Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Οι υπέρ πατριώτες, οι σούπερ χριστιανοί και η ανοχή στη βαρβαρότητα

Οι πατριδοκάπηλοι, που μετρούν ήδη δυόμισι χιλιετιών ζωή, (υπο)δηλώνουν τα (υπερ)αισθήματά τους αποκλειστικά και μόνο όταν ξέρουν πως έχει στραφεί επάνω τους το συλλογικό βλέμμα

Παλιά ξινή ιστορία το εμπόριο της πατρίδας - οποιασδήποτε πατρίδας, μιας και δεν έχουμε εδώ ελληνική πατέντα ή εθνικό προνόμιο. Και επάγγελμα αρχαίο οι πραματευτές του πατριωτισμού, οι οποίοι, από την παντοειδή ασφάλειά τους συνήθως και από το ύψος του αξιώματός τους ή της οικονομικής τους ισχύος, εξαπολύουν δεοντολόγια και καθηκοντολόγια για τους λεγόμενους «απλούς ανθρώπους» αυτού του κόσμου. Το γεγονός ότι για τη λέξη «πατριδοκαπηλεία» ξέρουμε και πότε ήταν τα γεννητούρια της (29 Σεπτεμβρίου 1889) και ποιος υπήρξε γονιός και νουνός ταυτόχρονα (η «Νέα Εφημερίδα»), δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι αυτό το άθλιο άθλημα είναι του 19ου αιώνα, και μάλιστα του τέλους του. Αλίμονο. Οι Κλέωνες μετρούσαν ήδη τότε ζωή δυόμισι χιλιετιών.

Και οι πατριδοκάπηλοι βέβαια δεν πρωτοεμφανίστηκαν μόλις το θλιβερό 1897, όταν τους ονόμασε έτσι η «Ακρόπολις» του έτους που ακολούθησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Απλώς τότε βρισκόμασταν και πάλι σε έναν από τους συνήθεις παροξυσμούς λεκτικής φιλοπατρίας, που τους πληρώνουν πανάκριβα όχι οι ρήτορες αλλά οι σιωπηλοί· όσοι πρέπει να χάσουν τη ζωή τους για να συγκαταριθμηθούν στους πατριώτες….

Θα πρέπει λοιπόν να είχε φτάσει στα όριά του κάποια στιγμή ο χλευαστής Γεώργιος Σουρής, να μην άντεχε άλλο την ατελεύτητη πατριδοκαπηλία, για να θεωρήσει υποχρέωσή του να δηλώσει με το ποίημά του «Εις την πατρίδα» ότι αυτός, όχι, δεν είναι πατριώτης, δεν θέλει να είναι στρατιωτάκι στις φάλαγγες της καπηλικής φιλοπατρίας. Αφού οι πατριώτες είναι αναρίθμητοι, σκέφτηκε, και κυρίως φωνακλάδες, δεν θα ταραχτεί ιδιαίτερα η ισορροπία των πραγμάτων αν βρεθεί κι ένας να δηλώσει μη πατριώτης. Και ιδού οι οχληροί στίχοι του, που ασφαλώς δεν του στέρησαν την ελληνική του ιθαγένεια ή την εν γένει ελληνικότητά του:

«Ελλάς πατρίς μου, δεν σ’ αγαπώ,
για σε δεν καίω κι εγώ λιβάνι,
πάντα για σένα κακά θα πω,
κι ούτε σου πλέκω ποτέ στεφάνι.
Όμως συγχώρει τον μισητόν,
πατρίς γλυκεία και τροφοδότις,
κι εις τόσο πλήθος πατριωτών
ας είναι κι ένας μη πατριώτης».

Με τους πολύ πατριώτες, τους πολύ Έλληνες, συμβαίνει ό,τι ακριβώς και με τους πολύ χριστιανούς (ή τους πολύ θρήσκους εν γένει): Τα αισθήματά τους δηλώνονται (πληθωριστικά) αποκλειστικά όταν ξέρουν πως έχει στραφεί πάνω τους το συλλογικό βλέμμα, είτε στην εκκλησία του δήμου βρίσκονται είτε στην εκκλησία του Αϊ-Δημήτρη. Τότε φλυαρούν, τότε φωνασκούν, τότε εξαπολύουν ρητά, από αυτά που μετά κόπου αποστήθισαν, να τα έχουν έτοιμα για ανάλογες περιπτώσεις. Κι αν οι πολύ χριστιανοί κάνουν διπλά και τριπλά τα σταυροκοπήματα και μέχρις εδάφους τις μετάνοιές τους για να ελπίζουν αφενός σε μια μεταθανάτια μη υλική ανταπόδοση, αφετέρου στο εύγε των συγχωριανών τους (οπότε και πάλι τα πράγματα είναι μη υλικά), οι πολύ Έλληνες, οι πανηγυρικώς και διά φωνασκιών Έλληνες, δεν έχουν καλές σχέσεις με τα άυλα. Και προτιμούν μια ανταπόδοση απτή από την «τροφοδότιδα» πατρίδα: ένα σοβαρό πολιτικό αξίωμα για να σώσουν επιτέλους την Ελλάδα (που αν δεν έχει από αυτούς να περιμένει, πού αλλού να βρει ν’ ακουμπήσει;), δυο γαλόνια παραπάνω ή και μια στραταρχική ράβδο, μια θέση στη λίστα του αρχηγού για τις επόμενες εκλογές, α, και ένα συχωροχάρτι για ό,τι αντιπατριωτικό πράττουν ενόσω η γλώσσα τους πατριδορητορεύει.

Πατριώτες, για να μην πω υπερπατριώτες, θα πρέπει να ’ναι κι αυτοί οι 54.246 ευγενείς συνέλληνες που σε καιρούς ρημαγμένους επέλεξαν να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τα εν κινδύνω πάτρια εδάφη και να τους εξασφαλίσουν την ελβετική προστασία. Και να πεις πως είναι μόνο εκ κληρονομίας πλούσιοι; Όχι. Και ταξιτζήδες υπάρχουν ανάμεσά τους· και αγρότες που πολύ βολεύτηκαν με τους μετανάστες ενόσω οι ίδιοι απολάμβαναν την παρέα του καφενείου ή τη ζάλη του σκυλάδικου (ναι, για τους ίδιους μετανάστες πρόκειται που τώρα τους καταδίδουν σαν «παράνομους», για να γλιτώσουν και τα οφειλόμενα)· και γιατροί που βαρέθηκαν ν’ ακούνε ρομάντζα για τον Ιπποκράτη· και πάσης φύσεως καλλιτέχνες… και ρασοφόροι που κρίνουν σοβαρότερη την επί γης ζωή· και εφοριακοί που, μπερδεμένοι από τις συνεχείς αλλαγές της φορολογικής νομοθεσίας, «αυτοσχεδιάζουν»· και δημοσιογράφοι που διαφώτισαν και κηδεμόνευσαν τον λαό από τρία - τέσσερα γερά πόστα και από ισάριθμες θέσεις παχυλής αργομισθίας στο γενναιόδωρο Δημόσιο, που τις καπάρωσαν χάρη στα κομματικά τους κονέ· και, και... Και πολιτικοί, βεβαίως βεβαίως. Παρανόμως πλουτίσαντες και οφσορίως επενδύσαντες όσα τους πρόσφερε η πατρίς ευγνωμονούσα. Και ευπατρίδες φυσικά, στυλοβάτες του έθνους, «σημαίνοντες Ελληνες» κ.ά.

Όλοι ετούτοι, ταπεινοί θιασώτες του δόγματος «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα», θα πατριδολογούν σίγουρα ακατασχέτως στις παρέες τους, στους υφισταμένους τους, στους εργάτες τους, στους ασθενείς τους, στους πελάτες τους. Θα φλυαρούν υπέρ πατρίδος από μικροφώνου, από εντύπων στηλών, από τηλεοράσεως, ενδεχομένως και από άμβωνος. Θα ρητορεύουν για το χρέος, για τις θυσίες που πρέπει να γίνουν, α, και για τη φορολογική συνείδηση που πρέπει επιτέλους να αποκτήσει ο απείθαρχος Ελλην.

Αν αυτοί είναι οι πατριώτες, και αν υπερπατριώτες είναι τα ναζιστοειδή, πώς να μη δηλώσει κανείς οπαδός του Σουρή;
[ΠΗΓΗ: Παντελής Μπουκάλας, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14-10-2012]


Τα φαινόμενα εκφασισμού της κοινωνικής και πολιτικής ζωής αποτελούν πια μέρος της καθημερινότητάς μας και παρουσιάζονται ως ένα από τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης, αλλά δεν μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά αν προηγουμένως δεν ξεπεράσουμε την κρίση πολιτισμού και παιδείας.

Στο Αφγανιστάν οι Ταλιμπάν πυροβολούν εν ψυχρώ μια 14χρονη που τολμά να διεκδικήσει το δικαίωμα των κοριτσιών στην εκπαίδευση. Στην Ελλάδα δεν φθάσαμε στο σημείο ακόμη να πυροβολούμε όσους θεωρούμε ότι δεν συμφωνούν με τις απόψεις μας - αν και δεν απέχουμε πολύ - αλλά με περισσή ευκολία ο υπουργός Εσωτερικών υποκύπτει στις ρατσιστικές απειλές των χρυσαυγιτών και ζητεί στοιχεία για τους αλλοεθνείς και μετανάστες που πηγαίνουν στους παιδικούς σταθμούς! Και στην Ιερά (!) οδό χρυσαυγίτες τραμπούκοι μαζί με αγανακτισμένους χριστιανούς ξυλοκοπούν και καθυβρίζουν όσους τόλμησαν να πάνε σε μια θεατρική παράσταση που θεωρούν ότι θίγει τα... σεπτά χριστιανικά τους ήθη.

Λίγες ημέρες πριν στη διαδήλωση που οργάνωσαν οι συνδικαλιστές και τα κόμματα της Αριστεράς κατά της επίσκεψης Μέρκελ κάποιοι άλλοι τάχα μου ευφάνταστοι εργατοπατέρες ντύθηκαν με στολές ναζί για να δείξουν, υποτίθεται, την αντίθεσή τους στην πολιτική της γερμανίδας καγκελαρίου δίνοντας τροφή για κακεντρεχή σχόλια στα διεθνή ΜΜΕ. Μόνο που οι αγανακτισμένοι συνδικαλιστές μας ξέχασαν ότι οι ναζί δεν βρίσκονται στη γερμανική Βουλή αλλά στην ελληνική, κυκλοφορούν κι οπλοφορούν δίπλα μας, απειλούν και τραμπουκίζουν, λες και η χώρα βρίσκεται υπό την κατοχή τους... Εν ονόματι του αντιμνημονιακού και αντιγερμανικού αγώνα κάποιοι τους ανέχθηκαν, τους νομιμοποίησαν, τους έδωσαν γήπεδο να επιδείξουν τη βαρβαρότητα, το μίσος και τον ρατσισμό τους.

Ας μη γελιόμαστε όμως. Δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια περιθωριακά φαινόμενα, με κάποιους λίγους φανατικούς που ξεσπαθώνουν εναντίον κάποιου θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου ή βιβλίου που θεωρούν ότι προβάλλει την πίστη τους. Τα φαινόμενα εκφασισμού της κοινωνικής και πολιτικής ζωής αποτελούν πια μέρος της καθημερινότητάς μας. Η βία και ο ρατσισμός ξεκινούν από τους μετανάστες, που αποτελούν το πιο ευάλωτο κομμάτι, και επεκτείνονται διαρκώς σε ομάδες και πρόσωπα που οι ιδέες τους, η συμπεριφορά τους, ο τρόπος ζωής τους ενοχλούν τους φύλακες της ηθικής, της θρησκείας, της πατριδοκαπηλίας. Και όσο η σιωπηλή πλειοψηφία, βυθισμένη στη μιζέρια και στα προβλήματά της, τα προσπερνά ή και τα ανέχεται, τόσο θα διογκώνονται, τόσο θα δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα.

Γιατί πίσω και πέρα από την οικονομική κρίση υπάρχει μια κρίση πολιτισμού και Παιδείας. Που συγκαλύφθηκε ή αγνοήθηκε στα χρόνια της ευμάρειας, αφού έβρισκε διεξόδους ανομίας στη μαγκιά και στον νεοπλουτισμό, που μπορεί να ενοχλούσαν αλλά δεν άγγιζαν την κοινωνική συνοχή, δεν απειλούσαν ευθέως την καθημερινότητά μας. Τώρα, όμως, με αφορμή και ευκαιρία την κρίση, όλο αυτό το κλίμα που υπέβοσκε βγήκε στον αφρό. Το βλέπουμε, το ζούμε δίπλα μας. Και αν δεν καταλάβουμε ότι δεν γίνεται η πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση να ταυτίζεται με τον τραμπουκισμό, η κριτική και η διαφωνία με τη λογοκρισία και την αυτοδικία, η ιδιαιτερότητα με τον κανιβαλισμό, θα βρεθούμε πολύ γρήγορα μπροστά σε φαινόμενα που ούτε καν είχαμε φανταστεί... Γιατί την οικονομική κρίση μπορεί να την αντιμετωπίσουμε, αλλά αν δεν ξεπεράσουμε την κρίση ταυτότητας και πολιτισμού θα είμαστε πάντα μια χώρα χωρίς μέλλον...
[ΠΗΓH – Πολυμίλης Σήφης - στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 14-10-2012]