Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ: όλοι γεννηθήκαμε μέσα στην άγνοια αλλά και όλοι μπορούμε να γίνουμε σοφοί

Υπάρχει μια ιδέα που εμφανίζεται στις αναλύσεις όλων σχεδόν των σοφών και εστιάζεται σ’ ένα ερώτημα το οποίο δεν έχει βρει ακόμα κοινώς αποδεκτή απάντηση. Με απλά λόγια και χωρίς ευφημισμούς το ερώτημα αυτό είναι: άραγε ο πολιτισμός βοηθάει τους λαούς να εξελιχθούν ή μήπως τους παγώνει και τους αλυσοδένει σε αναχρονιστικά ερωτήματα; Μόνο ύστερα από ανάλυση και αποδοχή  μύθων και θρύλων του πολιτισμού μας μπορούμε να νιώθουμε ευχαριστημένοι, γιατί με αυτούς καταλαβαίνουμε ότι είμαστε όπως είμαστε και αποτελούμε μέρος αυτής της κουλτούρας…

Σε ποιο βαθμό η εκπαίδευσή μας –η οποία, βεβαίως, περιλαμβάνει όσα μαθαίνουμε και όσα πιστεύουμε – λειτουργεί ως κίνητρο για την ίδια μας την εξέλιξη; Και σε ποιο βαθμό λειτουργεί ως φρένο, ως ένα όριο, ως ένα αδιόρατο ή τρομερό εμπόδιο;

Δεδομένου ότι, όπως είπα, δεν φαίνεται να υπάρχει μία μοναδική και οριστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα, μας απομένει μονάχα να την αναζητήσουμε και για να το κάνουμε αξίζει τον κόπο να ξεκινήσουμε από την αρχή. Όσο για μένα, η ιδέα της αρχής των πάντων σχετίζεται οπωσδήποτε με τη στιγμή της δημιουργίας.

Ο μύθος και τα προβλήματά του
Κάθε λαός, με το πέρασμα των αιώνων, έχει καθαγιάσει με ιδιαίτερο τρόπο τους μύθους και τους θρύλους του οι οποίοι πάντα έχουν πολλά να πουν για το λαό που τους διηγείται. Η ιστορία του Μωυσή, για παράδειγμα, λέει πολλά για τον εβραϊκό λαό και η ιστορία του Ιησού λέει πολλά για τους χριστιανούς.

Οι μύθοι δεν διηγούνται μόνο τι ήμασταν παλιά. Λένε επίσης – και προπαντός – ποιοι είμαστε σήμερα και σε τι μπορούμε να μεταμορφωθούμε. Με βάση αυτό, καταλήγουμε στην πεποίθηση ότι οι μύθοι που διαθέτουμε ως κοινωνία και οι θρύλοι της πολιτιστικής μας παράδοσης λένε πολύ περισσότερα απ’ ότι νομίζουμε, για τον άνθρωπο, για τον καθένα μας αλλά και για την ανθρωπότητά στο σύνολό της.

Στη Δύση, η βιβλική ιστορία της δημιουργία του κόσμου αποτελεί μια λίγο πολύ λογική μυθική εξήγηση για το πώς ξεκίνησαν όλα. Κι αν λάβουμε υπόψη τη σπουδαιότητα, όπως είπαμε, της επιρροής των πανάρχαιων αντιλήψεων, η γνώση αυτής της αφήγησης πρέπει να μας βοηθήσει να καταλάβουμε πώς λειτουργούν ορισμένα πράγματα που τα θεωρούμε δεδομένα και να κατανοήσουμε γιατί μερικές ιδέες καθορίζουν υπέρ το δέον τη συμπεριφορά μας.

Ο μύθος της δημιουργίας: τα πράγματα γίνονται
Σύμφωνα με τη βιβλική αφήγηση, ο κοινώς αποκαλούμενος Δυτικός Πολιτισμός υποστηρίζει την ιδέα ενός κόσμου φτιαγμένου από το τίποτα, που οφείλει την ύπαρξή του σε μια παντοδύναμη αρχή Δημιουργίας.

Ας θυμηθούμε σε γενικές γραμμές και στην καθομιλουμένη αυτό το μύθο: ο Θεός αποφασίζει σε μια συγκεκριμένη στιγμή να φτιάξει, χωρίς πρώτη ύλη, τον κόσμο κι όλο το σύμπαν στο οποίο ζούμε. Έτσι, σύμφωνα με τη Γένεση, ο Θεός έκανε τη θάλασσα και τη Γη, διαχώρισε το φως απ’ τα σκοτάδια, έπλασε όλα τα ζώα και τα φυτά και την έκτη μέρα ασχολήθηκε με το πιο περίπλοκο –και σύμφωνα με ορισμένους το τελειότερο – έργο του: τον άνθρωπο.

Αν εξετάσουμε την επιρροή του μύθου, είναι σαφές ότι κουβαλάμε από την αρχή ένα πολύ ιδιαίτερο και καθοριστικό βάρος. Κι αυτό είναι η πίστη ότι όλα τα πράγματα έγιναν από το τίποτα με την ανώτερη δύναμη ενός Θεού.

Είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά, ο Μύθος μας λέει ότι όλα όσα υπάρχουν έγιναν επειδή κάποιος τα έφτιαξε όπως είναι, δημιουργώντας τα πάντα από το τίποτα. Κι αυτό σημαίνει ότι, έστω κι από το τίποτα, πρέπει κι εμείς να φτιάξουμε τα πράγματα, να τα δημιουργήσουμε, να τα παράγουμε, να τα εφεύρουμε. Εμβαθύνοντας, βλέπουμε ότι στη βάση του μύθου υπάρχει μια μετάβαση από το «μη είναι» στο «είναι» και πως υπάρχει μια συγκεκριμένη ενέργεια που προκαλεί αυτή τη γέννηση του καινούργιου.

Ερευνώντας όμως συναντάμε άλλους πολιτισμούς, όπου ο κόσμος κι όλα όσα περιέχονται σ’ αυτόν, δεν παρουσιάζονται ως καμωμένα από το μηδέν. Στην άπω Ανατολή, για παράδειγμα, οτιδήποτε υπάρχει είναι πάντα προϊόν εξέλιξης κάποιου προϋπάρχοντος που μεταλλάχθηκε. Δηλαδή, σε αντίθεση με το χριστιανικό μύθο της δημιουργίας, η Ανατολή ζει σ’ ένα σύμπαν όπου τα πράγματα ποτέ δεν «φτιάχτηκαν», δημιουργήθηκαν ή εφευρέθηκαν και φυσικά τίποτα δεν έγινε από το τίποτα, εφόσον όλα προήλθαν από κάτι προηγούμενο, από κάτι που προϋπήρχε… Απλά και μόνο η διαφορά ανάμεσα σε αυτούς τους δύο μύθους είναι ένας πολύ βασικός λόγος για την άβυσσο που χωρίζει τη σκέψη της Ανατολής από αυτήν της Δύσης.

Έτσι, σχεδόν όλοι εμείς που ζούμε σ’ ετούτη την πλευρά του κόσμου, προγραμματισμένοι από την εκπαίδευσή μας, δυσκολευόμαστε να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι εμείς είμαστε που προκαλούμε την αλλαγή. Νιώθουμε υποχρεωμένοι να φτιάχνουμε συνεχώς και ικανοποιούμαστε να πιστεύουμε ότι κατασκευάζουμε πράγματα από το τίποτα. Οι ανατολίτες, αντίθετα, με άλλη ηρεμία, πεπεισμένοι πως κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να μη διακόψουν το αιώνιο γίγνεσθαι, μπορούν να περιμένουν να συμβεί κάτι, χωρίς να νιώθουν την ανάγκη να παρέμβουν ενεργά σ’ αυτό.

Ο μύθος της δημιουργίας του ανθρώπινου γένους και ο… «πολιτισμός» της ανισότητας των φύλων
Ο εβραιο-χριστιανικός μύθος της Δημιουργίας συνεχίζει με την πλάση του Αδάμ «κατ’ εικόνα και ομοίωση» του θεού: «καί ἔπλασεν ὁ θεός τόν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπό τῆς γῆς…». Το πιο σημαντικό σημείο όμως αυτής της ιστορίας είναι η.. δημιουργία της γυναίκας. Τότε, ο Θεός βλέπει ότι ο άνδρας είναι μόνος λέει κατά λέξη: «οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον, ποιήσωμεν αυτω βοηθόν κατ' αὐτόν». Έριξε, λοιπόν, τον Αδάμ σε ύπνο βαθύ κι ενώ κοιμόταν πήρε μια πλευρά του και μετά αναπλήρωσε το κενό με τη σάρκα του.

