Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Η Αλίκη στο σχολείο των προκλήσεων: ένα βιβλίο για τη διδακτική των μαθηματικών

Ο σχολικός πίνακας με τις εξισώσεις στο εξώφυλλο, μας προϊδεάζει για το περιεχόμενο του βιβλίου.


Όμως δεν πρόκειται για ένα καινούριο μυθιστόρημα μαθηματικής λογοτεχνίας, αλλά για ένα βιβλίο που αφορά τη διδακτική των μαθηματικών και μαζί παιδαγωγικές εφαρμογές οι οποίες, αν και παλιές σε άλλα σχολικά συστήματα, φαίνονται καινοτόμες στο ελληνικό σχολείο.

Η Αλίκη είναι νεαρή καθηγήτρια μαθηματικών σε λύκειο, που κι αυτό είναι μια άλλη χώρα των θαυμάτων, κι ενηλικιώνεται επαγγελματικά, όπως η γνωστή μας Αλίκη στο μυθιστόρημα του Λιούις Κάρολ. Το σχολείο στο σύνολό του, κάθε τάξη και κάθε τμήμα είναι ένας κόσμος με δυναμική, σχέσεις και συγκρούσεις, ένας χώρος όπου η δημιουργικότητα των μελών του μπορεί να αναδειχτεί σε όλο της το εύρος. Το βάρος πέφτει λοιπόν στους εκπαιδευτικούς οι οποίοι με το πάθος τους μπορούν να δημιουργήσουν γόνιμο έδαφος για να αναπτυχτούν οι μαθητές τους. Η Αλίκη, θα προσαρμοζόταν κατά πάσα πιθανότητα στο αγκυλωμένο περιβάλλον του σχολείου, εάν δεν είχε την τύχη να συναντήσει μια έμπειρη συνάδελφο, η οποία της έδωσε το έναυσμα για να πειραματιστεί και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που τίθενται κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής πράξης. Συζητώντας λοιπόν μαζί της, η Αλίκη, αναπτύσσει όλα τα ταλέντα και τις γνώσεις που πήρε στο πανεπιστήμιο και χειρίζεται μ’ επιτυχία μια σειρά από καθημερινά παιδαγωγικά ζητήματα σε σχέση πάντα με το διδακτικό της αντικείμενο. Τα μαθηματικά για τον πολύ κόσμο, αλλά και για πολλούς μαθηματικούς, θεωρούνται μάθημα το οποίο δεν προσφέρεται για τους πειραματισμούς οι οποίοι μπορούν να εφαρμοστούν σε άλλα διδακτικά αντικείμενα. Η συγγραφέας αποδεικνύει το αντίθετο!

Ζητήματα όπως η οργάνωση ενός σχεδίου εργασίας, η οργάνωση ομάδων, η αξιολόγηση της ομαδικής και της ατομικής εργασίας, είναι θέματα που απασχολούν όλους όσοι διδάσκουν σε οποιαδήποτε βαθμίδα της εκπαίδευσης. Πιο συγκεκριμένα για το μάθημα των μαθηματικών, η συγγραφέας αναφέρεται εκτενώς στην οργάνωση των προβλημάτων και τους στόχους που καλούνται να υλοποιήσουν, στη συζήτηση με μαθητές για αυτούς τους στόχους, την αντιμετώπιση των λαθών των μαθητών ως ένα ακόμα μέσο αποτελεσματικής διδακτικής προσέγγισης, αλλά και το φόβο για τα μαθηματικά, την απαγκίστρωση από το στερεότυπο του μαθητή που αποτυγχάνει σ’ αυτό το μάθημα, τις σχέσεις με τους γονείς και τις εξαιρετικά κρίσιμες, για το χώρο του σχολείου, σχέσεις μεταξύ εκπαιδευτικών. Δομημένο σαν ένα μεγάλο προσωπικό ημερολόγιο καταγράφει τις σκέψεις και τα βήματα που οδηγούν σε βαθύ προβληματισμό για τη διδασκαλία των μαθηματικών καθώς και σε μια «παιδαγωγικότερη» παρέμβαση του εκπαιδευτικού στην τάξη ώστε να πετύχει ενδιαφέροντα μαθησιακά αποτελέσματα.

Διαβάζοντας λοιπόν το βιβλίο καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται, στην ουσία του, για ένα βιβλίο παιδαγωγικής θεωρίας και πρακτικής που ενώ έχει σαν αφετηρία τη μαθηματική εκπαίδευση, δεν αφορά μόνον τους μαθηματικούς. Σε όσους εργάζονται χρόνια στην εκπαίδευση προτρέπει στον αναστοχασμό της πρακτικής τους, ενώ επικαιροποιεί για τους νεότερους στοιχεία διδακτικής στα οποία έχουν εκπαιδευτεί, αλλά που πιθανόν δεν τολμούν να εφαρμόσουν.
[ΠΗΓΗ: Μαρίζα  Ντεκάστρο BOOKPRESS]


H ανάγνωση δεν πρέπει να είναι υποχρέωση μα απόλαυση.

