Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Πίου από τη Φανάρ Μπαξέ (λογοπαικτική παραπομπή στην τουρκική Φενέρ Μπαξέ) ήταν η πιο σπουδαία μεταγραφή του καλοκαιριού.

Όλοι έχουμε σχεδόν φαρμακευτική ανάγκη για λίγο γέλιο, μια και, όπως λένε οι εθνικοί μας ψυχολόγοι, πάσχουμε μαζικά από κατάθλιψη. Ωστόσο, από το δηλούμενο «ένας μαύρος στα φανάρια» έως το ενδεχομένως υποδηλούμενο «ένας μαύρος είναι άξιος μόνο για τα φανάρια», ίσως δεν είναι μακρύς ο δρόμος. Διότι ο φασισμός σε τόσο απλοϊκά τεχνάσματα στήριζε πάντοτε την επιβολή του


Όλοι γελάσαμε με τη διαφήμιση του διάσημου πλέον Πίου. Είναι άλλωστε καλογυρισμένη, μια ταινιούλα μικρότατου μήκους. Συγκαταλέγεται στα λιγοστά φιλμάκια που, με τον κίνδυνο να μη θυμάται στο τέλος ο τηλεθεατής ποιο προϊόν προπαγανδίζουν, επενδύουν στο χιούμορ και στήνουν μια μικρή χαριτωμένη ιστοριούλα που βγάζει γέλιο και γίνεται σημείο αναφοράς στις κουβέντες μας. Κι όπως προσπαθούμε να διηγηθούμε (τίποτε δυσκολότερο) μια πολιτική γελοιογραφία που μας άρεσε, έτσι και μ’ αυτές τις διαφημίσεις. Ίσως επειδή όλοι έχουμε σχεδόν φαρμακευτική ανάγκη για λίγο γέλιο, μια και, όπως λένε οι εθνικοί μας ψυχολόγοι, πάσχουμε μαζικά από κατάθλιψη, μιλάμε και ξαναμιλάμε στις παρέες μας για τον «ομορφάντρα» και τα «βρώμικά» του έξω από το γήπεδο, για τον Κίτσο και την Τασούλα που συνεχίζουν την παράδοση του Χατζηχρήστου, για τον «αγαπούλα», για το «όλοι κάτω» της ληστείας στην τράπεζα και το «όλοι έξω» του χειρουργείου.

Και βέβαια μιλάμε και γελάμε με τον Πίου. Με το «μαύρο πιστόλι» που ανακαλύπτει στα φανάρια ο πονηρούλης πρόεδρος μιας ομάδας (πρότυπό του οι μεγαλοπαράγοντες που μπαινοβγαίνουν στη φυλακή). Αφού βεβαιώνεται ότι κατάγεται από «ποδοσφαιρομάνα» χώρα, τον παρουσιάζει σαν τεράστιο απόκτημα. Δεν του κόστισε άλλωστε τίποτα, αφού ήταν ελεύθερος· ποδοσφαιρικά ελεύθερος εννοείται, μια και δεν ανήκε σε σύλλογο, γιατί πόσο ελεύθερος μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος, όποιου χρώματος, που ψευτοεπιβιώνει καθαρίζοντας παρμπρίζ αυτοκινήτων. Ο Πίου, λοιπόν, από τη Φανάρ Μπαξέ (λογοπαικτική παραπομπή στην τουρκική Φενέρ Μπαξέ) ήταν η πιο σπουδαία μεταγραφή του καλοκαιριού. Σπουδαιότερη κι από τον Γκρέκο στον Ολυμπιακό ή τον Σισοκό στον Παναθηναϊκό. Κι όσοι γελάσαμε μαζί του, δηλαδή πάμπολλοι, γελάσαμε καλόκαρδα, αγαθά, με συμπάθεια. Είναι άλλωστε τόσο φυσικός, τόσο κοινότοπος ο ρατσισμούλης της διαφήμισης, που και τις προθέσεις των συντελεστών της διαφήμισης υπερβαίνει, διαβάλλοντάς τες εντέλει, και δεν ενοχλεί με την πρώτη, πιθανόν ούτε και με τη δέκατη θέαση και ανάγνωση.

Κι ωστόσο, από το δηλούμενο «ένας μαύρος στα φανάρια» έως το ενδεχομένως υποδηλούμενο «ένας μαύρος είναι άξιος μόνο για τα φανάρια», ίσως δεν είναι μακρύς ο δρόμος. Κι αν ήταν μακρύς, τον έχει συντομεύσει πολύ η φυλετική «ιδεολογία» που κυριαρχεί εσχάτως και ιδίως η υλική αποτύπωσή της, η αιματηρή αποκρυστάλλωσή της: οι συνεχείς επιθέσεις εναντίον σκούρων ή μαύρων μεταναστών από τις διμοιρίες χρυσαυγιτών καταδρομέων (με επικεφαλής τον βουλευτή-δεκανέα που τον τρώει η φαντασίωση πως είναι στρατηγός που πολεμάει Τουρκαλβανοεβραιοβουλγαροσκοπιανούς) ή από συμπαθούντες της «Χρυσής Αυγής», που αυτενεργούν και οι οποίοι αναγνωρίζονται σε αυτήν έστω κι αν δεν ήξεραν μέχρι χθες την ύπαρξή της, έστω ακόμα κι αν δεν τους αφορά ο φιλοχιτλερισμός της. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και παλιότερα, με μια επίσης δημοφιλή χιουμοριστική διαφήμιση. Με το «πουτ δε κοτ ντάουν!» που κραύγαζε ο αστυνομικός-συνοριοφύλακας σε κάποιον κλεφτοκοτά. Τα μισοαγγλικά του υποδείκνυαν ότι κυνηγούσε αλλοδαπό (εκείνη την εποχή ήταν της μόδας σαν στόχος οι Αλβανοί), όχι Έλληνα. Από ’κει, δηλαδή από την εξίσωση κλέφτης = αλλοδαπός έως την εξίσωση αλλοδαπός = κλέφτης, δεν ήταν, και πάλι, μακρύς ο δρόμος. Κι αν πει κανείς ότι αυτά τα κοινωνικά μαθηματικά ισχύουν μόνο για τα απλοϊκά μυαλά, ας σκεφτεί ότι ο φασισμός σε τόσο απλοϊκά τεχνάσματα στήριξε πάντοτε τη διείσδυση και την επιβολή του· ουδέποτε χρειάστηκε τα ανώτερα μαθηματικά.

