Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ: η εξέλιξη της ανθρωπότητας έγινε δυνατή μόνο και μόνο επειδή κάποιοι τόλμησαν να πουν όχι

Έχω συνείδηση των λιγοστών που ξέρω και των πολλών που αγνοώ. Με αυτά τα λίγα που ξέρω, καταλαβαίνω ότι ζω σ’ έναν κόσμο όλο σκιές, με ορισμένα τμήματα πιο φωτεινά κι άλλα βυθισμένα στο απόλυτο σκοτάδι… Το αληθινά σημαντικό είναι να ξέρω,  αν θα τολμήσω ή όχι να αμφισβητήσω κάποιον απ’ τους κανόνες, όταν η πραγματικότητα το απαιτεί…

Αυτή είναι η ιστορία ενός φανταστικού ταξιδιού από την άγνοια, απ’ όπου όλοι ξεκινάμε, προς τη σοφία, όπου δε φτάνουμε ποτέ. Ας αποδεχτούμε την πρόσκληση κι ας ξεκινήσουμε, με συνοδό τον Χόρχε Μπουκάι, την επικίνδυνη εξερεύνηση της ψυχής και του μυαλού. Και είναι, πράγματι, πολύ δύσκολο να σπάσουμε τον καθρέφτη και να ξεχάσουμε την ασχήμια, για να δεχτούμε την αλήθεια!

 
Η εξέγερση του ανθρώπου που αναζητά

Αυτή η συνείδηση του «εν οίδα ότι ουδέν οιδα» -ίδιον του κάθε ανθρώπου που ψάχνει- τον κάνει, αφενός, να βρίσκεται σε μια διαδικασία αναζήτησης, αλλά και τον υποχρεώνει, αφετέρου, να αμφισβητεί τα καθιερωμένα. Όταν ξέρεις τι αγνοείς, η έρευνα θα περάσει απ’ την αναζήτηση όσων ξέρουν οι άλλοι, για να καταλήξει στην αμφισβήτησή τους. Μόνον έτσι θα πας μακρύτερα και θα βρεις το κουράγιο να δοκιμάσεις νέους δρόμους, κόντρα στους δικούς σου περιορισμούς και κόντρα στις ξένες προκαταλήψεις.

Η λύση για τους περιορισμούς μας δεν βρίσκεται στην ιδέα της απόλυτης εξέγερσης κατά της κοινωνικής δομής στο σύνολό της. Αυτό θα ήταν τόσο παράλογο σαν να σκεφτόμαστε μια απόλυτη και διαρκή απομόνωση, που να «μας προστατεύει από την τοξική επαφή με το μολυσματικό εξωτερικό περιβάλλον (όπως προτείνουν οι περισσότερες σέχτες και ουκ ολίγες φονταμενταλιστικές θεωρίες).

Είναι βέβαιο ότι χρειαζόμαστε τους άλλους, έστω κι αν ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτή η αγελαία τάση του ανθρώπου οφείλεται στο ότι έχουμε εκπαιδευτεί έτσι από γονείς, μεγαλύτερα αδέλφια, δασκάλους και καθηγητές. Μ’ άλλα λόγια, είμαστε όντα κοινωνικά, κι αυτό το αποδέχονται ακόμα κι όσοι ερμηνεύουν αυτή τη τάση μας ως μια «αναγκαία» πολιτισμική χειραγώγηση που επενεργεί επάνω μας από την παιδική μας ηλικία μειώνοντας την τάση προς την ατομικότητα, σε μια επιδίωξη ενός μελλοντικού οφέλους.

Ωστόσο, πολλοί έγκριτοι κοινωνικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η τάση μας να συμβιώνουμε υπάρχει μάλλον στην ουσία του ανθρώπου, ανεξαρτήτως των πρακτικών του αναγκών. Διαβεβαιώνουν ότι η γένεση κάθε «ανθρώπινου» χαρακτηριστικού του είδους μας, στηρίζεται στο ενδιαφέρον μας για συναισθηματική επαφή με τους άλλους.

Όπως κι αν έχει, πάντως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι από την ενεργητική σχέση των ατόμων με την ομάδα στην οποία ανήκουν, προκύπτουν οι συνήθειες, τα ήθη και ό,τι άλλο είναι προφανές για κάθε κοινωνία. Μια οικοσκευή με αντικείμενα που, κατά κάποιον τρόπο, υπάρχουν για να μας διευκολύνουν το δρόμο.