Το ρήμα «διαβάζω» δεν παίρνει προστακτική

Στα μέρη μας, το ρήμα διαβάζω καλύπτει εννοιολογικά τόσο την ανάγνωση όσο και τη μελέτη. Διαβάζουμε λογοτεχνία, όπως διαβάζουμε μαθηματικά, φυσική, χημεία και όλα τα υπόλοιπα σχολικά και ακαδημαϊκά μαθήματα. Διαβάζουμε για τις εξετάσεις των αγγλικών, για το δίπλωμα οδήγησης, για τον ΑΣΕΠ… Δυστυχώς το ρήμα διαβάζω έχει ταυτιστεί με την υποχρέωση, τη νουθεσία, την απειλή και κυρίως με το άγχος των εξετάσεων.

Η παραπάνω διάκριση αποτελεί τη βάση για το καυτό ερώτημα: γιατί οι νέοι σήμερα δε διαβάζουν λογοτεχνία, με ένα στυλ αρκετά ανάλαφρο και χωρίς διάθεση διδακτισμού;.

Το οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση των νέων αναγνωστών.

Η πρώτη παιδική ηλικία έχει ταυτιστεί με την αφήγηση παραμυθιών κυρίως πριν το βραδινό ύπνο. Οι πωλήσεις παιδικών βιβλίων πιστοποιούν αριθμητικά το γεγονός αυτό. Με τον καιρό, τα παιδιά συμμετέχουν όλο και περισσότερο στη διαδικασία της αφήγησης. Αρχικά, διατυπώνουν τις προτιμήσεις τους και εκφράζουν τις ενστάσεις τους. Στη συνέχεια, και καθώς μαθαίνουν σιγά σιγά να διαβάζουν, σκύβουν πάνω από το κείμενο με τους γονείς τους επιχειρώντας να συλλαβίσουν. Το επόμενο στάδιο, τότε που το παιδί μπορεί να διαβάσει μόνο του, είναι το κομβικό, Είναι η συγκυρία εκείνη η οποία μπορεί να το κρατήσει στις ράγες της ανάγνωσης ή να εκτρέψει πλήρως την πορεία αυτή.

Πρέπει να αφαιρέσουμε ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης από τις τηλεοπτικές οθόνες. Ελάχιστη σχέση έχει η παθητική τηλεθέαση με την ενεργητική πράξη της ανάγνωσης και τα παιδιά μπορούν να το κατανοήσουν καλύτερα από τους ενήλικες. Από την άλλη, το επιχείρημα πως η μη ύπαρξη της τηλεόρασης θα ωθούσε νομοτελειακά τον κόσμο στην ανάγνωση, στερεί από την τελευταία μεγάλο μέρος της μαγείας και την τοποθετεί στην κατηγορία του υποκατάστατου. Η στείρα απαγόρευση της τηλεόρασης δε θα οδηγήσει το παιδί στο βιβλίο όσο και αν κάποιοι το θεωρούν δεδομένο. Υποχρέωση τόσο του γονιού όσο και του εκπαιδευτικού είναι να επιμείνουν στην απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωση.

Ένα ακόμα αμφιλεγόμενο σημείο είναι ο ισχυρισμός ότι η παλιότερες γενιές διαβάζουν ενώ οι σημερινές όχι. Δυστυχώς στον τόπο μας η αναγνωστική παράδοση είναι περιορισμένη οπότε το ερώτημα ξεφεύγει από τη νέα γενιά και συμπεριλαμβάνει το σύνολο των ηλικιακών ομάδων. Βέβαια, η προσήλωση στη νέα γενιά λειτουργεί νοσταλγικά, σε οδηγεί πίσω στο χρόνο τότε που ήσουν παιδί και ανυπομονούσες να ακούσεις τη συνέχεια της ιστορίας και επέμενες να ακούσεις το ίδιο παραμύθι ξανά και ξανά.

Ενδιαφέρον έχουν και οι απόψεις για το ρόλο του σχολείου στη διαμόρφωση αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Η σχολική αίθουσα, για παράδειγμα, με τον καθηγητή να διαβάζει στα παιδιά του γυμνασίου «Μόμπι Ντικ» και εκείνα, παρά τις αρχικές ενστάσεις και φωνασκίες, να μαγεύονται, είναι μια τρυφερή και δυνατή σκηνή μέσα στο ρομαντισμό που τη διακρίνει. Θίγει έτσι το τεράστιο ζήτημα της λογοτεχνίας εντός των σχολικών κτιρίων. Δάσκαλοι και καθηγητές, παρά τα ελαφρυντικά που τους προσφέρει το πρόγραμμα σπουδών, έχουν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί.

Δεν υπάρχουν καθολικές λύσεις και πρακτικές. Όσο και αν θεωρητικολογούμε, το μεγάλο βήμα από μόνο του δε θα πραγματοποιηθεί αλλά θα απαιτηθεί πλήθος μικρών διασκελισμών. Καθένας από το πόστο του και στο μικρόκοσμό του χωρίς να προσμένουμε λύσεις και πρωτοβουλίες κεντρικού χαρακτήρα. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως η ανάγνωση μας προσφέρει απόλαυση και όχι κάποιο ξεχωριστό βάθρο τιμής, δεν είμαστε καλύτεροι από τους άλλους απλώς και μόνο επειδή μας αρέσουν οι ιστορίες.