Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ ή ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ: κάθε λέξη για τον εκούσιο θάνατο είναι έντονα φορτισμένη και περιγράφει μια διαφορετική προσέγγιση του προβλήματος

 «Αύριο θα πεθάνω. Όχι ακριβώς όπως θα ήθελα, δηλαδή με ευθανασία, αλλά με ΜΗ υποβοηθούμενη ευθανασία. Ο μουχλιασμένος συντηρητισμός –έως σκοταδισμός– θεσμών και αντιλήψεων με αναγκάζει να διαπράξω μόνος την “ευθανασία” μου. Μόνο που αυτό δεν είναι ευθανασία, είναι αυτοκτονία». Ο Αλέξανδρος Βέλιος ήταν ένας επαγγελματίας των λέξεων και της εικόνας. Με αυτά τα δύο εργαλεία επιχείρησε να θέσει με τον ηχηρότερο τρόπο το αίτημα για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας και στην Ελλάδα. Πρώτα με ένα βιβλίο, μετά με μπαράζ συνεντεύξεων, έχοντας αφήσει πίσω του σειρά από βίντεο και οδηγίες σε συναδέλφους του δημοσιογράφους για το πώς να συνεχίσουν τη δημοσιοποίηση, ο Βέλιος επιχείρησε να εξασφαλίσει ότι το διάβημά του και το θέμα θα κρατηθούν ψηλά στην επικαιρότητα για πολύ καιρό μετά τη δική του τελευταία έξοδο. Δεν είναι σίγουρα ο πρώτος και πιθανότατα δεν θα είναι ο τελευταίος ασθενής που επιλέγει την οικειοθελή αποχώρηση. Η διαφορά στην πράξη του Βέλιου είναι πως έγινε από το πρώτο έως το τελευταίο βήμα δημόσια και με όρους διεκδίκησης, αλλά και με εξαιρετικά έντονο το δραματοποιημένο στοιχείο. Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι καθημερινά δίπλα μας που επιλέγουν να φύγουν, ο καθείς με τρόπο μοναδικό όσο, ενδεχομένως, κι ο τρόπος που έζησε [Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ανοίγει τον απαγορευμένο φάκελο με αφορμή την επιλογή του Αλέξανδρου Βέλιου. Τι ισχύει στην Ευρώπη, πώς βλέπουν το ζήτημα Έλληνες γιατροί, ποιο είναι το θεσμικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό και κοινωνικό πλαίσιο και πώς απαντούν ο γενικός γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων   και ο Υπουργός Δικαιοσύνης]


Γαλήνιο τέλος
Ο όρος ευθανασία δημιουργήθηκε από τον Αγγλο φιλόσοφο Φράνσις Μπέικον, που θεωρούσε ότι «το έργο της ιατρικής είναι η αποκατάσταση της υγείας και η καταπράυνση των πόνων, όχι μόνο όταν η καταπράυνση αυτή μπορεί να οδηγήσει στη θεραπεία, αλλά κι όταν μπορεί να εξασφαλίσει έναν εύκολο και γαλήνιο θάνατο». Αυτή ακριβώς είναι η βασική της διαφορά από την αυτοκτονία: στην ευθανασία ο θάνατος επέρχεται με τη βοήθεια της ιατρικής είτε ενεργητικά (όταν χορηγούνται στον ασθενή φάρμακα) είτε παθητικά (όταν ο γιατρός σταματά τη φαρμακευτική αγωγή και την ιατρική υποστήριξη).
Το 2002 η Ολλανδία ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο όπου επιτράπηκε η ευθανασία. Ακολούθησαν το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο. Το 2008, ανώτατο δικαστήριο της Ιταλίας έδωσε σε έναν πατέρα το πράσινο φως να αφαιρέσει τον σωλήνα που κρατούσε την κόρη του ζωντανή ύστερα από 10ετή δικαστικό αγώνα που δίχασε τη χώρα. Δύο χρόνια αργότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Γερμανίας αποφάνθηκε πως η διακοπή της μηχανικής στήριξης των ζωτικών λειτουργιών ασθενούς δεν αποτελεί έγκλημα, εάν αυτή είναι η θέληση του ασθενούς.