Αυτή η ιστορία δείχνει μια σαφέστατη πρόθεση να οριστεί εξαρχής η ανωτερότητα του άνδρα σε σχέση με τη γυναίκα, λόγω αρχαιότητας και λόγω εξουσίας. Και δεν γίνεται μόνον εδώ εμφανές, αλλά και σε ολόκληρο το κείμενο της Γένεσης. Για παράδειγμα, καλώς ή κακώς, η γυναίκα είναι το μόνο πλάσμα που δεν πλάστηκε από το τίποτα –δηλαδή μόνο από τη θέληση του Θεού. Η γυναίκα πλάστηκε από ένα άλλο ζωντανό πλάσμα –τον άνδρα- και οφείλει την ύπαρξή της στη δική του επιθυμία και συνεισφορά. Ίσως να μην ισχύει, όμως, εγώ δεν μπορώ να μην διακρίνω στην ιστορία αυτή  το σπόρο μιας ανδροκρατούμενης συμπεριφοράς, την αρχή της γυναικείας εξάρτησης, που καλά κρατεί μέχρι τις μέρες μας…

Ο μύθος για το δένδρο του καλού και του κακού και τα συμφραζόμενα του προπατορικού αμαρτήματος: μια ιστορία που δείχνει πώς στηρίζεται η κουλτούρα της κοινωνίας μας
Οι πρωτόπλαστοι μπορούσαν να φάνε καρπούς απ’ όλα τα δένδρα του κήπου της Εδέμ εκτός από το δένδρο του καλού και του κακού. Οπότε, είναι εύλογο να φανταστούμε ότι ο Αδάμ και η Εύα τα περνούσαν πολύ ωραία. Ζούσαν μια ζωή κυριολεκτικά παραδεισένια. Ώσπου μια μέρα, ο όφις ξεμοναχιάζει την Εύα και χωρίς μεγάλη δυσκολία τη βάζει στο μεγάλο πειρασμό, να δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό. Τον τρώει και διαπιστώνει ότι είναι καλός και ότι δεν πέθανε. Τότε, φωνάζει τον Αδάμ και του δίνει να φάει κι αυτός. Όταν τρώνε και οι δυο -μόνο τότε- «άνοιξαν» τα μάτια τους και έμαθαν ότι ήσαν γυμνοί. Τότε, έπλεξαν φύλλα συκής και έφτιαξαν καλύπτρες.

Η συνέχεια της ιστορίας έχει αρκετό ενδιαφέρον: Ο Αδάμ και η Εύα φεύγουν από τον Παράδεισο διωγμένοι και χωρίς να φορούν πια μόνο ένα φύλλο συκής, γιατί, καθώς φαίνεται, έξω έκανε κρύο. Φορούν από μια προβιά που τους έδωσε ο τιμωρός Θεός. Φεύγουν, όμως, από τον Παράδεισο με τη γνώση του καλού και του κακού. Και τότε, μ’ αυτή τη νέα γνώση, κάνουν το μόνο που τους έρχεται στο νου: Γνώρισε ο Αδάμ τη γυναίκα του την Εύα. Από αυτή την ένωση και την αμοιβαία γνωριμία θα γεννηθούν ο Κάιν και ο Άβελ, τα δυο πρώτα παιδιά του ζεύγους με τη γνωστή συνέχεια της πρώτης αδελφοκτονίας….

Με δεδομένη τη σημασία αυτής της ιστορίας και τις συνέπειες της στη διαμόρφωση της ταυτότητας, των πράξεων και των πεποιθήσεων μας, προκύπτει κάθε φορά που φτάνω σ’ αυτό το σημείο μια ερώτηση που θα ήθελα εδώ να μοιραστώ μαζί σας: Τον Κάιν, τον πρώτο δολοφόνο, ο Θεός τον καταριέται αλλά δεν τον αγγίζει. Επιπλέον, μπροστά στο φόβο του μήπως δεχθεί επιθέσεις, ο Θεός τον προστατεύει. Δεν επιτρέπει σε κανέναν να τον σκοτώσει. Η ουσιαστική τιμωρία του είναι η απομάκρυνσή του από τους άλλους… Τα ερωτήματα αρχίζουν με τους άλλους, εκείνους τους άλλους δύο, τους αθώους φουκαράδες, τον Αδάμ και την Εύα, που επειδή έφαγαν από ένα δενδράκι τους καταδικάζει να πεθαίνουν, να δουλεύουν σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή τους, να γίνουν σκλάβοι ο ένας στον άλλον.

