Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Το σώμα σε «ολυμπιακή» εκτροπή: από τα σώματα που για χάρη τους γκρεμίζονταν τείχη στα επιβλητικά αλλά εκτός τόπου και χρόνου σώματα

Πίσω από την επαναλαμβανόμενη και ιδιαίτερα οξυμμένη τα τελευταία χρόνια βιοχημική παρέμβαση, ελάχιστα απασχολεί κάποιους το δίλημμα: αθλητισμός ή πρωταθλητισμός; Υγεία με ανώνυμη διανομή ή σώματα προσωρινώς επώνυμα, επιβλητικά και μετά κατατρεγμένα;

 
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες τελείωσαν. Και τώρα για λίγο ανακόπτεται η του σώματος φρικτή μεταχείριση. Έστω και αν κάποιοι δεν την αισθάνονται κι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι έχουμε γεννηθεί για να πηδάμε, να τρέχουμε, να ρίχνουμε και να κολυμπάμε πέρα από τις φυσιολογικές ταχύτητες με τις οποίες το είδος μας έχει προικιστεί. Γι' αυτούς τίποτε δεν παραβιάζεται. Τα ρεκόρ απεικονιζόμενα με δέκατα του δευτερολέπτου κονιορτοποιούνται το ένα μετά το άλλο με τον νικητή να δηλώνει «είμαι ένας μύθος». Χωρίς να συλλογάται τι του συμβαίνει, για το είδος της σχέσης του με τους άλλους που ένας τέτοιος ψυχισμός θα φιλοξενεί και θα τρέφει. Στο γαλλικό ινστιτούτο IRMES (Institut de Recherche bio-Medicale et d' Epidemiologie du Sport) δεν κρύβουν τον σκεπτικισμό τους. Βλέποντας τα απίστευτα αποφαίνονται: «Δεν υπάρχει βεβαιότητα. Αλλά κάποιες αμφιβολίες». Για το αν το σώμα δηλαδή, αλλά στη φυσιολογική του ισχύ και αυτονομία, έδωσε, αυτό μόνο του, ό,τι του επιτρεπόταν να δώσει. Η αδυναμία αναζήτησης αποδείξεων για την ενδεχόμενη νόθευση των φυσικών δυνατοτήτων μυθοποιεί το επίτευγμα και το αθωώνει στη βάση του in dubio pro reo.

Και πίσω από αυτή την από χρόνια επαναλαμβανόμενη και ιδιαίτερα οξυμμένη τα τελευταία χρόνια βιοχημική παρέμβαση, ελάχιστα απασχολεί κάποιους το δίλημμα, το υπαρκτό για άλλους: αθλητισμός ή πρωταθλητισμός; Υγεία με ανώνυμη διανομή ή σώματα προσωρινώς επώνυμα, επιβλητικά και μετά κατατρεγμένα;

Ο αθλητικός πρωταθλητισμός της Αρχαιότητας ήταν συνδεδεμένος με την αξία του πολέμου. Όπου αντί τείχη περηφανεύονταν να λένε ότι με τέτοια σώματα δεν είχαν ανάγκη από οχυρώσεις. Και τις γκρέμιζαν κατά περίπτωση. Δεν ήταν αγώνες υπέρ της ειρήνης. Στο μέτρο που, κατά την παράδοση, κατά τη διάρκεια των Αγώνων σταματούσαν οι εχθροπραξίες, στην πραγματικότητα προετοιμάζονταν, μέσα από αυτούς, στο συμβολικό επίπεδο, προληπτικά να εκφοβίσουν για το ποιοι θα ήταν αύριο οι ικανότεροι για να κερδίσουν τον επόμενο πόλεμο.

Ο σύγχρονος εξουθενωτικός πρωταθλητισμός αποτελεί τώρα ένα ακόμη πιο διεθνοποιημένο πεδίο για να αναδεικνύεται εκεί η πρώτη, η δεύτερη, η... τρίτη παγκόσμια δύναμη. Επιδίωξη η οποία, κάθε φορά που επαληθεύεται, συνοδεύεται από αντίστοιχες ιαχές. Σ' ένα θριαμβικό πεδίο ταυτόχρονα τοπικό και διαδικτυακό, όπου η στρατιωτική υπεροχή, η οικονομική και επιχειρηματική επικυριαρχία και η μέσα από αυτές προκαλούμενη αίσθηση της αναμφισβήτητης, ακαταμάχητης πρωτιάς, τρέφει την καθολικότητα της αντιπαράθεσης. Μπορεί εδώ η νίκη να μη «μετριέται με το αίμα» των ηττημένων, σε ψυχολογικό επίπεδο όμως συντηρεί την ανακλαστικότητα χωρίς την οποία το σύνδρομο της υπεροχής δεν «λειτουργεί».

