Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Όταν η δικαιοσύνη είναι ένα δημόσιο παζάρι ό,τι πουλιέται ρεκλαμάρει

Πρόκειται για μια σταθερά που διασχίζει τους αιώνες και τους τόπους σκορπώντας απογοήτευση· τη σταθερά της κοινωνικής αδικίας, που όσοι έχουν να κερδίσουν από αυτήν, την εμφανίζουν σαν μοιραία, αναπόφευκτη και «φυσική».

Με το αίτημα της δικαιοσύνης μονίμως ανικανοποίητο, ας πιάσουμε τα πράγματα από μια κάποια αρχή. Από τον 7ο-6ο αιώνα π.Χ., όταν η Δημοκρατία ήταν ακόμα στα σπάργανά της. Ας μεταφερθούμε λοιπόν στο σπίτι του Σόλωνα, που, λόγω και της αενάως επίκαιρης σεισάχθειας, τιμήθηκε σαν πατέρας της αθηναϊκής δημοκρατίας, αν και δικαιότερο θα ήταν να μετρηθεί σαν ένας από τους γεννήτορές της. Και μια και οι κοριοί δεν είχαν αποκτήσει ακόμα πλαστικομεταλλική υπόσταση και κυκλοφορούσαν έτσι όπως τους έπλασε η φύση, ας προσπαθήσουμε να κρυφακούσουμε το διάλογο στο εσωτερικό του σπιτιού. Έχουμε άλλωστε την καλή βοήθεια του Πλούταρχου, που, σαν να κρυφάκουσε κι αυτός, κατέγραψε έπειτα από εξακόσια χρόνια όσα υπέθεσε πως ειπώθηκαν εκεί, στην κουβέντα του Σόλωνα με τον πιθανόν απροσδόκητο επισκέπτη του, τον Σκύθη Ανάχαρση· οι δυο τους συνυπάρχουν και σε ορισμένες από τις λίστες (αν επιτρέπεται η κακόφημη λέξη) των «επτά σοφών».

Σαν «περιοδευτής δάσκαλος», ο Ανάχαρσης είχε διασχίσει όλη τη Μικρά Ασία, «θεωρίης είνεκεν», όπως λέει ο Ηρόδοτος, για να δει δηλαδή και να μάθει. Το ίδιο έπραξε και ο Σόλων: Αφού όρισε να ισχύουν οι νόμοι του για εκατό χρόνια, πήρε την άδεια των συμπολιτών του να ξενιτευτεί για μια δεκαετία, επίσης «θεωρίης είνεκεν» αλλά και για αποφύγει την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στα χέρια του· δεν ήταν, βλέπετε, βουλιμικός. Επισκέφθηκε έτσι την Κύπρο και ίσως τις Σάρδεις, όπου λέγεται ότι συνάντησε τον Αίσωπο και τον Κροίσο (εξού και το κατοπινό «Σόλων! Σόλων! Σόλων!»). Σίγουρα πάντως πήγε στην Αίγυπτο. Εκεί, από έναν ιερέα της Σαΐδας άκουσε το διάσημο «Ω Σόλων! Σόλων, Έλληνες αεί παίδές εστε, γέρων δε Ελλην ουκ έστιν», από δε τους λογίους το θρύλο της Ατλαντίδας. Μάλιστα, όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, επιχείρησε να καταγράψει το μύθο σε ποίημά του. Τα παράτησε όμως επειδή δεν είχε το χρόνο, όπως λέει ο Πλάτων, που καταπιάστηκε κι αυτός με το μύθο, στον «Κριτία». Ατελείωτος έμεινε ο διάλογος αυτός, κι ωστόσο, όπως ωραία το γράφει ο Αλμπιν Λέσκυ στην «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας» «το απόσπασμα ήταν αρκετό για να δημιουργήσει μιαν αξερίζωτη τρέλα». Αναρίθμητοι είναι οι κυνηγοί της χαμένης ηπείρου, που συγκρούονται έχοντας ο καθένας όπλο την αχάλινη φαντασία του και την κυκλώπεια αυτοπεποίθησή του.

Βιογραφεί λοιπόν ο Πλούταρχος, κι εγώ μεταφράζω:

«Όταν έφτασε στην Aθήνα ο Aνάχαρσης, κίνησε για το σπίτι τού Σόλωνα. Χτύπησε την πόρτα κι είπε πως είναι ξένος που ζητάει φιλοξενία και φιλία. «Kαλύτερο είναι να πιάνει κανείς φιλίες στον τόπο του» του αποκρίθηκε ο Σόλων. «Ωραία λοιπόν», απάντησε ο Aνάχαρσης. «Eσύ βρίσκεσαι στον τόπο σου. Kάνε μας τότε φίλους σου και φιλοξένησέ μας». Θαύμασε ο Σόλων την εξυπνάδα του επισκέπτη του. Τον δέχτηκε με όλη του την καρδιά και τον κράτησε πολύ καιρό μαζί του, ακριβώς την εποχή που είχε αρχίσει να ασχολείται με την πολιτική και να συντάσσει τους νόμους του. O Aνάχαρσης περιγελούσε τις προσπάθειες του Σόλωνα, που πίστευε πως θα περιορίσει τις αδικίες και την πλεονεξία των πολιτών με νόμους γραπτούς. Γιατί φρονούσε πως οι νόμοι μοιάζουν με τον ιστό της αράχνης. Πιάνουν δηλαδή τους αδύναμους και τους μικρούς, αλλά οι δυνατοί και οι πλούσιοι τούς σπάζουν. Και λένε πως ο Σόλων τού απάντησε πως οι άνθρωποι κρατούν τις συμφωνίες όταν η αθέτησή τους δεν συμφέρει κανέναν. Είπε ακόμα ότι προσαρμόζει τους νόμους του στους πολίτες, ώστε να βλέπουν όλοι πως η δίκαιη πράξη είναι πιο καλή από την παράνομη. Όλα όμως πήγαν όπως τα πρόβλεψε ο Aνάχαρσης και όχι όπως τα θέλησε ο Σόλων».

Κι έτσι πάνε ακόμα τα πράγματα. Όπως τα προέβλεψε ο Ανάχαρσης. Ο ίδιος ο Σόλων άλλωστε, στα γεράματά του, βλέποντας ότι παρά τις προειδοποιήσεις του αδυνατούσε ν’ αλλάξει τη γνώμη του πλήθους, που είχε στραφεί υπέρ του Πεισίστρατου, του κατοπινού τυράννου, κρέμασε τα όπλα του έξω από την πόρτα του σπιτιού του και, σαν ποιητής που ήταν, έριξε σε στίχους την πίκρα και το θυμό του. Δύο πράγματα σπουδαία ήθελε να πει στους Αθηναίους: Πρώτον, πως όταν φταίνε οι ίδιοι για τα βάσανά τους, δεν έχουν το δικαίωμα να τα ρίχνουν κουτοπόνηρα στη θεϊκή οργή ή στη μοίρα. Και δεύτερον, πως όταν εκχωρούν υπέρμετρη δύναμη σε οποιονδήποτε, θα το πληρώσουν βαριά – αυτό δα το ξέρουμε κι εμείς. Το ζούμε. Σήμερα· με την υπέρμετρη δύναμη που άλλοι, κι όχι εμείς, έδωσαν στην τρόικα. Εν πάση περιπτώσει, ιδού οι στίχοι του Σόλωνα προς τους Αθηναίους (μετάφραση Γιάννης Δάλλας, στον τόμο «Ελεγειακοί», Αγρα, 2007):

«Δεινά κι αν πάθατε, δειλοί είστε και τα πάθατε,
γιατί στην πλάτη των θεών τώρα τα ρίχνετε;
Φρουρά τού δώσατε κι αυτός μεγαλοπιάστηκε
κι εσείς τη δούλεψή σας την πικρή απολαύσατε.
Της αλεπούς το χνάρι ακολουθεί ο καθένας σας·  
τώρα είναι που όλων σας ο νους αποχαυνώθηκε·
στη γλώσσα χάσκετε, σ’ ενός παμπόνηρου άντρα
τα λόγια – τα έργα που σας σκάρωσε δεν βλέπετε».

Από στίχους σε στίχους κι από τα προ Χριστού χρόνια στα μεταχριστιανικά, στον 1ο αιώνα. Επί Νέρωνα. Και επί Πετρώνιου, που με το «Σατυρικόν» του χλεύασε την επιδειξιομανία, τη μωρολογία, την κοιλιοδουλία, την αστρολογία κτλ. Και μας παρέδωσε στιχουργημένη άλλη μία αποκαρδιωτική ζωγραφιά της δικαιοσύνης (μετάφραση Μ. Γ. Μερακλής, Γνώση, 1983):

«Τι δύναμη έχουν τάχατες οι νόμοι, όπου το χρήμα μόνο βασιλεύει,
κι όπου η φτώχεια δεν μπορεί καθόλου να νικήσει;
Κι εκείνοι ακόμα που περνάνε τον καιρό τους με το σακούλι φορτωμένοι του Κυνικού του φιλοσόφου,
πολλές φορές το συνηθίζουν να πουλούν για τα λεφτά ώς και την αλήθεια.
Η δικαιοσύνη είναι ένα δημόσιο παζάρι,
κι ο Ιππέας, που είναι τη δίκη για να κάνει, ό,τι πουλιέται ρεκλαμάρει»

(οι δικαστές έβγαιναν από την αριστοκρατική τάξη των ιππέων).

Δεν πρόκειται βέβαια για τις δίκες, ή μόνο γι’ αυτές. Πρόκειται για μια σταθερά που διασχίζει τους αιώνες και τους τόπους σκορπώντας απογοήτευση· τη σταθερά της κοινωνικής αδικίας, που όσοι έχουν να κερδίσουν από αυτήν, την εμφανίζουν σαν μοιραία, αναπόφευκτη και «φυσική». Τι να κάνουν λοιπόν τα έρμα τα στιχάκια, κι ας είναι του Σόλωνα ή του Πετρώνιου, όταν η ηττημένη δικαιοσύνη εγκλωβίζεται σε στικάκια που κυκλοφορούν από τον Αννα της ευθυνοφοβίας στον Καϊάφα της συγκάλυψης;

[ΠΗΓΗ: Παντελής Μπουκάλας, Υποθέσεις ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7 Οκτωβρίου 2012]