Ζητώ συγχώρεση και ρωτώ: τι λογής Θεός είναι αυτός; Πάντα πίστευα ότι αν βρίσκαμε μια καλύτερη απάντηση από τη συγκαταβατική υποταγή (Θεός είναι και ξέρει, για να το κάνει έτσι κι όχι αλλιώς, κάποιο λόγο θα έχει), θα πετυχαίναμε να κατανοήσουμε και να γνωρίσουμε περισσότερο τον εαυτό μας. Μόνο ύστερα από την ανάλυση και την αποδοχή του αφομοιωμένου πλέον μύθου της προέλευσής μας μπορούμε να νιώθουμε ευχαριστημένοι επειδή είμαστε όπως είμαστε και αποτελούμε μέρος αυτής της κουλτούρας. Αξίζει να θυμόμαστε ότι η συγκεκριμένη ιστορία, είναι αυτή που εικονογραφεί καλύτερα, όχι μόνο την πίστη, αλλά ακόμα τις αρχές και τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε η κουλτούρα μας. Είναι η ιστορία που δείχνει πως στηρίζεται η κοινωνία μας και εξηγεί το αίνιγμα της αντίφασης και της αμφιβολίας. Διαφορετικά η ιδέα πως ζούμε σ’ ένα κόσμο όπου δεν υπάρχει καμιά δικαιοσύνη, ούτε καν από την πλευρά του Θεού, είναι κάτι πολύ δύσκολο να το αντέξεις.    

Γιατί, λοιπόν, ο Θεός, που είναι παντοδύναμος και πανταχού παρών, και ξέρει επομένως εκ των προτέρων τι πρόκειται να συμβεί, έβαλε στην άκρη του χεριού μας τον πειρασμό; Έστω ότι έβαλε το δένδρο εκεί επίτηδες για να μας δοκιμάσει, προβλέποντας ωστόσο την αποτυχία, ως σύμβολο της ελεύθερης βούλησης… Εντάξει! Τότε, όμως, γιατί ορίζει μια τόσο εξοντωτική και επώδυνη τιμωρία – πολύ χειρότερη κι απ’ αυτήν που ορίζει αργότερα για το δολοφόνο του ίδιου του αδελφού του; Αυτό είναι που μας γεννάει πάλι πολλά ερωτήματα.

Η προσπάθεια απάντησης, δηλαδή η σκέψη ότι ο Θεός ήθελε να κάνουμε χρήση της ελεύθερής βούλησής μας, για να επιλέξουμε μόνοι μας την υπακοή, δεν αρκεί. Τουλάχιστον, για την παρούσα ανάλυση. Μου βάζει κοντά μου ένα εξαιρετικό δένδρο δίπλα σ’ ένα άλλο επίσης εξαιρετικό, καταμεσής στον παράδεισο, και κατόπιν μου λέει ότι το δεύτερο δένδρο είναι απαγορευμένο κι έτσι το μετατρέπει σε πειρασμό. Στο μεταξύ, εγώ αναρωτιέμαι: το κάνει ελκυστικό για να γίνει πιο φανερό πως είναι απαγορευμένο ή άραγε μου το απαγορεύει κι έτσι το κάνει ακόμα πιο προκλητικό;

Υπάρχει και κάτι ακόμα. Στον Κήπο της Εδέμ υπήρχαν δύο δένδρα: το ένα «της ζωής» και το άλλο «του καλού και του κακού». Αυτό το τελευταίο, το απαγορευμένο, πρόσφερε γνώση περί του τι είναι καλό και τι είναι κακό. Ερωτώ: αφού ο Αδάμ και η Εύα δεν είχαν ακόμα φάει τον καρπό, πώς μπορούσαν να ξέρουν ότι ήταν κακό η ανυπακοή; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να επιλέξει ανάμεσα στο καλό και στο κακό, χωρίς να ξέρει τίποτα για το ένα ή για το άλλο; Άλλη μια φορά, αυτή η τρελή ιδέα περί Δημιουργίας δεν ευσταθεί.

Θα έπρεπε να αναζητήσουμε καλύτερη διέξοδο στα προβλήματά μας, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, αυτή η αυταρχική και ιδιότροπη συμπεριφορά θα καθιερωθεί ως κανόνας στη δυτική κουλτούρα: συνειδητά ή ασυνείδητα μεγαλώσαμε μέσα σ’ αυτό το μύθο που μας καθόρισε. Ζήσαμε με την ιδέα ότι υπάρχει ένας παράδεισος που χάθηκε λόγω ανυπακοής, και με έναν υπαινιγμό ότι το ίδιο θα ξανασυμβεί αν δεν προσέξουμε. Βεβαιωθήκαμε ότι στην περίπτωση που αγνοήσουμε μια απαγόρευση, η τιμωρία θα είναι βαριά.

