαρθρωτικές αλλαγές, οι μεταρρυθμίσεις, ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, η τιμωρία των φοροφυγάδων, ένα δίκαιο και ορθολογικό φορολογικό σύστημα (μοιάζει σχεδόν ανέφικτο - από ανικανότητα ή πρόθεση το αποτέλεσμα είναι το ίδιο). Σε πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξή του ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Βασίλης Ράπανος είπε μεταξύ άλλων: «Το πρόβλημα της χώρας μας είναι θεσμικό και με θεσμούς δεν εννοώ μόνο τους νομοθετημένους, Δικαιοσύνη, Βουλή ή άλλους Οργανισμούς, εννοώ τους κανόνες του παιχνιδιού και σταθεροί, διαρκείς κανόνες στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν. Αλλάζουν κάθε φορά, είτε αλλάξει η κυβέρνηση, είτε αλλάξει υπουργός». Και σε άλλο σημείο της συνέντευξης τόνισε: «Σήμερα ο πολίτης θεωρεί ότι κανείς δεν τιμωρείται. Μπορείς να κλέψεις, να είσαι απατεώνας, φοροφυγάς, οτιδήποτε, δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθείς. Πρέπει να αποκατασταθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης στον πολίτη προς το κράτος, προς τις Αρχές, προς τη Δικαιοσύνη, προς τη Δημόσια Διοίκηση».

Ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας οσφραίνεται την αλλαγή, πορεύεται με αυτοσχέδιες πυξίδες. Αναπροσαρμόζεται, περιστέλλει, ελπίζει. Όπως απογοητεύεται και εξοργίζεται από την αδυναμία προσαρμογής του πολιτικού συστήματος, από τη σθεναρή αντίσταση που προβάλλει η πελατειακή λογική, από την έκταση της διαφθοράς και της διαπλοκής. Ένα άλλο μέρος, απλώς κερδοσκοπεί. Ο πραγματικός εμφύλιος δεν είναι με αφορμή το Μνημόνιο. Η σύγκρουση και τα μέτωπα είναι πολλά· αφορούν νοοτροπίες, πεποιθήσεις, αγκυλώσεις, τρόπους ζωής και παραγωγής.

Σε αυτήν την εύπλαστη συνθήκη, στην οποία όλα επαναπροσδιορίζονται, ανατρέπονται, ξαναστήνονται, διαμορφώνονται εξαρχής, οι θεσμοί ορίζουν τις γεωγραφικές συντεταγμένες του νέου τοπίου που θα προκύψει. Εάν όλα αφεθούν στην τύχη, τότε θα μιλάμε για μια χώρα με τρεις, κατηγορίες πολιτών: τους επιτήδειους, τους κερδοσκόπους και τα θύματα.

[ΠΗΓΗ: Μαρία Κατσουνάκη , ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 2-11-2012 - http://www.kathimerini.gr/ ]