Και ούτε λόγος για συνεργασία, αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, διανομή των κοινών αγαθών της «γης και τ' ουρανού» κατά τη διάρκεια των Αγώνων δεν ακούγεται. Κανένα potlatch, για να μιλήσουμε με όρους Κοινωνικής και Πολιτικής Ανθρωπολογίας, δεν υφέρπει. Τίποτε από κάτι τέτοιο δεν επιδιώκεται μπροστά στην ανάγκη δημόσιας και ταυτόχρονα παγκοσμιοποιημένης καταξίωσης ενός «Εγώ» κρατικοκεντρικού και ατομικού συνάμα. Κανένα κοινωνικό «Εμείς» δεν διατρέχει και κανένας εκείνη την ώρα της κοπής του νήματος δεν διακατέχεται από μια τέτοια ανησυχία. Και ο θεατής, συμμέτοχος της ίδιας ηθικής, απολαμβάνει - μέσω του σώματος του άλλου - την υποθετική εξιδανίκευσή του, την προσωπική, επειδή ανήκει σ' Εκείνο το έθνος και όχι σε κάποιο άλλο.

Και όλα αυτά συντελούνται «μέσα σε λίγες ώρες» ασσυροβαβυλωνιακής φαντασμαγορίας, ενώ το κόστος των Αγώνων και της γιορτής είναι τόσο μεγάλο ώστε κάθε φορά που οι διοργανωτές «ενδίδουν», ενδόμυχα ταυτόχρονα διερωτώνται πώς θα το διαχειριστούν. Τι θα κάνουν από κάποια ανώνυμη Δευτέρα και μετά. Πώς θα διαχειριστούν δηλαδή μια δαπάνη που κάποιοι σκέπτονται ότι κάπου άλλου θα μπορούσε να είχε διατεθεί.

Το γεγονός, όσο και αν θέλουμε να το εξευγενίζουμε - και τόσο περισσότερο το κάνουμε, όσο υποπτευόμαστε πως δεν μας πιστεύουν -, παραμένει κατά κύριο λόγο ανταγωνιστικό. Γι' αυτό και παράγονται θλίψεις και καταθλίψεις και ευθύνες αναζητούνται. Αλλά και απειλές διατυπώνονται προς εκείνους που δεν έπραξαν όσα έπρεπε ώστε τα σώματα να αποδώσουν και την εικόνα της χώρας να μην αμαυρώσουν. Έτσι, όταν τα εθνικά αποθέματα δεν φτάνουν, αισθάνονται κάποιοι την υποχρέωση να ανιχνεύσουν και να κάνουν πανάκριβες εισαγωγές είτε από έτοιμους αθλητές από άλλες κοινωνίες, ώστε «Μεγάλες» να αισθανθούν, είτε λειτουργούν πιο προγραμματικά. Εθνικοποιούν διαφαινόμενα ταλέντα που αύριο θα προσθέσουν δανεισμένη αίγλη στη χώρα που μικρά τα μάζεψε στο πλαίσιο μιας ανενδοίαστα θεσμοθετημένης έγκαιρης αθλητικής μετανάστευσης.

«Δεν είναι για τη νίκη αλλά για τη συμμετοχή» συχνά μας αντιτάσσουν. Στην πραγματικότητα όμως όλοι ξέρουμε ότι είναι για την υπεροχή. Για τη συγκριτική υπεροχή των σωμάτων των μεν ενάντια στα σώματα των δε.

Τα μετάλλια των νικητών δεν βραβεύουν κάποια επιστημονικά επιτεύγματα κοινής ωφέλειας. Δεν δίδονται για κάποια βιβλία που συνταράσσουν τα πνεύματα. Ούτε για καλλιτεχνικές δημιουργίες μουσικές, εικαστικές ή άλλες απονέμονται. Ούτε για πρωτοβουλίες που θα θύμιζαν αξίες ή καθήκοντα ή θα αποκάλυπταν παραβιάσεις, καταπιέσεις, κατεξουσιάσεις ή άλλες αναιρέσεις της ανθρώπινης υπόστασης. Για όλα αυτά Ολυμπιάδες δεν υπάρχουν.

Κάποιοι θα πείτε τώρα: «Ο άνθρωπος είναι εκτός τόπου και χρόνου», «η κατάσταση είναι δεδομένη» και «τίποτε δεν μπορεί ν' αλλάξει». Ίσως. Ωστόσο στην υπερατομική ευθύνη του καθενός είναι αν θα σταθεί κάπως όρθιος απέναντι στα δεδομένα και όχι μισοκρυμμένος πίσω από αυτά.
 
[ΠΗΓΗ:  Ι. Α. Μεταξάς, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών – ΤΟ ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 2 Σεπτεμβρίου 2012]