Αυτά μας διδάσκουν κάθε μέρα στα σπίτια, στα σχολεία, στο δρόμο, και αυτή είναι η βάση της ηθικής μας διαπαιδαγώγησης. Αυτά είναι που πασχίζουμε διαρκώς να μεταδώσουμε στα παιδιά μας, διαβεβαιώνοντάς τα πως αν είναι καλά και υπάκουα, θα τους πάνε όλα καλά στη ζωή. Αντιθέτως, αν δεν υπακούσουν, πολλά κακά θα τους συμβούν. Και για να μην τους μείνει καμιά αμφιβολία, επιβάλλουμε δραστικές τιμωρίες αποδεικνύοντας ότι είμαστε προέκταση του παντοδύναμου θεού.

Για τελευταία φορά: να ’ναι άραγε αυτός ο μέγας μύθος – η ιστορία μιας θεϊκής αδικίας – βασισμένες σε αξίες εμφανώς  αυταρχικές και εκδικητικές με τις οποίες είναι αδύνατον κανείς να συμφωνήσει; Γιατί είναι πιο σοβαρό το επεισόδιο του Αδάμ και της Εύας απ’ αυτό του Κάιν; Γιατί τιμωρείται αυστηρότερα η ανυπακοή από το έγκλημα; Γιατί σχεδόν συγχωρείται ο Κάιν, που ξέρει ότι κάνει το κακό, και όχι οι γεννήτορές του, που δεν ξέρουν ότι είναι ανυπάκουοι;

Για τη δεύτερη ιστορία, της αδελφοκτονίας, μπορώ να βρω μιαν εξήγηση, έστω ανθρώπινη, για να διευκρινίσω το θείο μυστήριο: η αμαρτία της δολοφονίας δεν αποτελούσε παραβίαση κάποιου προκαθορισμένου νόμου. Μπορούμε να σκεφτούμε, κατά συνέπεια, ότι ο Κάιν ίσως να μην είχε συνείδηση ότι έκανε κάτι απαγορευμένο (του δίνουμε το πλεονέκτημα της αμφιβολίας), παρόλο που θα έπρεπε να έχει κληρονομήσει από τους γονείς του τη γνώση της διάκρισης του καλού από το κακό. Ως εκ τούτου, αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά υπέρ του Κάιν, αν κάνουμε σύγκριση με την αμαρτία του απαγορευμένου καρπού. Σ’ εκείνη την περίπτωση, ο Θεός είχε προειδοποιήσει τους πρώτους φιλοξενούμενούς του ότι δεν μπορούσαν να δοκιμάσουν τον καρπό εκείνου του δένδρου.

Θέλω, όμως, να δώσω έμφαση σε μία ακόμα πιο ουσιαστική διαφορά: καθώς αντιλαμβάνεται  το σφάλμα του, τη στιγμή που τον τσακώνει ο Θεός, ο Κάιν σκύβει το κεφάλι ντροπιασμένος. Αντιθέτως, ο Αδάμ πρώτα και η Εύα μετά, προσπαθούν να αρνηθούν την ευθύνη τους. Ο Αδάμ, μάλιστα, προσπαθεί να ρίξει την ευθύνη στον ίδιο το Θεό για την παράβαση (… «η γυναίκα που εσύ μου έδωσες»). Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αληθινή γνώση που μας παρέχει ο μύθος: να σκεφτούμε το ενδεχόμενο ότι η πτώση από τον Παράδεισο δεν ήταν συνέπεια της υποχώρησης του ανθρώπου στον Πειρασμό, αλλά στη μη αποδοχή της ευθύνης για την Πράξη.

Αυτός ο Θεός που προτείνω και βρίσκω πιο λογικό, πιο δίκαιο και πιο συμπονετικό, δεν τιμωρεί την ίδια την ανυπακοή –όπως κάνουμε ως τώρα και όπως έχουμε μάθει να νομίζουμε – αλλά το ότι δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ανυπακοής μας…

[ΠΗΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ Το Ταξίδι της Σιμρίτι του Χέρχε Μπουκάι, Εκδόσεις Opera 2012]