Όλα όσα ξέρουμε χωρίς να ξέρουμε το πώς τα ξέρουμε (κάτι που υπερκαλύπτει αυτό που αποκαλούμε πολιτισμό), μας χρησιμεύουν στο να μην ξανασκεφτόμαστε –ξανά και ξανά – τα πράγματα από την αρχή.

Είναι επίσης αλήθεια ότι αυτές οι γνώσεις που αποκτάμε πριν ακόμα μπορέσουμε να τις κατανοήσουμε, μας καθορίζουν ως προς το πώς βλέπουμε τον κόσμο, μέσω των εντολών που περιέχουν και των ελευθεριών που περιορίζουν.

Παρόλα αυτά, σημασία δεν έχει να καταλάβουμε αν πρέπει ή δεν πρέπει να υπάρχουν κανόνες στην εκπαίδευση ή αν πρέπει ή δεν πρέπει να υπάρχει η –αναπόφευκτη- επίδραση των γονιών μας πάνω μας (θα ήταν σαν ν’ αναρωτιόμασταν αν είναι καλό να υπάρχει πολιτισμός)

Το αληθινά σημαντικό, είναι να ξέρουμε αν θα τολμήσουμε ή όχι να αμφισβητήσουμε ή και να απειθαρχήσουμε σε κάποιον από τους κανόνες, όταν έρθει η στιγμή και η πραγματικότητα το απαιτήσει.

Ακόμα κι αν δεχτούμε κάποιους όρους ως αναπόφευκτους, και γνωρίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να απεξαρτηθούμε εντελώς από αυτούς, μπορούμε πάντα να αγωνιστούμε ώστε εκείνες οι «έξωθεν» ή «εγκάθετες» λογοκρισίες να μην καθορίσουν απολύτως τις αποφάσεις μας.

Ως ψυχοθεραπευτής και ειδικός σε ζητήματα υγείας, μπορώ να βεβαιώσω ότι η υγιής ανάπτυξη του ανθρώπινου ψυχισμού συναρτάται άμεσα με τη διεκδίκηση της αυτονομίας.

Η λέξη «αυτονομία» προέρχεται από το αυτό (από ή για μένα τον ίδιο) και το νόμο (= κανόνας). Αυτόνομος, συνεπώς, είναι εκείνος που ορίζει μόνος του και καθορίζει ελεύθερα τους δικούς του κανόνες. Τόσο ελεύθερα, που θα μπορούσαν ακόμα και να συμπίπτουν με τους νόμους της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει… Τόσο ελεύθερα, που θα μπορούσε να υποκύψει στην τάση του να τους τιμά και να τους σέβεται…

Δεν θα ήθελα αυτό που μόλις είπα να ταυτιστεί με την απλή και τρέχουσα έννοια της εξέγερσης, ούτε και εννοώ την ανταρσία ή κάποιου άλλου τύπου «απειθαρχία». Μιλώ για μια συμπεριφορά απολύτως υπεύθυνη –δηλαδή, για μια απόφαση για την οποία προτίθεμαι να λογοδοτήσω. Μιλώ για δημιουργική σκέψη. Μιλώ για τη διατήρηση των αρχών και της συμπεριφοράς μου σ’ ένα επίπεδο ανώτερο από αυτό της τυφλής υπακοής, αλλά επίσης απομακρυσμένο από τη δίδυμη αδελφή της, την (τυφλή) ανυπακοή.

Ξαναλέω:

Το ότι ορίζω τους κανόνες μου, δεν πάει να πει ότι αψηφώ τους κανόνες των άλλων. Απλώς, για τους δικούς μου αποφασίζω εγώ.

Όταν αυτό γίνει μια πράξη ώριμη και ενήλικη (κι όχι μια απόπειρα εφηβικής αυτοεπιβεβαίωσης), τότε μπορεί να συμβεί –και πράγματι συμβαίνει – οι κανόνες μου να συμπέσουν με τους κανόνες του γείτονά μου.