Αλ. Βέλιος - Θαν. Ανεστόπουλος: Σκηνοθετώντας τον θάνατό τους
Ο Κωστής Παπαϊωάννου, γενικός γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γράφει στο facebook για την παράξενη σύμπτωση που έφερε κοντά δύο αταίριαστους ανθρώπους, τον Αλέξανδρο Βέλιο και τον Θάνο Ανεστόπουλο: «Ο ένας (σ.σ. Αλέξανδρος Βέλιος) έφερε το τέλος πιο κοντά. Το έπραξε άρτια, το ετοίμασε και το εξακόντισε στη δημόσια σφαίρα με επιμονή και χειρουργική ακρίβεια. Απόλυτα σεβαστή η επιλογή, η δημοσιοποίησή της και η δραματοποίηση που τη συνόδευσε, δεν άφησαν χώρο να φανεί η οδύνη (σημείωση: δεν είμαι από εκείνους που έχουν λύσει μέσα τους εντελώς το θέμα της ευθανασίας.
Θα ήθελα βέβαια, στην απευκταία περίπτωση, τη δυνατότητα της επιλογής για μένα και τους πολύ δικούς μου. Μπορεί και να τη διεκδικούσα. Με τρομάζει όμως τούτες τις μέρες η ευκολία της δημόσιας ενθουσιώδους αποδοχής της ευθανασίας. Σκέφτομαι τι θα σήμαινε να ανοίξει η πόρτα της για πολλούς ανήμπορους και μάλιστα δαπανηρούς ανήμπορους).
Ο άλλος πήγε το τέλος πιο μακριά. Έγραφα μετά τη συναυλία του Μαΐου στο «Παλλάς» πως «ο Θάνος κάλεσε στη σκηνή τους συντρόφους μιας ζωής γεμάτης ποίηση και μουσική, τον Αλεξανδρινό, την Πολυδούρη, τον Καρυωτάκη, τον Waits, τον Cave, τον Nyman, τον Cohen. Καθισμένος σε έναν κόκκινο καναπέ στο κέντρο της σκηνής, κάπνιζε και κουβέντιαζε με τον αποχωρούντα εαυτό του. Σηκώθηκε ελάχιστα, στηριγμένος στη μέσα δύναμη, τη γλυκιά φροντίδα φίλων και το ξύλινο μπαστούνι του, ίσα για να μας χαιρετήσει και να μας δώσει ραντεβού για ένα κάποιο μέλλον” (...) Ο Ανεστόπουλος πήγε ώς το τέλος και πήγε το τέλος ένα χιλιοστό πιο πέρα. Και το σκηνοθέτησε, το στιχούργησε, το τραγούδησε, το έντυσε με τα φορέματα που εκείνος διάλεξε.
Σκηνοθέτησαν κι οι δυο την πορεία τους από την πρώτη ανακοίνωση της ασθένειας ως την προετοιμασία του επικείμενου τέλους. Ο καθένας με τα εργαλεία του (ο ένας με το όπλο της δημοσιότητας και του θορύβου που αναπότρεπτα γεννά η πρόκληση θανάτου κι ο άλλος με την τέχνη) φιλοτέχνησαν το πορτρέτο του αποχωρούντος εαυτού, την εξόδιο παράσταση (...)».

Κατηγορηματική η Εκκλησία, διαλλακτική η επιστήμη
«Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει διατυπώσει τη θέση της σε σχέση με την ευθανασία από το 2000. Η άποψη των ορθοδόξων στηρίζεται στην αρχή ότι η απόφαση ζωής και θανάτου δεν είναι ατομικό δικαίωμα, αλλά στα χέρια του Θεού που τη διαχειρίζεται». Στην ανακοίνωση που εξέδωσε η Ιερά Σύνοδος τονίζεται ότι «η Εκκλησία μας, που πιστεύει στην αθανασία της ψυχής, στην ανάσταση του σώματος, στην αιώνια προοπτική και πραγματικότητα (...) κάθε θάνατο που αποτελεί αποτέλεσμα ανθρωπίνων αποφάσεων και επιλογών -όσο “καλός” και αν ονομάζεται- τον απορρίπτει ως “ύβριν” κατά του Θεού. Κάθε δε ιατρική πράξη που δεν συντελεί στην παράταση της ζωής, ως ο Ορκος του Ιπποκράτη ορίζει, αλλά προκαλεί επίσπευση της στιγμής του θανάτου, την καταδικάζει ως αντιδεοντολογική και προσβλητική του ιατρικού λειτουργήματος».
Τι γίνεται με όσους από εμάς δεν θρησκεύονται κι επομένως δεν αναζητούν θεολογικές απαντήσεις κι οριοθετήσεις σε ένα τέτοιο θέμα; Δικαιούται και σε ποιο βαθμό η πολιτεία να υπεισέρχεται σε θέματα ζωής και θανάτου; Το ερώτημα πριν από λίγες δεκαετίες είχε απασχολήσει την ιατρική αλλά και τη νομική κοινότητα ως προς την εξωσωματική γονιμοποίηση:
Από τη στιγμή που κατακτήθηκαν τα επιστημονικά μέσα για να μπορεί κανείς να γίνει γονιός ακόμα και στα βαθιά του γεράματα, όφειλαν να μπουν κανόνες και όρια στη διαδικασία – και όχι μόνο ως προς αυτό το σημείο, αφού μόλις πρόσφατα η Επιτροπή Βιοηθικής κλήθηκε να αποφανθεί αν μια οικογένεια μπορούσε να πάρει σπέρμα από το σε αφασία τέκνο της ώστε οι γονείς του να αποκτήσουν εγγόνι στο μέλλον.

