Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Παιδεία που νομιμοποιεί την αμάθεια, την αδιαφορία για την ουσιαστική γνώση, είναι επικίνδυνη για την ψυχική υγεία της κοινωνίας.

Οι μαθητές, πριν αποβλακωθούν από την κρεατομηχανή των εξετάσεων, είναι συνήθως πιο έξυπνοι από τους καθηγητές τους και καταλαβαίνουν πότε αυτοί τους μιλούν με ειλικρίνεια και πότε προσχηματικά.

Τι αντίληψη έχει για τον Πλάτωνα ένας απόφοιτος του σημερινού λυκείου ο οποίος τον έχει διδαχθεί, και μάλιστα στο πρωτότυπο; Μπορεί να αρθρώσει μια σκέψη δική του; Ή μήπως αν είναι καλός, μελετηρός, και έχει πάρει ψηλό βαθμό στις Πανελλήνιες θα σου επαναλάβει αυτά που διάβασε στο τάδε εγχειρίδιο το οποίο, υποτίθεται, τον εισάγει στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία; Και αν αυτός ο ίδιος απόφοιτος περάσει στη Φιλοσοφική, μάλλον γιατί δεν του έφταναν τα μόρια για τις σχολές της Αστυνομίας, και περάσει όλα τα μαθήματα και αποφοιτήσει αισίως πόσους πλατωνικούς διαλόγους θα έχει διαβάσει; Θα μπορεί να σου μιλήσει για το αντικείμενο της γνώσης του ως αναγνώστης; Ή μήπως θα σου επαναλάβει, με περισσότερη ή λιγότερη ακρίβεια, αυτά που διάβασε και αποστήθισε στις σημειώσεις του καθηγητή του; Και όταν αυτός ο ίδιος, φιλόλογος πλέον, ή «φιλόσοφος», καταφέρει να διοριστεί στη Μέση Εκπαίδευση ποιον Πλάτωνα θα διδάξει στα παιδιά; Αυτόν που αφομοίωσε διαβάζοντας ο ίδιος, ή μήπως αυτόν που έχει μάθει από τα εγχειρίδια και τις σημειώσεις; Και πώς θα μπορέσει να πείσει τα παιδιά ότι αξίζει να διαβάσουν Πλάτωνα επειδή ο Πλάτων τους δίνει τα όπλα για να σκεφτούν; Γιατί τα παιδιά, πριν αποβλακωθούν από την κρεατομηχανή των εξετάσεων, είναι συνήθως πιο έξυπνα από τους καθηγητές τους και καταλαβαίνουν πότε αυτοί τους μιλούν με ειλικρίνεια και πότε προσχηματικά. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, αλλά η Μέση Εκπαίδευση και το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν είναι φτιαγμένα για τις εξαιρέσεις.

Είναι φτιαγμένα για τον μέσο όρο. Και όταν όλα γύρω σου γκρεμίζονται, θα μου πεις, ο Πρωταγόρας και ο Θεαίτητος μοιάζουν με πολυτέλεια. Εδώ τους θεωρούσαμε πολυτέλεια όταν διήγαμε βίον πολυτελή και ανέμελο. Δεν ξέρω αν θυμάστε εκείνη τη διαφήμιση μιας τράπεζας που ο καθηγητής μπαίνει στην επιχείρηση του πρώην μαθητή του για να αγοράσει κάτι και έκπληκτος διαπιστώνει πως ο σκράπας τα κατάφερε, έχει πιάσει την καλή χάρη στο δάνειο που πήρε. Ήταν η επιτομή της νοοτροπίας που βασίλευε παρ' ημίν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Τότε που η καλλιέργεια είχε περάσει ήδη στην παρανομία και η αγραμματοσύνη περνούσε από χέρι σε χέρι σαν διαβατήριο κοινωνικής καταξίωσης, διαβατήριο για το «επιτυχώς επιχειρείν», διαβατήριο για τη Βουλή, για τα ΜΜΕ και όπου αλλού δει. Σήμερα που ο επιτυχημένος έχασε την επιχείρησή του και η τράπεζα δεν τον δανείζει πια, συναντιέται με τον πρώην καλό μαθητή, αυτόν που ήξερε να αποστηθίζει εγχειρίδια και σημειώσεις, και οι δύο μαζί συμφωνούν για τον Πλάτωνα. Διότι ο φιλόλογος που δεν διάβασε ούτε έναν ολόκληρο διάλογο όσο ήταν στο πανεπιστήμιο και ο άλλος που επιχειρούσε επιτυχώς, έχουν αποφασίσει πως η ήττα τους οφείλεται στο ότι η Ευρώπη και ο κόσμος όλος δεν αναγνωρίζει ότι σε αυτούς χρωστάει και τον Πλάτωνα και τα άλλα τα παιδιά που της έδωσαν τα φώτα. Όπου αποδεικνύεται περίτρανα ότι μια παιδεία που στην καλύτερη περίπτωση, νομιμοποιεί την αμάθεια, την αδιαφορία για την ουσιαστική γνώση, είναι επικίνδυνη για την ψυχική υγεία της κοινωνίας. Υποκαθιστώντας τη γνώση της πραγματικότητας με την κατανάλωση έτοιμων συνταγών καλλιεργεί ψευδαισθήσεις και εμμονές. Διότι ως γνωστόν, όσο πιο μικρός είναι ο βάλτος τόσο μεγαλύτερα αισθάνονται τα βατράχια.