Τη δύναμη, άλλωστε, αυτών των αξιωμάτων-στερεοτύπων την πιστοποιούν οι δημοσκοπήσεις και οι επιστημονικότερων προδιαγραφών έρευνες της κοινής γνώμης: τα ποσοστά του αυθόρμητου, του «φυσικού» φυλετισμού είναι μονίμως υψηλά, ενώ, για να μείνει άναυδη η πραγματικότητα, επίσης υψηλά είναι τα ποσοστά όσων δηλώνουν εκ πεποιθήσεως ή εκ γονιδίων αντιρατσιστές. Το χάσμα ανάμεσα στο «αισθάνομαι» και το «πιστεύω» παραμένει βαθύ.

Φαντάζομαι εδώ όχι μια άλλου είδους διαφήμιση, του τύπου «Μη σε νοιάζει, Χασάν!», αλλά μια διαδήλωση. Μια διαδήλωση από χιλιάδες Πίου. Από Πακιστανούς, Αφγανούς, Σομαλούς, Αιγύπτιους, Κούρδους, Παλαιστίνιους, Σύρους, Κενυάτες, Μπανγκλαντεσιανούς, Ινδούς, Κινέζους, καθώς και Αλβανούς, Πολωνούς, Ουκρανούς κ. ά., που θα φορούν όλοι τους τη μωβ φανέλα του Πίου. Τίθεται βέβαια το ερώτημα αν θα επιτρέψει τη διαδήλωση η «Χρυσή Αυγή», η οποία, ερμηνεύοντας ισόρρυθμα ένα Σύνταγμα που το καταπατά σκαιότατα, διατείνεται ότι οι συγκεντρώσεις προβλέπονται μόνο για Έλληνες. Άραγε το στοίβαγμα εκατό φυγάδων-μεταναστών στη σαπιόβαρκα κάποιου ανθρωποεμπόρου, που τελικά βουλιάζει παρασύροντας στον βυθό τους επιβάτες της, ανήκει κι αυτό στις απαγορευτέες «συναθροίσεις»;

Τιμητικά, επικεφαλής στη διαδήλωση των χιλιάδων Πίου (μαζί με τον «αυθεντικό» Πίου, ίσως και τους συντελεστές της διαφήμισης) θα ’πρεπε να τεθούν τα παιδιά και οι ενήλικοι των φαναριών της Καλαμάτας. Λίγες μέρες πριν, τους ξυλοκόπησαν αγρίως οι «απελευθερωτές» χρυσαυγίτες και τους απομάκρυναν συρόμενους από τις επίζηλες θέσεις τους, τις οποίες προφανώς εποφθαλμιούσαν ομοεθνείς μας άνεργοι. Τις ίδιες μέρες, άλλες αγέλες «απελευθερωτών» εκκαθάριζαν από τα (νόμιμα) μιάσματα την εμποροπανήγυρη της Ραφήνας και τη λαϊκή του Μεσολογγίου (όπου βρήκαν αντίσταση, έστω μονοπρόσωση) ή πυρπολούσαν πακιστανικό κουρείο στη Μεταμόρφωση, όπου πάλι βρήκαν αντίσταση, από Έλληνα πελάτη που μαχαιρώθηκε για να μάθει να σέβεται τα γονίδιά του. Τον κύριο όγκο της διαδήλωσης θα τον αποτελούσαν όσοι επλήγησαν σε περιστατικά που δεν είδαν το φως της δημοσιότητας: οι μικροπωλητές των παραλιών, με το κεφάλι των οποίων αποφάσισαν να παίξουν σφαλιαρορακέτες κάποιοι νεαροί λουόμενοι, έτσι, για πλάκα. Όσοι, νόμιμοι, νομιμότατοι, έμειναν χωρίς δουλειά σε σουβλατζίδικα, οικοδομές, εστιατόρια κ. τ. λ., επειδή μια μαυροντυμένη συμμορία επισκέφθηκε το αφεντικό τους και, με μαφιόζικο στυλ αντιγραμμένο από μπι μούβι πλην πειστικό, τον απείλησε πως αν δεν διώξει τους «σκυλαραπάδες», θα του το κάψουν. Όσοι μαχαιρώθηκαν επειδή απλώς έτυχε να γεννηθούν μαύροι, πράγμα που ακυρώνει όλα τα χαρτιά της μεταναστευτικής τους νομιμότητας, αφού είναι δεδομένη και αμάχητη μια άλλη εξίσωση: Χρώμα = Έγκλημα.

Δεν θα χρειαζόταν συνθήματα μια τέτοια διαδήλωση. Σύνθημα ηχηρότατο και σαφέστατο θα ήταν η ίδια. Και η φανέλα του Πίου. Του Πίου που ίσως έτσι να πετύχαινε το ωραιότερο γκολ της καριέρας του

[ΠΗΓΗ: Παντελής Μπουκάλας, Υποθέσεις στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 Σεπτεμρβίου 2012]