Διλήμματα ηθικής
Τα τελευταία αρκετά χρόνια στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ο ίδιος προβληματισμός υπάρχει και για τον τρόπο που ένας άνθρωπος επιλέγει να φύγει από τη ζωή: αν νομιμοποιούνται οι γιατροί «να γίνουν θεοί για μια μέρα» ώστε να βοηθήσουν στην αναπαραγωγή, γιατί να μη νομιμοποιούνται να πράξουν το ίδιο και για τον θάνατο;
Οι απαντήσεις που δίνουν οι κοινωνίες αντικατοπτρίζονται στα δικαιικά τους συστήματα: εν τέλει κάθε νόμος είναι μια εικόνα του τρόπου που μια δοσμένη κοινωνία σε μια δοσμένη συγκυρία αξιολογεί συνταγματικά και ηθικά μια πράξη. Πώς, όμως, αξιολογείται συνταγματικά και ηθικά η ευθανασία; Οφείλουμε να διατηρούμε πάση θυσία στη ζωή κάποιον που πάσχει από μια ανίατη ασθένεια, ακόμα και όταν αυτός επιζητεί με κάθε τρόπο έναν ήρεμο και ανώδυνο τερματισμό της ζωής του;

«Όχι», μας λέει ο Βαγγέλης Μάλλιος, γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

«Η τεχνητή διατήρηση των βιολογικών λειτουργιών του ανθρώπου παρά τη θέλησή του, όταν δεν αναμένεται θεραπευτικό αποτέλεσμα, αντιστρατεύεται τη θεμελιώδη αρχή της έννομης τάξης μαςτον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου. Η τεχνητή παράταση της ζωής κάποιου ο οποίος υποφέρει, βρίσκεται στο τελικό στάδιο ανίατης ασθένειας και ενσυνείδητα επιθυμεί να τερματιστεί η ζωή του, τον υποβιβάζει σε αντικείμενο ιατρικού πειραματισμού και αναιρεί την ιδιότητά του ως ανθρώπου. Τον ανάγει σε απλό βιολογικό ον που διατηρείται στη ζωή μόνο και μόνο επειδή το επιτρέπουν τα μηχανήματα και έως ότου συμβεί ένα “θαύμα”».
Δικαιούται λοιπόν κανείς να αποφασίσει να πεθάνει;
Δικαιούται ακόμα και να ζητήσει και να σταματήσει τη θεραπεία που τεχνητά παρατείνει τη ζωή του;

Η Σταυρούλα Τσινόρεμα, καθηγήτρια Σύγχρονης και Νεότερης Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, διδάσκει Βιοηθική και είναι κατηγορηματική: «Η αξίωση ενός ασθενούς να αφεθεί να εξελιχθεί η διαδικασία του θανάτου του ανεμπόδιστα, ως “δικαίωμά του να αφεθεί να πεθάνει”, είναι παράγωγο του δικαιώματός του να μην υφίσταται καμία παρέμβαση στο σώμα του χωρίς την εκούσια κι ενήμερη συγκατάθεσή του, το οποίο συνδέεται με την αρχή του απαραβίαστου της προσωπικότητάς του. Είναι αίτημα ενσωματωμένο σε μια βαθύτερη ευθύνη του προσώπου να λαμβάνει το ίδιο κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν την ενδόμυχη σχέση με τον εαυτό του, εξαιτίας της ιδιαίτερης ευθύνης που φέρει για τον βίο του.
»Θεραπεία που δεν αποκαθιστά την υγεία ή δεν εγγυάται παρά μόνον ελάχιστη αναβολή του θανάτου, με μεγάλο πόνο ή αγωνία για τον πάσχοντα, δεν μπορεί να είναι ηθικά επιβεβλημένη. Η τεχνητή παράταση μιας τέτοιας ζωής μπορεί να συνιστά βλάβη για τον πάσχοντα πολύ οδυνηρότερη από τη διακοπή της. Το να αφεθεί κάποιος να φύγει, σε αυτή την περίπτωση, αποτελεί πράξη αγαθοεργίας. Ο ήρεμος και ανώδυνος θάνατος είναι ηθικό πλεονέκτημα. Η επιθετική καθυστέρηση μέσω ιατρικής παρέμβασης της αναπόφευκτης έλευσης του θανάτου, κατά παράβαση της βούλησης ή/και του συμφέροντος του ασθενούς, δεν νομιμοποιείται ηθικά και μπορεί να συνιστά παραβίαση της ορθής ιατρικής πρακτικής».

Τον λόγο έχουν οι γιατροί
Αν. Καραμπίνης: Δεν είμαστε δήμιοι
Στην Ελλάδα η ευθανασία απαγορεύεται. Τι λένε γι’ αυτή την πρακτική Ελληνες γιατροί; «Εμείς φοράμε άσπρες μπλούζες, δίνουμε ζωή, δεν είμαστε δήμιοι», είπε σε συνέντευξή του σε ραδιοφωνικό σταθμό ο πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων κι εντατικολόγος Ανδρέας Καραμπίνης.
«Αν ένας πολίτης θέλει να βάλει εκουσίως τέλος στη ζωή του διότι πιστεύει ότι δεν αξίζει, διότι έχει μια ανίατη αρρώστια ή βρίσκεται σε αδιέξοδο, είναι θέμα πολιτικό, κοινωνικό. Δεν μπορεί σε αυτή τη διαδικασία να συμμετέχει κανένας γιατρός και να βοηθήσει να φύγει ένας άνθρωπος από τη ζωή (…). Αν στην εντατική έχουμε ένα περιστατικό μη ανατάξιμο, δεν μπορούμε να διακόψουμε ενεργητικά τις θεραπείες και την υποστήριξη. Συνοδεύουμε τον ασθενή, βάσει των αρχών της παρηγορητικής θεραπείας, ώστε ναι μεν εφόσον έρχεται ο θάνατος να μην τον εμποδίσουμε, αλλά δεν θα τον προκαλέσουμε.
Θα του δώσουμε τη θεραπεία που πρέπει ώστε να περάσει στον άλλο κόσμο χωρίς να πονάει και να έχει άγχος. Αυτός είναι ο ρόλος μας. Υπάρχουν βιολογικές διαστάσεις κι επιστημονικά τεκμήρια».

Ευάγγ. Φιλόπουλος: Θα μπορούσε να...
Ο Ευάγγελος Φιλόπουλος είναι διευθυντής της Κλινικής Μαστού στον «Αγιο Σάββα» και πρόεδρος της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας. Ο κ. Φιλόπουλος μας δίνει μια πολυπαραγοντική ερμηνεία στη θεώρηση της ευθανασίας:
«Η κυριαρχία των οικονομικών κριτηρίων στη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής, οι εξαιρετικά ατροφικές δομές υγείας και φροντίδας, η σταδιακή αναποτελεσματικότητα των βασικών μη τυπικών δικτύων υποστήριξης (οικογένεια, γείτονες) και ο πολιτισμικός και ηθικός μαρασμός των πολιτών μπορούν να δώσουν ώθηση στην επιλογή της λεγόμενης ευθανασίας. Αν δεν μπορούμε να προσφέρουμε αποτελεσματικά μέτρα παρηγορητικής φροντίδας, που εξασφαλίζουν μια πορεία προς τον θάνατο χωρίς πόνο, χωρίς καταρράκωση της αξιοπρέπειας και χωρίς ψυχικούς κραδασμούς σ’ όλους τους καρκινοπαθείς (και τους συγγενείς τους), τότε η ευθανασία μπορεί να προβληθεί ως η κατάλληλη εναλλακτική επιλογή».
«Πόσο πιθανό είναι να συμβεί κάτι τέτοιο στην Ελλάδα;», τον ρωτήσαμε.
«Είναι δύσκολο να συμβεί στη χώρα μας κυρίως εξαιτίας της ιδιαίτερης αντίστασης των Ελλήνων να αποδεχθούν το αναπόφευκτο του θανάτου λόγω της ασθένειας: πιέζουν τους γιατρούς να κάνουν κάτι για να σωθεί ο ασθενής, παρ’ όλο που επιστημονικά το τέλος είναι θέμα ολίγων ημερών. Εξαιρετικά σπάνια Έλληνες ασθενείς αναζητούν δυνατότητες πρόωρου τερματισμού της ζωής τους.
Από την άλλη, δεν είναι ηθική επιλογή η εμμονή σε θεραπείες μέχρι την τελευταία στιγμή, που στην καλύτερη περίπτωση επιτυγχάνουν σε μικρά ποσοστά ελάχιστη χρονική παράταση της επιβίωσης. Μια τέτοια πρακτική αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη της παρηγορητικής ιατρικής, δεν προσφέρει ουσιαστική βελτίωση της ποσότητας και ποιότητας ζωής στους πολλούς και οδηγεί σε σπατάλη πόρων, προς όφελος όσων εμπλέκονται στην ιατρική (φαρμακευτικές εταιρείες, κλινικές, επαγγελματίες υγείας).
Πέρα από τις ενδιαφέρουσες και περίπλοκες συζητήσεις για την ευθανασία, η αυτοχειρία (με ή χωρίς βοήθεια) ασθενούς τελικού σταδίου σε διαύγεια συνείδησης με στόχο να αποφύγει την ταλαιπωρία που τον περιμένει προκαλεί αίσθημα σεβασμού και δέος προς τον αυτόχειρα, αλλά και ισχυρό ερέθισμα περισυλλογής και αναστοχασμών σ’ όσους βρέθηκαν δίπλα του, ιδιαίτερα στους γιατρούς».

Νατάσσα Παπαδαυίδ: Γιατί όχι;
Η Νατάσσα Παπαδαυίδ είναι παθολόγος με μεταπτυχιακό στην παρηγορητική ιατρική, μια ειδίκευση που αντιμετωπίζει πολυεπίπεδα ασθενείς που υποφέρουν από χρόνιο πόνο ή βρίσκονται στο τελικό στάδιο ανίατης νόσου.
«Υπάρχει ευθανασία; Υπάρχει δηλαδή το ευ θνήσκειν;», ρωτήσαμε την κ. Παπαδαυίδ. «Μπορεί ένας θάνατος να είναι καλός με την έννοια του αποχαιρετισμού από τον πάσχοντα στη ζωή. Κανείς ψυχικά υγιής άνθρωπος δεν θέλει να πεθάνει. Αναφέρομαι άρα εξ αρχής σε μια μη αναστρέψιμη κατάσταση που αποκλείει την επιστροφή στην κανονική ζωή.
«Μια ολόκληρη ομάδα πρέπει να ασχολείται με τον ασθενή, όχι μόνο θεραπευτικά και ανακουφιστικά, αλλά και υποστηρίζοντας ψυχολογικά τον ίδιο και τους ανθρώπους του. Ο πάσχων πρέπει να γνωρίζει όλη την αλήθεια για την πορεία της ασθένειάς του ώστε να μπορεί να λάβει τη σωστή για εκείνον απόφαση. Εάν ο άνθρωπος είναι ψυχικά υγιής και πάσχει από μια ανίατη ασθένεια, γιατί να μην μπορεί να επιλέξει τον δρόμο του προγραμματισμένου θανάτου του;».

Ν. Παρασκευόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης: Ο νομικός δεν μπορεί να παρέμβει
«Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς με δυο λόγια για θέμα με άπειρες πτυχές, ιστορία και βάθος, όπως η ευθανασία. Περιορίζομαι σε μία μόνο πτυχή, τη δικαιική. Το δίκαιο έχει αντικείμενο των ρυθμίσεών του τις ανθρώπινες σχέσεις. Η μη υποβοηθούμενη ευθανασία, όπως άλλωστε και η αυτοκτονία, δεν ιδρύουν μια σχέση με τρίτους. Καταχρηστικά θα μπορούσε να γίνει λόγος για σχέση μας με τον εαυτό μας. Αν το θελήσουμε, αυτή τη σχέση μπορούμε να τη συζητήσουμε με τον ψυχολόγο ή τον εξομολόγο μας. Ο νομικός δεν μπορεί να παρέμβει σε κάτι που κείται έξω από τον χώρο, την έννοια του δικαίου. Επομένως, νομίζω, στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι σωστό να μιλάμε ούτε για δικαίωμα στον θάνατο ούτε για “υποχρέωση να ζεις”, αλλά για πράξη εκτός εμβέλειας του δικαίου».

Ιωάννης Καράκωστας, Καθηγητής Νομικής: Η Ελλάδα οφείλει να αποκτήσει νομικό πλαίσιο
Ο Έλληνας νομοθέτης δεν έχει ακόμα ρυθμίσει το ζήτημα της ευθανασίας. Αυτό σημαίνει πως όλες οι ιατρικές πράξεις που έχουν αποτέλεσμα την επίσπευση του θανάτου είναι παράνομες και τιμωρούνται ως πλημμέλημα (άρθρο 300 Ποινικού Κώδικα).
Γι’ αυτό και ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για να αναζητηθεί εάν κάποιος βοήθησε τον Αλέξανδρο Βέλιο να φύγει από τη ζωή.
Ωστόσο, σε πρόσφατη συνάντηση της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής με τον υπουργό Δικαιοσύνης, Νίκο Παρασκευόπουλο, αποφασίστηκε η σύγκληση επιτροπής η οποία θα διαμορφώσει το νομοθετικό πλαίσιο που θα ρυθμίζει τις περιπτώσεις όσων δεν επιθυμούν την παράταση της ζωής τους.
Μιλήσαμε με τον αναπληρωτή πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής, ομότιμο καθηγητή της Νομικής Αθηνών, Ιωάννη Καράκωστα:

«Η Ελλάδα οφείλει να αποκτήσει νομοθετικό πλαίσιο και να θεσπίσει διατάξεις που να αφορούν τη δυνατότητα αυτοδιάθεσης του προσώπου, να έχει, δηλαδή, κάποιος τη δυνατότητα, εφόσον το επιθυμεί και έχει πλήρη ικανότητα ως προς το δικαιοπρακτείν, να αποφασίζει ελευθέρως. Αυτός ο κανόνας κατοχυρώνεται και συνταγματικά με βάση την αρχή της αξιοπρέπειας και της προστασίας του προσώπου. Βεβαιότατα, πρέπει να υπάρχουν αυστηρές προϋποθέσεις και οφείλουμε να προβληματιστούμε σοβαρά μέχρι ποίου σημείου αποφασίζει ο ίδιος ο ασθενής και ποιες θα είναι αυτές οι προϋποθέσεις (ο κίνδυνος ζωής, η μη δυνατότητα ίασης;)»

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΙΔΙΑ ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΑ ΣΕ ΧΩΡΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΧΩΣ ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΝ, ΣΧΟΛΕΙΑ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΠΙΝΟΥΝ:

Πληθαίνουν τα άρθρα των αρίστων για την αριστεία. Κυρίως ντελικάτοι καθηγητές πανεπιστημίου με τη σχεδιαστική γραμμή του σοφού που αψηφά την κοινωνική βαρύτητα και μαζί με σύννεφα, φεγγάρια και παραλίες αραδιάζει επιχειρήματα για να καταλήξει στην ανάγκη μιας πνευματικής ελίτ αρίστων που θα προωθήσει αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.


Αν και οπωσδήποτε οι νεοφιλελεύθεροι έχουν εγκαταλείψει τη στιβαρότητα για χάρη της ελκυστικότητας, προωθούν με όρους σφαγείου τα εκπαιδευτικά γκουλάγκ. Τα παραδείγματα είναι πάντα παραδείγματα χωρών στις οποίες οι άνθρωποι δεν ζουν αλλά δουλεύουν.

Ως άκακοι ονειροπόλοι οι αρθρογράφοι-της εφημερίδας που προσδιορίζεται ως αστική αλλά απευθύνεται σε χωριάτες που μένουν σε πλούσια προάστια-κάνουν βουτιά στη νοσηρή ψυχοσύνθεση του νεοέλληνα. Ξέρουν πως τα παιχνίδια του νεοέλληνα είναι τα παιδάκια του και πως η παιδοκεντρική του πλήξη ζητά σανό και αφρώδες πνεύμα.

Ξέρουν πως θα του γαργαλίσουν το ναρκισσιστικό του λοβό με έξαλλες ποσότητες αριστείας. Όλες οι εφαπτόμενες τροχιές της ματαιοδοξίας του ξέρουν πως οδηγούν στα φράγκα και στην καλή ξαπλώστρα στην Ψαρού.
Μα κανένας σπουδαίος υπερφίαλος μαλάκας και κανένας ηθικολόγος της αριστείας δεν υπήρξε παιδί. Και κανένας απ’ αυτούς τους στρατηγούς του νεομεσαίωνα δεν μπορεί να νιώσει τη νοσταλγία και τη θλίψη που προκαλεί η εντελώς καθορισμένη ζωή των παιδικών χρόνων.

Παιδιά κλειδωμένα σε χώρους που συνεχώς μικραίνουν. Σχολεία που μπαίνεις μέσα τους και σε καταπίνουν.

Το ψωμί όπως και η ζωή αρχίζει εκεί να χάνει τη γεύση του. Ακόμα και το παιχνίδι είναι προγραμματισμένο και στημένο με ωράριο και απολύμανση σε κλειστούς πάντα χώρους. Είναι οι επίλεκτοι δάσκαλοι, που σε μαθαίνουν εκεί στο σχολείο της αριστείας πως το να κερδίζεις το ψωμί είναι σημαντικότερο απ’ το να το τρως. Και πως κάθε τι είναι υπολογισμένο κι έχει την τιμή του.

[ΠΗΓΗ: Αντώνης Αντωνάκος από το προσωπικό του ιστολόγιο ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ με ένα ΚΟΛΑΖ SCHOOL vintage Memories] 

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

«ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ και το ΔΑΣΟΣ» των Βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, οι Σπουδές και το… ΜΝΗΜΟΝΙΟ τους:

Και φέτος θα έχουμε βάσεις από τη γη έως τον ουρανό. Από τα περισσότερα από τα 19.000 μόρια της Ιατρικής Αθήνας έως τα λιγότερο από 3.500 μόρια κάποιου ξεχασμένου τμήματος των ΤΕΙ. Χάσμα και άβυσσος!... Είτε πέφτουν, όμως, είτε ανεβαίνουν οι βάσεις το θέμα της ποιότητας των σπουδών και της αντικειμενικής αξίας του Απολυτηρίου παραμένει: Οι μαθητές που τελειώνουν το Λύκειο έχουν κατακτήσει πραγματικά τις γνώσεις και τις εμπειρίες που περιλαμβάνονται στο φιλόδοξο Αναλυτικό Πρόγραμμα των σπουδών τους;     Για ακόμη μία φορά, το υπουργείο Παιδείας φαίνεται να κρατά «κρυμμένα» ορισμένα δεδομένα τα οποία μένουν συνήθως στο περιθώριο των δημόσιων συζητήσεων, αν και απασχολούν, από την επομένη κιόλας της εισόδου στα Πανεπιστήμια, δεκάδες χιλιάδες οικογένειες. π.χ. μόνο 1 στους 8 εισάγεται σε σχολή που τον ενδιαφέρει. Στους 3 από τους 10 που πετυχαίνουν την εισαγωγή τους εκτός τόπου κατοικίας το πτυχίο κοστίζει κατά μέσο όρο 30.000. Οι 2 στους 3 που εισάγονται στα ΤΕΙ δεν ολοκληρώνουν ποτέ τις σπουδές τους. Οι 7 από τους 10 που παίρνουν πτυχίο δεν βρίσκουν εργασία πάνω σ’ αυτό που σπούδασαν. Ένας στους τρεις φοιτητές δηλώνει ότι σκάφτεται να μεταναστεύσει!... 


ΕΞΙ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:
 1η] Η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν θα επιφέρει το χαμόγελο σε αρκετές οικογένειες που τα ονόματα των παιδιών τους θα βρεθούν στον κατάλογο των επιτυχόντων. Και αυτό γιατί υπάρχουν δύο έντονοι προβληματισμοί που γκριζάρουν το τοπίο της επιτυχίας. Το πρώτο πρόβλημα θα το έχουν περίπου 15-18.000 επιτυχόντες που θα επιτύχουν την εισαγωγή τους εκτός τόπου μόνιμης κατοικίας και γνωρίζουν ότι με την εξαφάνιση της κρατικής φοιτητικής μέριμνας θα χρειαστούν περίπου ένα μισθό τον μήνα για να επιβιώσουν στη «δημόσια και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση» της χώρας μας.
Το δεύτερο πρόβλημα αφορά την πορεία των σπουδών του νέου φοιτητή σε ένα Πανεπιστήμιο το οποίο η κυρίαρχη εκπαιδευτική και οικονομική πολιτική το έχει κάνει να μοιάζει με μεθυσμένο καράβι σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Χέρι χέρι με την υποχρηματοδότηση, που έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, βαδίζουν η έλλειψη διοικητικού και εκπαιδευτικού προσωπικού και τα γνωστικά αντικείμενα που σπρώχνονται να φτιασιδώνονται σύμφωνα με τις ορέξεις της αγοράς.

2η] Στο πλαίσιο αυτό είναι φανερό ότι το ακριβοπληρωμένο στον βωμό της παραπαιδείας «εισιτήριο» εισαγωγής στα ΑΕΙ και η επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού δεν τελειώνει με την είσοδο των υποψηφίων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και αν οι τρεις στους τέσσερις υποψήφιους έχουν ξοδέψει στην πορεία για τη διεκδίκηση μιας θέσης από 5.000 έως και 20.000 ευρώ, τα έξοδα συνεχίζονται καθώς είμαστε τελευταίοι στις δημόσιες δαπάνες για φοιτητική μέριμνα-ενίσχυση των φοιτητών

3η] Την ίδια ώρα το «φαινόμενο» της εγκατάλειψης των σπουδών αποκτά δραματικές διαστάσεις, εάν εξετάσει κανείς στον χρονικό ορίζοντα των τελευταίων χρόνων τη σχέση του αριθμού εισακτέων με τον αριθμό αποφοιτησάντων. Για παράδειγμα από τους περίπου 90.000 εισακτέους την περίοδο 2008/09–2009/10 στα ΤΕΙ, αποφοίτησαν μετά τέσσερα χρόνια (από το 2011/12-2012/13) λιγότεροι από 33.000. Τι σημαίνει αυτό; Ότι σε κάθε τρεις εισακτέους στα ΤΕΙ αποφοιτά μόνο ο ένας!

4η] Από όσους Ελληνες πτυχιούχους μετανάστευσαν στο εξωτερικό τα τελευταία 25 χρόνια, οι τρεις στους τέσσερις έφυγαν την τελευταία εξαετία. Το μέγεθος της απώλειας, του πλήγματος για την Ελλάδα, καταδεικνύεται και από ακόμη ένα στοιχείοοι περισσότεροι μεταναστεύουν με πρόθεση να εγκατασταθούν μόνιμα στο εξωτερικό αναζητώντας εκεί δουλειά. Ανάμεσά τους δεκάδες χιλιάδες πτυχιούχοι από τις πιο «βαριές» σχολές του ελληνικού Πανεπιστημίου (μηχανικοί, γιατροί κ.λπ.). Σε πρόσφατη έρευνα σε 780 φοιτητές των ελληνικών Πανεπιστημίων αποδεικνύεται ότι ένας στους τρεις φοιτητές σκέφτεται να μεταναστεύσει όταν πάρει το πτυχίο του για εξεύρεση εργασίας σε άλλη χώρα.

 5η] Η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής, όλη η κουβέντα για επιτυχόντες και μη, εξαφανίζει εντέχνως από το εκπαιδευτικό τοπίο όλους εκείνους που δεν είχαν και δεν έχουν τη δυνατότητα να είναι ούτε καν υποψήφιοι για μια ανώτατη σχολή. Αναφερόμαστε στα χιλιάδες παιδιά που κάθε χρόνο, πριν καν ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση, πετιούνται στην έρημο της αμορφωσιάς, της φτώχειας και συνήθως και του κοινωνικού αποκλεισμού.


6η] Τελευταίο και ξεχασμένο. Είτε πέφτουν είτε ανεβαίνουν οι βάσεις, είτε καταγράφονται χαμηλές είτε καταγράφονται υψηλές επιδόσεις, το πραγματικό πρόβλημα αναδύεται πλέον καθαρά: οι μαθητές μας, σ’ ένα σημαντικό ποσοστό, αδυνατούν να κατανοήσουν το νόημα των κειμένων που διαβάζουν και βεβαίως αδυνατούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους [ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών 23-08-2016]

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

ΜΠΟΡΕΙ Η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ ΝΑ ΧΤΙΣΕΙ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΠΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗ, ΠΙΟ ΔΙΚΑΙΗ και με ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΙΣΟΤΗΤΑ;

Φθάσαμε, λοιπόν, ως χώρα στον πάτο. Πρωτίστως οικονομικά, αλλά η οικονομική χρεοκοπία αποκάλυψε και τις άλλες πτυχές της ένδειας. Αναρωτιόμαστε συχνά τι θα μας βγάλει από την κατάστασή μας, ποιος μπορεί να μας τραβήξει μπροστά, όχι προσωρινά με κάποια πρόχειρα μερεμέτια ή ξένα δάνεια, αλλά πιο μόνιμα, πιο σταθερά. Και στρέφουμε το βλέμμα στους νέους περιμένοντας απ' αυτούς μια νέα πνοή, μια αναζωογονητική και δημιουργική δύναμη. Ελπίζουμε πως η νέα γενιά μπορεί να χτίσει μια καλύτερη Ελλάδα, πιο σύγχρονη, πιο παραγωγική, πιο δίκαιη, πιο σίγουρη για τον εαυτό της, με περισσότερη ελευθερία και ισότητα. Αλλά μπορεί; Ποιους νέους έχουμε εμείς ετοιμάσει ως γονείς και ως δάσκαλοι, ως ελληνική πολιτεία; Μπορούν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες μας, μπορούμε να βασιζόμαστε σε αυτούς για μια νέα προοπτική; To ζήτημα αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον με τη σχεδιαζόμενη ψήφο στα 17 αλλά και τις συγκρίσεις εκλογικής συμπεριφοράς των νέων στην Ελλάδα και στη Βρετανία, στο πρόσφατο δημοψήφισμα.


Αμέσως μετά τη δικτατορία, η νέα γενιά, κυρίως οι φοιτητές, με το φωτοστέφανο του Πολυτεχνείου, συμπλήρωσαν με τα προβεβλημένα στελέχη τους το σκηνικό του παλαιού συστήματος και, στη συνέχεια, εμπέδωσαν και κληροδότησαν μία κουλτούρα διαμαρτυρίας, αριστερής οίησης και εύκολης βεβαιότητας, επιφανειακής σχέσης με τα γράμματα και βαθιάς στήριξης σε στερεότυπα και κοινοτοπίες, νέες και παλαιές. Βγαίνοντας από τη σκοτεινιά της δικτατορίας που ρήμαξε τα πανεπιστήμια και έκλεισε διανοητικούς ορίζοντες, η πρωτοπορία των νέων της εποχής βρήκε στήριξη σε προδικτατορικές αυθεντίες αλλά και σε όσα έρχονταν αποσπασματικά και κακοχωνεμένα, αλλά γυαλισμένα και θελκτικά, από το εξωτερικό. Διάβαζαν από άτακτες και πρόχειρες μεταφράσεις κάθε τι μαρξίζον ή μαρξιστικό, τις περισσότερες φορές όχι για να καταλάβουν ή να σκεφθούν αλλά για να νικήσουν σε μια κομματική αντιδικία ή να φιλοτεχνήσουν ένα προφίλ που μπορούσαν να πουλήσουν πολιτικά και προσωπικά. Τα πανεπιστήμια παραδόθηκαν στην κομματοκρατία. