Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Αυτό που δεν ήξερε ο Μηνάς, αγόρι σε αναβράζουσα εφηβεία, ήταν πως η απύλωτη ειλικρίνεια δεν αποτελεί ρητορικό πλεονέκτημα, αλλά πολιτικό μειονέκτημα…


Θα σας μεταφέρω την απόφαση του δεκαπενταμε­λούς συμβουλίου, άρχισε τον πρόλογο η πρόεδρος του Λυκείου. Θα θέλαμε να εγκρίνετε την πραγματοποίηση ημε­ρίδας στο σχολείο μας με θέμα την παγκόσμια οικονομική κρίση... [Προδημοσίευση από το καινούργιο μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου «Χορεύουν οι ελέφαντες», στο οποίο η συγγραφέας ακτινογραφεί τη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ και την άδικη καταδίκη του Γρηγόρη Στακτόπουλου αναδεικνύοντας όλες τις ανθρώπινες και κοινωνικές πτυχές ενός μείζονος πολιτικού γεγονότος]


[ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ]

Η παιδαγωγική συνεδρίαση άρχιζε στις έξι ακριβώς. Οι κα­θηγητές καθόντουσαν σε ομάδες, φλυαρούσαν ανέμελα, κάποιοι γελούσαν σκύβοντας στον διπλανό συνωμότη, ορι­σμένοι έπλητταν επιδεικτικά. Ο διευθυντής ήταν ακόμη στο γραφείο του κι ανακάτευε τα χαρτιά του. Η υποδιευθύντρια –ένα κεφτεδάκι με λεπτά πόδια και κοριτσίστικη κοτσίδα, που τραγουδούσε αντάρτικα στα μεγάλα κέφια και χαμογε­λούσε σε όλους προκειμένου να κάνει τη δουλειά της– είχε λάβει τη θέση της. Κοίταξε τις φατρίες απέναντί της.

Οι μαθητοπατέρες, οι συνδικαλίζοντες, οι αποσπασμέ­νοι που προσπαθούσαν να γλιτώσουν τα σκάγια, οι αυστη­ροί με τους άλλους μα ποτέ με τον εαυτό τους, οι πάντα σιωπηλοί και υπομένοντες, οι αναιτίως ξινισμένοι, οι ενο­χλητικά ομιλητικοί και αλαζόνες, οι πολιτικώς πράττο­ντες, οι ουδετερόφιλοι. Όλοι εναντίον όλων και όλοι μαζί με όλους, όταν επρόκειτο για τα καλά και συμφέροντα. Στην άκρη αριστερά, με την πλάτη της καρέκλας κολλημέ­νη στον τοίχο, ο Σουκιούρογλου. Βιβλίο στα γόνατα, ν’ απασχολεί το βλέμμα και τα χέρια του. Το κρατούσε σκοπίμως ανοιχτό, γυρνούσε τις σελίδες με ρυθμό, Κύριος οίδε αν το διάβαζε.

– Σ’ αυτή τη συνεδρίαση, κατ’ εξαίρεση, θα παραστούν εκπρόσωποι των μαθητών, δήλωσε ο διευθυντής μόλις μπήκε.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν τα παιδιά. Οι εκπρόσωποι του Γυμνασίου αμήχανοι, περίμεναν να βολευτούν οι λυ­κειόπαιδες κι ύστερα πήραν θέση. Κάθισαν στο κέντρο του κύκλου, έκθετοι στα βλέμματα όλων. Θέση επιλεγμένη σκοπίμως από τη διεύθυνση, θα έλεγαν αργότερα οι γνώ­στες. Ο πρόεδρος του Γυμνασίου με ιδρωμένες παλάμες, τις σκούπιζε στο παντελόνι του. Οι εκπρόσωποι του Λυ­κείου με τα μπλοκάκια τους κι ετοιμοπόλεμο ύφος. Οι κοπέλες σταύρωσαν τα πόδια επιδεικτικά. Η στάση τους σχολιάστηκε από τους παλαίμαχους εκπαιδευτικούς, πα­ρόλο που δεν εκτοξεύτηκε μομφή. Αρκούσαν όμως τα βλέμματα.

