Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Έτγκαρ Κέρετ, Υπάρχει μοίρα χειρότερη για έναν τραγικό ήρωα από το να είναι βαρετός και ξεχασμένος;

Ονόμασε την αλαζονεία «ύβριν» και, όποτε αισθανόταν πως προσπαθούσε να εισβάλει και να τον κυριεύσει, επαναλάμβανε το όνομά της και έφερνε μπροστά στα μάτια του τη μορφή του αόμματου Οιδίποδα, και η ύβρις σκορπίζονταν στον άνεμο.

Ένας συγγραφέας κρατείται όμηρος από τρεις άνδρες. Δεν θέλουν να τον ληστέψουν, αλλά ούτε και να τον σκοτώσουν. Αυτό που απαιτούν είναι να τους διηγηθεί μια ιστορία. Κι αυτός θα αποπειραθεί να ικανοποιήσει την παράδοξη απαίτησή τους λέγοντάς τους μια ιστορία για έναν συγγραφέα ο οποίος κρατείται από τρεις άνδρες που του ζητούν να τους διηγηθεί μια ιστορία. «Αυτή δεν είναι μια ιστορία. Αυτή είναι μια μαρτυρία. Είναι ακριβώς ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Ακριβώς αυτό που προσπαθούμε να αποφύγουμε.. Χρησιμοποίησε τη φαντασία σου, φίλε, δημιούργησε, επινόησε, φτάσε μέχρι το τέρμα», θα του πει ένας από αυτούς και ο συγγραφέας - φανταστικός και πραγματικός - θα τον ακούσει. Έτγκαρτ Κέρετ, λάτρης της μικρής φόρμας και θιασώτης του αλόκοτου με όπλο του το χιούμορ, ο ισραηλινός συγγραφέας του βιβλίου «Το κορίτσι στο ψυγείο», Εκδόσεις Καστανιώτη  

Έτγκαρ Κέρετ, Το ζήτημα της ύβρεως

Όταν ο Αντίων ήταν πέντε χρονών, είδε από το παράθυρο του τρένου του πατέρα του έναν άνθρωπο τυφλό να περπατάει στο δρόμο. Πάνω στο αόμματο πρόσωπό του υπήρχε τόσος πόνος που ο Αντίων άρχισε να κλαίει. Ο τυφλός, όπως του είπαν, βασίλευε κάποτε στη Θήβα και ήταν ισχυρός και σοφός. Η μοίρα όμως αποδείχθηκε πολύ πιο δυνατή και πανούργα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της νιότης του ο Αντίων άκουσε πολλές ιστορίες για άρχοντες έξυπνους και θαρραλέους, που έτυχαν τρομερής και φοβερής μοίρας. Μερικές φορές ο Αντίων πίστευε πως κάθε εξέχουσα προσωπικότητα για την οποία είχε ακούσει ήταν καταδικασμένη να έχει άσχημο τέλος. Ο Αντίων, που ήταν ένας άρχοντας θαρραλέος και ικανός καθόλου λιγότερο απ’ αυτές τις τραγικές μορφές, δεν μπορούσε ν’ απαλλαγεί από την αίσθηση πως τον περίμενε μια ανάλογη μοίρα. Προκειμένου να μπορέσει να ξεγελάσει το τρομερό τέλος που φοβόταν, ο Αντίων αγωνίστηκε να κατανοήσει ποια υπήρξε η συμπεριφορά αυτών των γιγάντων που τους οδήγησε σ’ ένα τόσο τραγικό τέλος. Αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη όλων των δεδομένων της ζωής και του θανάτου αυτών των τραγικών μορφών και προσπάθησε να βρει τα κοινά σημεία που τις ένωναν.
 
Μετά από χρόνια κοπιαστικής δουλειάς, και παραμελώντας το βασίλειό του, ο Αντίων βρήκε την απάντηση: το κοινό σημείο όλων αυτών των τραγικών προσώπων ήταν η αλαζονεία που τα έκανε να αισθάνονται ικανά να εναντιωθούν στους θεούς, στη Μοίρα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Αντίων είχε αισθανθεί πως αυτού του είδους η αλαζονεία χτυπούσε και τη δική του πόρτα. Από την ώρα όμως που κατάλαβε τον κίνδυνο που εγκυμονούσε, φρόντιζε πάντα να την καταπνίξει.  Ονόμασε την αλαζονεία «ύβριν» και, όποτε αισθανόταν πως προσπαθούσε να εισβάλει και να τον κυριεύσει, επαναλάμβανε το όνομά της και έφερνε μπροστά στα μάτια του τη μορφή του αόμματου Οιδίποδα, και η ύβρις σκορπίζονταν στον άνεμο. Ο Αντίων έζησε μια ζωή ευτυχισμένη και μακριά, απαλλαγμένη από προδοσία και θλίψη. Κι όταν βρέθηκε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πόνου, περιστοιχισμένος από τους πολυάριθμους αγαπημένους του, ήξερε επιτέλους πως είχε καταφέρει αυτό πριν από εκείνον: να υπερνικήσει το εγώ του.

«Ύβρις», ψιθύρισε και πέθανε.

Ο Ερμής τον οδήγησε με σεβασμό στον κόσμο των νεκρών και ο Αντίων τον ακολούθησε στητός και περήφανος. Που και που του φαινόταν πως ο προπορευόμενος Ερμής έπνιγε ένα γελάκι, ήταν όμως μόνο στη φαντασία του. Στον Κάτω Κόσμο του παραχώρησαν μια θέση τιμητική. Αριστερά του καθόταν η Αντιγόνη και δεξιά του ο Οιδίποδας, του οποίου η βασανισμένη μορφή είχε χαραχτεί στη μνήμη του από τότε που ήταν ακόμα παιδί. Μετά από λίγα λεπτά μπήκε στην αίθουσα ένας φτερωτός αγγελιαφόρος, πλησίασε εκείνους που κάθονταν πλάι του και ανήγγειλε στον καθένα τους κάτι με δυνατή φωνή.

«Το Βασιλικό Βρετανικό Θέατρο πρόκειται ν’ ανεβάσει μια παράσταση για σένα το Δεκέμβριο», ανήγγειλε ο αγγελιαφόρος στον Οιδίποδα, «με τον Κένεθ Μπράνα στον πρωταγωνιστικό ρόλο».

«Ο Κένεθ Μπράνα θα παίξει εμένα», μουρμούρισε μονολογώντας ο Οιδίποδας σαν να μην το πίστευε κι ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του.

«Ένα θεατρικό έργο για σένα μπήκε στην ύλη των σχολείων στη Σκοτία», ανήγγειλε ο κήρυκας στη γεμάτη ευχαρίστηση Αντιγόνη.

«Πεντακόσιες χιλιάδες μαθητές θα κλαίνε για τη δική μου μοίρα», είπε εκείνη κατενθουσιασμένη κι έριξε ένα δάκρυ χαράς.

Και ο Αντίων κάθεται στην καρέκλα του. Ακούει λησμονημένος, παγωμένος από την τρομερή του μοίρα. Υπάρχει μοίρα χειρότερη για έναν τραγικό ήρωα από το να είναι βαρετός και ξεχασμένος; Και το μαρτύριο του δεν θα ήταν τόσο ανυπόφορο αν ερχόταν έστω και μια φορά στα χίλια χρόνια ένας αγγελιαφόρος και του ανακοίνωνε πως ένας ανώνυμος μεταμοντέρνος συγγραφέας έγραψε γι’ αυτόν ένα απαίσιο έργο.


Μπορούσαν να περάσουν μαζί ώρες, αγκαλιασμένοι, χωρίς να λένε λέξη, να είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι γυμνοί, χωρίς να ερωτοτροπούν ή ν’ αλλάζουν θέση. Κι όταν το ρολόι την πίεζε να σηκωθεί, ήταν διατεθειμένη να παραιτηθεί από τον πρωινό καφέ, από το πλύσιμο του προσώπου, για να κερδίσει μερικές στιγμές ακόμα μαζί του. Κι όσο ώρα κατέβαινε τη σκάλα, περίμενε το λεωφορείο, ήταν στο χώρο εργασίας της, περίμενε τη στιγμή που θα ξαναγύριζε κοντά του, θα γυρνούσε το κλειδί στην πόρτα κι εκείνος θα ήταν εκεί. Καμία αμφιβολία ή υποψία δεν φώλιαζε μέσα της. Ήταν σίγουρη για την αγάπη τους. Αυτή, που είχε πονέσει ήδη από πολλές απογοητεύσεις, ήξερε πως αυτή η αγάπη δεν θα την προδώσει ποτέ. Τι θα μπορούσε άλλωστε να την απογοητεύσει ξεκλειδώνοντας την πόρτα; Το άδειο διαμέρισμα; Η στείρα βουβαμάρα; Το τίποτα μέσα στα σεντόνια του ανάκατου κρεβατιού; - από το ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ του βιβλίου