[ΠΗΓΗ: Ανορθόδοξα του Τάκη Θεοδωρόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ, 21-07-2012]

Και μια επιστολή στα ΝΕΑ από μαθητή της Γ’  Λυκείου που πήρε μέρος στις φετινές Πανελλαδικές εξετάσεις

Σε ένα κλίμα ιδιαίτερα δύσκολο για τη χώρα αλλά και την ελληνική κοινωνία εξελίχθηκαν οι φετινές Πανελλαδικές Εξετάσεις για την εισαγωγή των μαθητών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Συνήθως τέλη Απριλίου τα παιδιά της Γ' Λυκείου βάζουν λουκέτο στις σχολικές τάξεις και «ξεκλειδώνουν» τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα. Όλα συνήθως κυλούν ομαλά.

Θα μιλήσω από την πλευρά μου ως νέου για το πώς έζησα τις φετινές Πανελλαδικές. Από πέρυσι το καλοκαίρι λοιπόν, για κάποιους χειμώνα, ξεκίνησαν εντατικά οι προετοιμασίες για τον φετινό αγώνα για ένα κερδίσουμε μια θέση σε ένα πανεπιστήμιο.

Φτάσαμε στην έναρξη των Πανελλαδικών με πρεμιέρα την απούσα από το σχολείο τέχνη και παρούσα στην έκθεση. Δεν θα σταθώ στα λόγια της ακαδημαϊκού: «Αν επέλεγα εγώ θέματα για τις εξετάσεις δεν θα έβαζα ποτέ κείμενο της Αρβελέρ». Συνεχίσαμε με τη Βιολογία, το επίμαχο ερώτημα της Φυσικής που απέδειξε την έλλειψη πείρας, τα πολλά σε όγκο Μαθηματικά, τη δύσκολη Χημεία και τις ασάφειες της Ανάπτυξης Εφαρμογών.

Ειλικρινά, ένα Σαββατοκύριακο πριν από τις Πανελλαδικές ευχόμουν να υπάρξουν τα πιο δύσκολα θέματα, καθότι είμαι της άποψης ότι όσοι μάτωσαν στα γραφεία τους πρέπει να αναδειχθούν. Παρ' όλα αυτά, τα θέματα φέτος στην πλειονότητά τους με έκαναν να νιώθω ότι κάποιος προσπαθεί να δείξει κάτι, να βγάλει ένα απωθημένο! Τόσο για την «περίεργη» δυσκολία και τα επανειλημμένα λάθη όσο και για τις ασάφειες, το μέγεθός τους και την απομακρυσμένη από τα σχολικά βιβλία νοοτροπία.

Είναι πεντακάθαρο ότι στις Πανελλαδικές τα θέματα τα βάζουν άνθρωποι που δεν ξέρουν από κιμωλία. Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις πρέπει να είναι πολύ δύσκολες και καλώς από το 2001 και μετά αυξάνεται η δυσκολία τους. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται σε καλούς και διαβασμένους μαθητές και όχι σε ιδιοφυΐες και γρήγορους λύτες ή παπαγάλους