Την άλλη μέρα κάποιοι θα τις υπερασπίζονταν, παιδιά είναι, δεν ξέρουν πώς να σταθούν, πού να βάλουν τα πόδια τους, αλλά οι περισσότεροι γνώριζαν πως η γλώσσα του σώμα­τος μιλάει, ενίοτε φωνασκεί, πάντως δηλώνει τις κρυμμέ­νες προθέσεις. Το χειρότερο ήταν που ο Μηνάς Γεωργίου, ένα και ενενήντα πέντε ύψος, άπλωσε τα κανιά με τα άρβυλα κάτω από την καρέκλα του μπροστινού, οι σόλες βγήκαν μπροστά, σχεδόν τους κορόιδευαν, γιατί είχαν ζω­γραφισμένα κόκκινα χαμόγελα στο λαστιχένιο πέλμα. Κά­ποιοι αλαφιάστηκαν, μερικοί πίστεψαν πως ήταν άλλη μια βλακώδης επιταγή εφηβικής μόδας, από εκείνες που διαρ­κούν μισή σεζόν. Ο Μηνάς παρακολουθούσε τη σύναξη με το αδρανές χαμόγελο που παίρνουν τα παιδιά όταν θέλουν να ξεφορτωθούν τους ενήλικες.

Ο διευθυντής έλεγξε το χαρτί με τα θέματα. Όρθιος, πε­ρήφανος για τα δημοκρατικά του αντανακλαστικά, τα οποία ορισμένοι κακόπιστοι ονόμαζαν ανενδοίαστα ανευ­θυνότητα, έδωσε τον λόγο στους μαθητές.

– Θα σας μεταφέρω την απόφαση του δεκαπενταμε­λούς συμβουλίου, άρχισε τον πρόλογο η πρόεδρος του Λυκείου. Θα θέλαμε να εγκρίνετε την πραγματοποίηση ημε­ρίδας στο σχολείο μας με θέμα την παγκόσμια οικονομική κρίση...

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της κι απλώθηκε σούσουρο στον σύλλογο των καθηγητών. Κάποιοι κάγχα­σαν επιδεικτικά.

– Αφήστε τις βλακείες κι αρχίστε να διαβάζετε, έπο­νται διαγωνίσματα, ψιθύρισε στον διπλανό του κάποιος.

Ορισμένοι όμως συγκατένευαν, ενθάρρυναν τα παιδιά με βλέμματα, ήταν φανερό πως ένας δυο τα είχαν δασκα­λέψει στα διαλείμματα. Ανάμεσά τους κι εκείνη η ξερα­κιανή φυσικός, το παλαιοφρικιό, όπως τη φώναζαν οι κα­λοί συνάδελφοι πίσω απ’ την πλάτη της, παίρνοντας αφορμή από το αχτένιστο μαλλί και τα βυσσινί άρβυλα. Αυτή δεν ήταν που ξεσήκωσε τα παιδιά, τα έβγαλε από την τάξη σε ώρα μαθήματος και τα συνόδεψε πέρυσι στην πορεία; Κάποιοι τραβούσαν ήδη τον γιακά τους, που ήρθαν τα νιάνιαρα να εκφράσουν ανερυθρίαστα πολιτική βούλη­ση, τρομάρα τους.

Οι μαθητές ψέλλισαν πως μια ημερίδα με εισηγήσεις οικονομολόγων, κοινωνιολόγων και νομικών θα απέβαινε μαθησιακά ωφέλιμη.

– Εμείς, κύριε, θα υποστούμε την κρίση, πρόσθεσε ο εκπρόσωπος του Γυμνασίου ψιθυριστά, μπορεί και ικε­τευτικά, στον διευθυντή του σχολείου.

– Να τελειώνει η συζήτηση, παρενέβη ο χημικός που είχε στις οκτώ ιδιαίτερο και βιαζόταν να φύγει.

– Να μας προτείνετε εισηγητές, πέταξε μια φιλόλογος ειρωνικά.

Οι μαθητές την κοίταξαν άναυδοι.

– Αμ, η ημερίδα θέλει δουλειά, τι νομίσατε, αναφώνησε περήφανη.

– Δικαιολογίες για να χάσουν μάθημα, σχολίαζαν σκω­πτικά οι περισσότεροι.

Οι καθηγητές γνώριζαν πως οι διαβουλεύσεις με τον διευ­θυντή έδιναν κι έπαιρναν τις τελευταίες μέρες στο γρα­φείο. Τα παιδιά υπόσχονταν πως δεν θα επιτρέψουν κατά­ληψη. Είχαν βάλει μυαλό από πέρυσι. Τότε που οι εξωσχο­λικοί μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι, και τα κλεμμένα κομπιούτερ του σχολικού εργαστηρίου πουλιόντουσαν στους πεζόδρομους του κέντρου. Κάτι τζιμάνια τα έβγαζαν από σκισμένα χαρτόκουτα και τα πουλούσαν κοψοχρονιά, αφού πρώτα τα κομμάτιαζαν. Μια μητρική πλακέτα στη Μελενίκου, ένα ολοκαίνουργιο πληκτρολόγιο στην Άθω­νος. Τρεις μήνες μετά την κατάληψη διδάσκονταν πληρο­φορική στον πίνακα, θεωρητικά. Αν δεν φρόντιζε ένας πα­τέρας, τραπεζικός με άκρες παντού, να διασφαλίσει χορη­γία τράπεζας που άλλαζε εξοπλισμό, ακόμη θα σχολίαζαν ιστότοπους με χαρτί και μολύβι.

– Όλα τα σχολεία στη γειτονιά έχουν κατάληψη, είχε δηλώσει η πρόεδρος, η Ντινοπούλου, με το γνωστό της μπλαζέ ύφος, τρεις μέρες πριν από την παιδαγωγική συ­νεδρίαση. Μας κοροϊδεύουν, αποκάλυψε στον διευθυντή.

– Σας λένε φλώρους, ε; ρώτησε ο διευθυντής, για να δείξει ότι κάτι ξέρει κι αυτός από μαθητικό λεξιλόγιο.

– Ε, κάπως έτσι, μουρμούρισε η πρόεδρος.

Πώς να αναμεταδώσει στον διευθυντή τις βρισιές με τις οποίες τους έλουζαν οι μαθητές των γύρω σχολείων; Σύνθετες λέξεις, ακατονόμαστες επινοήσεις που συνο­δεύονταν από κινήσεις χεριών, λικνίσματα λεκάνης κι αδέσποτους ήχους που μιμούνταν θαυμάσια τα πλατσου­ρίσματα, τα βογκητά και τις αιφνίδιες εγχύσεις. Ο κύριος διευθυντής ήταν βαθιά νυχτωμένος, αν πίστευε ότι η λέξη φλώρος ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσαν να τους προσά­ψουν οι χλέμπουρες του κέντρου.

–Τέλος πάντων, επανήλθε η πρόεδρος, σκεφτήκαμε ότι μπορούμε να διοργανώσουμε μια ημερίδα.

– Ή διημερίδα, τη σκούντησε ο Μηνάς που ήταν πα­ρών στη συζήτηση.

– Ή διημερίδα, πρόσθεσε ανόρεχτα η πρόεδρος.

– Έτσι, θα χάσουμε δυο μέρες μάθημα, αλλά με την άδεια σας, πρόσθεσε με ειλικρίνεια ο Μηνάς για να τελειώνει η βαρετή συνάντηση. Οι μαθητές θα είναι ευχαριστημένοι, γιατί ο βασικός στόχος θα επιτευχθεί, οι γονείς θα είναι ευ­χαριστημένοι γιατί η διημερίδα για την κρίση ακούγεται μαθησιακά πιο σκόπιμη από μια κατάληψη. Όλοι θα είμα­στε ευτυχείς που το σχολείο δεν θα πάθει τίποτα, έκλεισε την παρέμβασή του απολύτως ικανοποιημένος.

Αυτό που δεν ήξερε ο Μηνάς, ίσως επειδή ήταν αγόρι σε αναβράζουσα εφηβεία, και που το ήξερε η πρόεδρος, ίσως επειδή ήταν κορίτσι που θήτευσε στα απουσιολόγια, ήταν πως η απύλωτη ειλικρίνεια δεν αποτελεί ρητορικό πλεονέκτημα, αλλά πολιτικό μειονέκτημα – με την ευρεία έννοια του όρου, θα έσπευδε να διευκρινίσει. Κι ενώ, όπως πίστευε η πρόεδρος, θα μπορούσαν να πάρουν το οκέι του διευθυντή και να τελειώνουν με μια συμφωνία στα γρήγο­ρα, τώρα άκουγαν ότι θα έπρεπε να παραστούν στη συνε­δρίαση του συλλόγου. Εκεί θα έθεταν την πρότασή τους σε ψηφοφορία.

Μισή ώρα το έστρωνε με τη μασιά. Πήγε κάτι να πει, αλλά το κατάπιε. Θα έχανε τη διδασκαλία του σουπίνου. Τίποτα δεν θα μπορούσε να αναπληρώσει τις χαμένες της εργατοώρες.

Ο Μηνάς παρακολουθούσε τον χορό του σκουληκιού. Μι­κρό όσο το νύχι του, σε χρώμα βρομί κι ευλύγιστη ουρά που γύρναγε εδώ κι εκεί σαν τηλεσκόπιο. Άρχισε τα ακρο­βατικά πάνω στο φύλλο. Κρεμόταν απ’ την πράσινη άκρη, τραμπαλιζόταν πέρα δώθε, το διασκέδαζε.

– Λοιπόν; Τι είπε ο διευθυντής για την ημερίδα; ρώτη­σε τον Μηνά ένα πρωτάκι. Απ’ αυτά που γυρνούν σαν την άδικη κατάρα στο διάλειμμα και ψάχνουν παρέα.

– Θα δούμε, άφησε την αμφιβολία να πλανάται ο Μη­νάς κι επέστρεψε στο σκουλήκι.

Ο Σπύρος, ένας κοκαλιάρης στούμπος με γυαλιά και χέρια που δεν ήξερε πού να τα βάλει, κοντοστάθηκε. Κα­λύτερα να τον έβλεπαν οι άλλοι με τον Μηνά, παρά μόνο του. Στις εκλογές του δεκαπενταμελούς ο μικρός είχε τολ­μήσει να βάλει υποψηφιότητα, μάλιστα είχε φωτοτυπήσει τις προτάσεις του και τις μοίρασε στη σχολική συνέλευση. Κάτι θυμόταν ο Μηνάς για εργαστήρια ρομποτικής και ομάδα κινηματογράφου. Άκουγε που κακάριζαν οι συμμαθήτριες. Ο μικρός, απτόητος, ανέβηκε στην εξέδρα να τον βλέπουν όλοι.

– Το ξέρω πως δεν σας γεμίζω το μάτι, ξεκίνησε τον λόγο του. Είμαι και κουτσός, βιάστηκε να προσθέσει δεί­χνοντας το πόδι του. Σήκωσε το μπατζάκι της φόρμας του απροειδοποίητα. Μπανταρισμένος σίδερα ως το γόνατο.

– Χαζό είναι, σχολίασε η Ντινοπούλου. Όμως ο Μηνάς χειροκρότησε.

Από τη μέρα εκείνη, όποτε ο μικρός έβλεπε τον Μηνά στην αυλή, γινόταν κολλητσίδα. Η Ντινοπούλου δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί, σε είδα πάλι με τον κολλητό σου, τον πείραζε, εκείνος απαξιούσε.

– Λοιπόν; προσπάθησε να παραστήσει τον άνετο ο μι­κρός. Πώς σου φαίνονται οι καθηγητές;

– Είναι κι αυτοί μορφή ζωής, απάντησε στωικά ο Μη­νάς κι επέστρεψε στο σκουλήκι.

Ο Χριστός δίδαξε και πέθανε Οι καθηγητές μας τι περιμένουν;

Το σύνθημα γράφτηκε το βράδυ πριν από την παιδαγωγι­κή συνεδρίαση, όπως κατήγγειλαν στη διεύθυνση οι πε­ρίοικοι. Τηλεφώνησε στις οκτώ το πρωί ο ένοικος που έμενε απέναντι. Εδώ και χρόνια προσφερόταν ευγενικά να σβήνει με την μπατανόβουρτσα συνθήματα από τους τοίχους του σχολείου. Δεν έπαιρνε λεφτά, ο διευθυντής κατάφερε με την επιμονή του να πληρώνουν ίσα ίσα τα χρώματα. Όμως τον τελευταίο καιρό έδειχνε όλο και λιγό­τερο πρόθυμος, ώσπου αποκάλυψε ότι δεχόταν απειλητι­κά τηλεφωνήματα για να σταματήσει. Ο ανθρωπάκος είχε φοβηθεί. Αυτός πήγε να κάνει το καλό, όχι και να βρεθεί μπλεγμένος στα καλά καθούμενα. Στάθηκε αδύνατον να τον μεταπείσουν. Τα συνθήματα πύκνωναν στους εξωτε­ρικούς τοίχους.

Στον σύλλογο συζήτησαν σοβαρά την πρόταση ψυχία­τρου γονέα, που δούλευε στη Σταυρούπολη, να φέρει με­ρικούς τροφίμους, ακίνδυνους, βεβαίως ακίνδυνους, να ευ­πρεπίσουν την πρόσοψη. Η λύση ακουγόταν ανέξοδη. Φαινόταν εφικτή. Όμως ποιος διευθυντής θα έπαιρνε την ευθύνη να παραδεχτεί στους γονείς, που όλοι ήξεραν τι φάρα είναι, ότι θα έβαφαν το σχολείο που φοιτούν τα κα­μάρια τους τρελοί με τη βούλα;

Οπότε οι τοίχοι γέμιζαν συνθήματα. Τα λούκια έτρεχαν, πότιζαν τους εύθρυπτους σοβάδες κι αυτοί ξεφλούδιζαν. Οι τρελοί έμεναν κλεισμένοι στη Σταυρούπολη, ο μόνος που τους είχε δει ήταν ο Μηνάς. Ο Μηνάς που είχε πατέρα δημοσιογράφο κι είχε το ελεύθερο να επισκέπτεται απαγορευμένους χώρους. Ο Αναστάσιος Γεωργίου μπορεί να ήταν κέρβερος στη δουλειά, αδέκαστος και συνεπής έως αηδίας, έβρισκε όμως λογικό να κανονίζει την είσοδο του φιλοπερίεργου γιου σε απαγορευμένους χώρους – χωρίς βεβαίως να το ξέρει η μαμά. Ο πατέρας Γεωργίου πίστευε ακράδαντα πως αυτό ήταν μια άτυπη, πάντως σοβαρότατη, κοινωνική εκπαίδευση. Όταν την πρότεινε το παιδί, επικρότησε.

Έτσι, ο Μηνάς επισκέφθηκε τη Σταυρούπολη. Παρακο­λούθησε εξέταση φρενοβλαβούς στο αμφιθέατρο, παρέα με ειδικευόμενους γιατρούς. Ο άνθρωπος που στεκόταν απέναντί τους ζούσε σε μια καλοχτισμένη ατομική πραγματικότητα. Κανείς δεν μπορούσε να την κλονίσει. Να, για παράδειγμα εκείνος ο γαλλοθρεμμένος, στα δεξιά. Φορού­σε την άσπρη ρόμπα του ειδήμονα, όμως δεν έδειχνε κα­λύτερα από τον εξεταζόμενο.

Η λογική, κατέληξε το παιδί παρακολουθώντας την εξέταση, ήταν ένα φτωχό εργαλείο στα χέρια επίμονων ανθρώπων που λέγονταν γιατροί. Οι πιο πολλοί πρώτα έπαιρναν τις αποφάσεις τους κι ύστερα έψαχναν τα επι­χειρήματα να τις στηρίξουν. Κι αυτό το αποκαλούσαν σο­βαρότατα κοινή λογική.

Βγαίνοντας πρόσεξε μια τρόφιμο στην αυλή. Στο δι­πλανό παγκάκι ένας νοσοκόμος δεν άφηνε τη γυναίκα από τα μάτια του. Ποιος ξέρει, σκέφτηκε, αυτή εδώ μπορεί να σκότωσε άνθρωπο. Δεν του είχαν πει πως τους φονιάδες τους κρατούσαν στο υπόγειο. Τους κλείδωναν, τους χαπά­κωναν γερά και δεν τους έβγαζαν ποτέ έξω.

Ο μπαμπάς του Μηνά έχαιρε εκτίμησης στον κλάδο του. Δημοσιογράφος άλλης εποχής, σχολίαζαν όσοι συνεργάστη­καν μαζί του. Βαθιά μορφωμένος, τους εντυπωσίαζε όχι με ανερμάτιστες γνώσεις, αλλά με τη στέρεα σκέψη του ανθρώπου που έχει αφιερώσει χρόνια στη μελέτη. Ήξερε να κατευθύνει τους ρεπόρτερ, έδινε σαφείς εντολές, περ­νούσε από κόσκινο τα θέματα. Είναι καθαρός, αυτό σου έλε­γαν πρώτα πρώτα για τον Γεωργίου. Στις συνελεύσεις της Ε.Σ.Η.Ε.Μ.­Θ. σώπαιναν για να τον ακούσουν. Ο λόγος του μετρούσε σε εχθρούς και φίλους. Είχε περάσει από υψη­λές διευθυντικές θέσεις, όμως δεν μετακόμισε στο Πανό­ραμα. Όταν η προηγούμενη εκδότρια του πέταξε ότι καλό θα ήταν να αλλάξει αυτοκίνητο, δεν μπορεί διευθυντής της εφημερίδας της να κυκλοφορεί με σιτροενάκι, ο Γεωρ­γίου άστραψε και βρόντησε. Η εκδότρια δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της. Είχε σκοπό να του προσφέρει ένα πολύ αξιοπρεπές SAAB, άλλες εποχές τότε, το χρήμα έρρεε, όμως δεν τόλμησε να συνεχίσει. Το σιτροενάκι έμει­νε το σήμα κατατεθέν του.


Η είδηση ήταν το αφιόνι του. Τη μύριζε σαν το σκυλί, από απόσταση. Ακόμα και τα τελευταία χρόνια που κατεί­χε υψηλές επιτελικές θέσεις και ορισμένοι είχαν αρχίσει να φοβούνται τις πλάτες του, δεν ξέκοψε από το ρεπορτάζ. Άρχιζε τα τηλέφωνα από το πρωί. Το κινητό του χτυπούσε ασταμάτητα κι αυτός το σήκωνε, γιατί ποτέ δεν ξέρεις. Εφη­μεριδάκιας. Μύριζε το φρεσκοτυπωμένο μελάνι, χάιδευε το χαρτί. Στο σπίτι δεν άγγιζε τις εφημερίδες που ξεφύλλι­ζε η γυναίκα του η Τέτα, γιατί του ανακάτευε τα ένθετα και μπέρδευε τις σελίδες. Το έλεγε για να την πειράξει, αλλά το πίστευε.

Κι ενώ σε μια πρώτη επαφή έδειχνε προσηνής και ευπροσήγορος, καλό παιδί, όπως το έθετε η γιαγιά Ευθαλία, που τον ήξερε από την καλή και την ανάποδη, δεν δίσταζε να σηκώσει τ’ άρματα, όταν το απαιτούσε η περίσταση. Κι αυτό γινόταν ιδίως στις συσκέψεις. Οι από κάτω πρέπει να ξέρουν πως τους κυβερνά σταθερό χέρι ήταν το μότο του. Γάβγιζε στους αρχισυντάκτες. Μία ευυπόληπτη συντάκτρια μά­λιστα θεάθηκε να κλαίει στην τουαλέτα ύστερα από μια κρίσιμη συνάντηση. Πάντως τη δουλειά του την έκανε και, όπως μαρτυρούσαν οι ειδήμονες, την έκανε καλά.

Είχε λόγο σε όλα. Από το πρωτοσέλιδο ως τις λεζάντες. Τίποτε δεν του ξέφευγε, ξεκοκάλιζε την εφημερίδα, ακόμα και τα ωροσκόπια, που αποκαλύφθηκαν πατρόν. Ορισμέ­νοι σχολίασαν την ασημαντότητα του θέματος, όμως τους κόπηκε το γέλιο στη μέση. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, τον υπολήπτονταν. Ήταν παρών στα δύσκολα, κρατούσε τιμόνι, δεν άφηνε ακάλυπτους τους συνεργάτες του. Ήξερε ποιος δουλεύει και ποιος ξύνεται. Επιβράβευε φωναχτά και δη­μόσια. Αν χρειαζόταν, έκανε τον απρόσεχτο σκουπίδι στο γραφείο του.

Ζούσε με χρόνια υπερκόπωση. Γυρνούσε αργά, έφευγε νωρίς. Πίστευε ότι τα ισορροπεί όλα. Ώσπου η Τέτα, τη χρονιά που ο Μηνάς ήταν προνήπιο, κάθισε ένα βράδυ στον καναπέ του σαλονιού και τον περίμενε. Άνοιξαν κρα­σί κι η Τέτα του ανακοίνωσε:

– Σήμερα το πρωί, την ώρα που πήγαινα το παιδί στο σχολείο, με ρώτησε: Μαμά, έχει πεθάνει ο μπαμπάς; Ήθελε να ξέρει αν ζεις, επανέλαβε. Έχει να σε δει πέντε μέρες.

Ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι, χωρίς να πιει γουλιά.

– Κανόνισε την πορεία σου, προειδοποίησε.

Από τη μέρα εκείνη ο Γεωργίου έβαλε πρόγραμμα να αφιερώνει στον Μηνά τα Σάββατα. Πήγαιναν οι δυο τους στον ζωολογικό κήπο, στα μουσεία, στα πάρκα. Έτρωγαν οι τρεις τους στην τραπεζαρία με το καλό σερβίτσιο και τραπεζομάντιλο. Ψητό της κατσαρόλας, ρύζι στο φορμάκι, σάλτσα με τριμμένο καρότο, πατάτες τηγανητές. Ο κόσμος να γυρνούσε ανάποδα, δεν χαλάλιζε Σάββατο για δουλειά. Το είπε και το κράτησε.

Παρακολουθούσε το παιδί που μεγάλωνε. Να η φωτογραφία με τον κουτσοδόντη Μηνά στο ψυγείο. Χιονάν­θρωπος στη χριστουγεννιάτικη γιορτή της Α Δημοτικού. Το ραβασάκι που βρήκε στην τσάντα του η μαμά, γραμμέ­νο από συμμαθήτρια, με το επιτακτικό ερώτημα «Μηνά, θα με παντρευτείς;» και την καρδιά με το βέλος. Οι έλεγ­χοι με το πλήρες είκοσι. Τα dvd από τις διακοπές. Η πρώτη του συναυλία στο Terminal. Τα αριστεία.

Δεν το διαλαλούσε, όμως το πίστευε. Ο γιος του ξεχώρι­ζε. Ψηλός, ωραίος, υγιής. Φρέσκο μυαλό, με απρόοπτα πε­τάγματα και κρυφές εμμονές. Ξημεροβραδιαζόταν στο δωμάτιό του, δεν είχε πολλούς φίλους. Αυτό είχε πάψει να τον απασχολεί, γιατί είχε μεγαλύτερη φουρτούνα στο κεφάλι του. Η Τέτα είχε αρχίσει να προετοιμάζει τον περίγυ­ρο: ο Μηνάς δεν θα περνούσε στο πανεπιστήμιο. Δεν τον ενδιέφερε να σπουδάσει. Πού να το πεις και να σε πιστέ­ψουν; Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, έτσι δεν θα έλεγε, αν η ιστορία αφορούσε κάποιον άλλο; Η Τέτα ζοριζόταν και το έδειχνε. Έπρεπε να δηλώσει την αποτυ­χία του παιδιού – συνεπώς, τη δική της αποτυχία– σ’ όλες τις μανάδες των συμμαθητών που μισούσε να βλέπει.

Και το χειρότερο: είχαν εξαντληθεί τα επιχειρήματα. Δεν θα βρεις δουλειά, το πτυχίο είναι σήμερα Απολυτήριο Γυμνασίου. Θα μείνεις ξύλο απελέκητο. Θα πουλήσουμε το σπίτι και θα σε στείλουμε έξω, όπου θέλεις. Κρίση ξε­κρίση, θα τα καταφέρουμε. Τι θα τα καταφέρουμε, γκρίνιαζε η Τέτα στα κρυφά. Που έβλεπε ειδήσεις κι έχασε τον ύπνο της, 80.000 ευρώ όλα κι όλα, είκοσι χρόνια δουλειάς κι αυτό ήταν το απόθεμα στην τράπεζα. Ακόμα κι αν τους έλεγε ναι αύριο, δεν θα έφταναν για να σπουδάσει έξω το παιδί.

Δεν άντεξε, τα σήκωσε απ’ την Εθνική, ταξίδεψε ως την Κύπρο να τα καταθέσει. Όμως το επιτόκιο την έτσουξε, δεν μας τα φέρνετε εδώ για το επιτόκιο, της πέταξε η υπεύθυνη αφ’ υψηλού. Η Τέτα άρπαξε το βιβλιάριο κι έκοψε τις ευ­γένειες με τη βλαμμένη. Με την επιστροφή, ενημέρωσε τον Μηνά ότι τα λεφτά για τις σπουδές του ήταν ασφαλή.

Ούτε που τον ένοιαξε. Ο Μηνάς είχε το πείσμα του σο­γιού της Τέτας, πήρε από την Ευθαλία και το ποντιακό της το κεφάλι, το αγύριστο. Κι όσο περνούσανε οι μήνες, τόσο καταλάβαινε ο Γεωργίου πως όλα αυτά δεν ήταν θέατρο, πόζα του μικρού. Ως και το σχολείο του επισκέφθηκε, μαζί με την Τέτα, αυτός που δεν είχε πατήσει τόσα χρόνια. Άκουσε τις καλές κυρίες να του περιγράφουν το πρόβλη­μα, όμως καμία δεν πρότεινε λύση. Νοιάζονταν μάλλον, αλλά αυτό δεν έφτανε.

Η Τέτα πήγε και την επομένη για να συναντήσει ειδικά τον Σουκιούρογλου. Εκείνος τη διαβεβαίωσε ότι θα προ­σπαθήσει να το χειριστεί. Η Τέτα ήξερε από παλιά πως ο Σουκιούρογλου δεν είχε τα λόγια εύκολα. Αν έλεγε κάτι, το εννοούσε πλήρως, όμως η μάνα ήθελε να λάβει υποσχέ­σεις κι ο καθηγητής δεν ήταν διατεθειμένος ν’ ανοίξει πε­ραιτέρω το στόμα του.

Ο Γεωργίου ήταν έως παρεξηγήσεως δίκαιος. Αν ήσουν φίλος του, υπέφερες. Δεν ήθελε να του προσάψουν εύ­νοια σε ημέτερους. Φρόντιζε να αντιλαμβάνονται όλοι πως η εφημερίδα δεν ήταν βιλαέτι κανενός. Άνθρωπος της πιάτσας, ήξερε πού να τηλεφωνήσει για την είδηση. Να κάνεις κόμμα με τον χαζό, ήταν η συμβουλή στους μαθη­τές του, νεότατους δημοσιογράφους που έπιναν νερό στο όνομά του. Κόμμα με τον χαζό, σήμαινε να τους ακούνε όλους και να μην ανοίγουν πουθενά το στόμα τους. Ο δημοσιογράφος δεν μιλά, τους συμβούλευε, αυτά είναι για τους τηλεοπτικούς που ακκίζονται στο γυαλί κι από ρεπορτάζ ξέρουν την τύφλα τους

Ξορκίζοντας ένα άλλο φάντασμα (λίγα λόγια για την υπόθεση του μυθιστορήματος)

Η Σοφία Νικολαΐδου στο ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΟΙ ΕΛΕΦΑΝΤΕΣ πηγαίνει λίγο πιο πίσω τον χρόνο και τα βάζει με ένα φάντασμα της πόλης: αυτό του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ που μια μαγιάτικη Κυριακή του 1948 βρέθηκε νεκρός από σφαίρα να επιπλέει δεμένος χειροπόδαρα στα νερά του Θερμαϊκού.

Η υπόθεση προκάλεσε μεγάλη αναταραχή, ο αμερικανικός Τύπος την είχε πρωτοσέλιδη επί οκτάμηνο, ο πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης «είχε επιληφθεί προσωπικώς». Το αποτέλεσμα ήταν να ριχτεί άρον άρον η ευθύνη στους κομμουνιστές και να καταδικαστεί ο δημοσιογράφος Γρηγόρης Στακτόπουλος (ο οποίος ελάχιστη σχέση είχε μαζί τους) σε ισόβια κάθειρξη ως βασικός υπαίτιος της δολοφονίας, μαζί με δύο μέλη του ΚΚΕ που καταδικάστηκαν ερήμην, τους Αδάμ Μουζενίδη και Βαγγέλη Βασβανά. Στην περίπτωση του Στακτόπουλου δεν υπάρχει πια κανένας που να αμφιβάλλει για την αθωότητά του· έχουν γραφτεί άλλωστε πολλά βιβλία γι' αυτό, ανάμεσά τους και ο «Φόνος στον Θερμαϊκό» του Εντμουντ Κήλυ. Η ελληνική Δικαιοσύνη έχει όμως σθεναρά αποκρούσει τις αιτήσεις για αναψηλάφηση της δίκης, τρεις από τις οποίες έγιναν μετά το 2001.

Η Σοφία Νικολαΐδου, στο μυθιστόρημά της βάζει πολλά πρόσωπα να μιλούν: μιλά η πόντια μάνα του Στακτόπουλου, η αδελφή του, η νεαρή ελληνίδα χήρα του Πολκ και η αμερικανίδα μητέρα του, ο καθηγητής αγγλικών του καταδικασθέντος, ο διευθυντής της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ένα στέλεχος του Φόρεϊν Οφις, ο δικηγόρος του Στακτόπουλου κ.ά. Τα ονόματα είναι αλλαγμένα - ο Στακτόπουλος λέγεται εδώ Μανόλης Γκρης και ο Πολκ είναι ο Τζακ Τάλας -, αλλά όλα τα άλλα βασικά στοιχεία αποτυπώνουν με ακρίβεια την πραγματικότητα.

Όμως η Νικολαΐδου προχωρά συνδέοντας το χθες (2008) με το σήμερα όπως είχε κάνει και το 2010 με το μυθιστόρημά της για τους δωσίλογους στην ακαδημαϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης («Απόψε δεν έχουμε φίλους», εκδ. Μεταίχμιο). Τώρα εκτυλίσσεται μια παράλληλη ιστορία, τοποθετημένη το 2010: ένας έφηβος της Γ' Λυκείου, ο Μηνάς, ενώ ήταν πάντα ο καλύτερος μαθητής της τάξης, αιφνιδίως αλλάζει ρότα, σταματά να κυνηγά τους βαθμούς και αρνείται να δώσει Πανελλαδικές Εξετάσεις. Οι ελπίδες των δικών του εναποτίθενται στον σχολικό καθηγητή του της Ιστορίας, τον Μαρίνο Σουκιούρογλου, πρώην πανεπιστημιακό που ήρθε σε ρήξη με άλλους καθηγητές στο Αριστοτέλειο και αποχώρησε. Ο Σουκιούρογλου (ήρωας και στο προηγούμενο μυθιστόρημά της) είναι σκληρός αλλά και ο καθηγητής που θαυμάζουν όλοι οι μαθητές - ιδιαίτερα ο Μηνάς. Για να τον κάνει να επιστρέψει στο διάβασμα του αναθέτει, αντί οποιασδήποτε άλλης εξέτασης στο μάθημα, να γράψει μια εργασία για την υπόθεση Πολκ. Ο Μηνάς, ο οποίος έχει πατέρα δημοσιογράφο με καλό αρχείο και γνωρίζει μέσω της φιλενάδας του τον γηραιό δικηγόρο του Στακτόπουλου-Γκρη, μπαίνει για τα καλά στο παιχνίδι.

[ΠΗΓΗ: Μανώλης Πιμπλής ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012]