Γιατί θα έπρεπε να παραξενευτώ; Ζούμε στον ίδιο τόπο, με παρόμοιες συνήθειες, έχουμε πολλά κοινά σημεία και υπερασπίζουμε κανόνες που καλύπτουν και τους δυο μας. Γιατί να μην πιστέψω ότι έχουμε, επίσης, κοινή ηθική και κοινή άποψη για τα ήθη;

Η ΑΝΥΠΑΚΟΗ: το καλό είναι αργό γιατί ανεβαίνει ανήφορο. Το κακό είναι γρήγορο γιατί κατεβαίνει κατήφορο (Αλέξανδρος Δουμάς)

Ξέρω ότι μπορεί να θεωρηθεί προκατάληψη, όμως η αλήθεια είναι ότι εμένα με τρομάζουν περισσότερο οι υπάκουοι παρά οι ανυπάκουοι. Ίσως λόγω κάποια περίεργης ταύτισης με την ιστορία των χαινουσών πληγών του ταλαιπωρημένου πλανήτη μας, είχα πάντα την άποψη ότι οι μεγαλύτερες καταστροφές της ανθρωπότητας που προήλθαν από ανθρώπινο χέρι, είχαν πάντα σχέση με άτομα που ισχυρίστηκαν ότι «μόνο να πειθαρχήσουν μπορούσαν» (στην καλύτερη περίπτωση, γιατί δεν βρήκαν το χρόνο ν’ αναζητήσουν άλλη επιλογή).

Είναι αλήθεια ότι ούτε οι μεγάλοι αντιστασιακοί τα πήγαν πολύ καλά, όμως μπορούμε τουλάχιστον να παρηγορηθούμε μελετώντας τι έγινε με όσους ακολούθησαν, και πώς επωφελήθηκαν άθελά τους από τη γενναιότητα των πρώτων.

Όπως ξέρουμε, σύμφωνα με το μύθο, η ιστορία της ανθρωπότητας αρχίζει συμβολικά τη στιγμή που ο Αδάμ και η Εύα παραβαίνουν την εντολή του Θεού και τρώνε τον καρπό του απαγορευμένου δένδρου. Κατά κάποιον τρόπο, εκεί κόβουν τον ομφάλιο λώρο που τους ενώνει μαζί του, σπάζουν τον αρχικό δεσμό με τη ζωή στον παράδεισο και μετατρέπονται σ άτομα.

Από εκεί ως εδώ, ο άνθρωπος συνεχίζει να εξελίσσεται σχεδόν πάντα χάρη σε πράξεις που πατάνε πάνω στον ίδιο δρόμο: της ανυπακοής. Εννοώ ότι η εξέλιξη της ανθρωπότητας έγινε δυνατή μόνο και μόνο επειδή κάποιοι άνδρες και κάποιες γυναίκες τόλμησαν να πουν όχι.

Είπαν ΟΧΙ σε κάποια απαγόρευση της επιβεβλημένης εξουσίας

Είπαν ΟΧΙ σε μια παράδοση που δεν γινόταν ν’ αλλάξει

Είπαν ΟΧΙ στις συνήθειες που ήταν επικίνδυνο να μην υιοθετήσεις

Είπαν ΟΧΙ στην καθεστηκυία τάξη, η αντίσταση στην οποία ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

Και να έχουμε υπόψη μας ότι αυτή η συμβολική άρνηση δεν είναι αποκλειστικότητα της δικής μας κοινωνίας, διότι αυτό που αντιπροσωπεύουν ο Αδάμ και η Εύα στον εβραιοχριστιανικό μύθο, ο Προμηθέας το συμβολίζει στην ελληνική μυθολογία. Ο ελληνικός πολιτισμός στηρίζει και αυτός ένα μέρος της προόδου σε μια πράξη ανυπακοής.

Κλέβοντας τη φωτιά που ως τότε μόνο οι Θεοί είχαν, για να τη δώσει στους ανθρώπους, ο Προμηθέας ανοίγει το δρόμο προς την ανάπτυξη της γνώσης και των ανέσεων του ανθρώπου. Ακριβώς όπως ο Αδάμ και η Εύα, έτσι κι ο Προμηθέας τιμωρείται για την ανυπακοή του μένοντας αλυσοδεμένος στην αιωνιότητα.

Αλλά ο Προμηθέας δεν είναι μόνο ένας άνθρωπος, είναι ένας ήρωας κι ίσως γι’ αυτό δεν μετανιώνει, ούτε ζητάει συγγνώμη. Αντιθέτως δηλώνει περήφανα: «προτιμώ να μείνω αλυσοδεμένος σ’ αυτό το βράχο, παρά να είμαι υπάκουος δούλος των θεών».

Η ελευθερία είναι μια πράξη ανυπακοής, όπως μας διδάσκει ο μύθος του Προμηθέα και το πρώτο βήμα για τη γνώση του καλού και του κακού, όπως μας διδάσκει ο μύθος της Γραφής.

Αν ένας άνθρωπος ξέρει μόνο να υπακούει, είναι σκλάβος, αλλά εάν ξέρει μόνο να είναι ανυπάκουος, είναι μνησίκακος και –όσο κι αν φαίνεται ψέμα- σε καμιά απ’ τις δύο περιπτώσεις δεν είναι ελεύθερος.

Το θάρρος της ανυπακοής

Για να βρούμε το θάρρος να απειθαρχήσουμε…

Πρέπει να μπορούμε ν’ αντέξουμε το ενδεχόμενο να μείνουμε μόνοι,

πρέπει να μη φοβόμαστε να κάνουμε λάθος,

πρέπει να έχουμε την ικανότητα να ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή αν είναι ανάγκη και

πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να πληρώσουμε το αντίτιμο της ανυπακοής μας.

Ο Έριχ Φρομ λέει ότι στο μεγαλύτερο μέρος της Ιστορίας, υπήρχε πάντα μια μειοψηφία που κυβερνούσε την πλειοψηφία, και μέσα σ’ αυτή την πραγματικότητα, οι ισχυροί είχαν κάθε συμφέρον να ταυτίζουν την υπακοή με την αρετή και την ανυπακοή με την αμαρτία.

Αυτή η ταύτιση ήταν απαραίτητη, γιατί έτσι πείθονταν όλοι πως τα ωραία πράγματα έφταναν μόνο για λίγους.

Αν τώρα – εκτός απ’ το να απολαμβάνουν τα ωραία πράγματα- οι ισχυροί ήθελαν τους άλλους για να τους υπηρετούν, υπήρχε ένα προαπαιτούμενο βήμα: η πλειοψηφία έπρεπε να μάθει να υπακούει.

Χωρίς αμφιβολία, συνεχίζει ο Φρομ, η υπακοή μπορεί να εξασφαλιστεί με τη βία, όμως, αυτή η μέθοδος έχει πολλά μειονεκτήματα. Πρώτον, επικρέμαται μια διαρκής απειλή ότι κάποια μέρα οι πολλοί μπορεί να αποκτήσουν τα μέσα για να ανατρέψουν τους λίγους. Δεύτερον, διότι το κόστος αυτής της υποταγής είναι πολύ υψηλό σε χρήματα και σε ζωές υπηρετών. Και τέλος, επειδή υπάρχουν πολλές δουλειές που δεν μπορούν να γίνουν σωστά αν η υπακοή στηρίζεται μονάχα στο φόβο.

Η υπακοή έπρεπε, συνεπώς, να μετασχηματιστεί σε κάτι που θα εκπηγάζει από το εσωτερικό το ανθρώπου. Οι λιγότερο προνομιούχες τάξεις όφειλαν όχι μόνο να επιθυμούν, αλλά και να αισθάνονται την ανάγκη να υπακούουν, αντί να το κάνουν μόνο από το φόβο των αντιποίνων.

Για να πετύχει κάτι παρόμοιο η εξουσία έπρεπε να ενσωματώσει τα χαρακτηριστικά του Υπέρτατου Καλού, της Ύψιστης Σοφίας και, μ’ όλα αυτά κερδισμένα, να μετονομάσει την ανυπακοή σε αμαρτία και την υπακοή σε αρετή. Προκύπτει αναπόφευκτα το ερώτημα, για ποιο λόγο κάποιος θα δεχόταν να ταυτίσει την υπακοή με κάτι καλό ή επιθυμητό και η καλύτερη απάντηση, μάλλον, είναι αυτή που δίνει ο ίδιος ο Φρομ:

«Μόνο αν αποφασίζαμε ότι η άνευ όρων υπακοή αποτελεί για μας μια ηθελημένη και ευγενή απόφαση, θα μπορούσαμε να ζήσουμε υποταγμένοι χωρίς να σιχαινόμαστε τον εαυτό μας για τη δειλία μας»

Αλλά αν εξετάζαμε προσεκτικά τα κίνητρα και τα ψυχολογικά πλεονεκτήματα του υπάκουου, μπορεί και να εντοπίζαμε κι άλλες πλευρές:

Όποιος απλώς υπακούει, ποτέ δεν νιώθει μόνος. Η εξουσία τον συντροφεύει ενώ ταυτοχρόνως τον παρακολουθεί. Καθώς πηγαίνει εθελοντικά με το μέρος εκείνου που διατάζει, ο υποταγμένος συμμετέχει, έστω και δευτερευόντως στην εξουσία στην οποία υποτάσσεται. Κατά κάποιον τρόπο νιώθει σίγουρος και προστατευμένος γιατί μοιράζεται με τον ισχυρό την ίδια «αλήθεια» κι αυτό του δίνει μια αίσθηση δύναμης.

«Όποιος υπακούει, ποτέ δεν λαθεύει» λέει μια λαϊκή παροιμία, διότι, ακόμα κι αν λάθευε, το σφάλμα δεν θα ήταν δικό του αλλά της εξουσίας που αποφάσισε στη θέση του. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε την τάση του αδαούς να υπακούει και τα προβλήματα που προξενεί ο άνθρωπος που αναζητά με τη φυσική του τάση ν’ αμφισβητεί

Όταν ένας οπαδός της αναζήτησης τολμάει όχι μόνο να αντιταχθεί στους κανόνες της εξουσίας αλλά, επιπλέον, αποφασίζει να δημιουργήσει και δικούς του κανόνες, τότε, όχι μόνο γίνεται ανυπάκουος αλλά επίσης, ορίζεται ενώπιον όλων ως μία εν δυνάμει απειλή για την κατεστημένη τάξη.

Μπροστά σ’ ένα απολύτως αυτόνομο άτομο, η κοινωνία διαισθάνεται να κινδυνεύει από μια ελευθερία που αμφισβητεί τους κανόνες και μπορεί να γίνει επιλογή των πολλών.

Λέει ο άνθρωπος που αναζητά: δεν έχω σκοπό να σου επιβάλλω τις αξίες μου, σέβομαι τις δικές σου κι εσύ μπορείς να επιλέξεις τις δικές σου αξίες αρκεί να σέβεσαι τις δικές μου. Υπόσχομαι να μην προσπαθήσω να σε αναγκάσω να υπακούσεις σε αξίες που εγώ επέλεξα. Αν το έκανα, δεν θα με εξέπληττε αν κάποιος άλλος (ίσως εσύ ο ίδιος) επιχειρούσε να με αναγκάσει να υποταχτώ στις δικές του. Σε τελική ανάλυση, είσαι ελεύθερος να επιλέξεις κι ίσως να κάνεις τις ίδιες επιλογές μ’ εμένα κι εύκολα να συμφωνήσουμε. Ίσως πάλι –ακόμα καλύτερα- να ανακαλύψουμε τη σύμπνοια που προϋπήρχε μεταξύ μας, προτού καν συναντηθούμε»

Εγώ είμαι ένας εξαγωγέας αγκαθιών κι όλη μου η δουλειά περιγράφεται ως εξής: έχεις ένα αγκάθι στο πόδι σου, φέρνω μια βελόνα (που, το δίχως άλλο, μοιάζει κι αυτή με αγκάθι) και προσπαθώ με αυτήν να σου βγάλω το αγκάθι που σου πληγώνει το πόδι. Το πρώτο αγκάθι, αυτό που πληγώνει, και το δεύτερο, που πάει να βγάλει το πρώτο, μοιάζουν: είναι και τα δύο αγκάθια. Όταν με τη βοήθεια του δεύτερου βγάλουμε το πρώτο, πρέπει να τα πετάξουμε και τα δυο.

 [ΠΗΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ Το Ταξίδι της Σιμρίτι του Χέρχε Μπουκάι, Εκδόσεις Opera 2012]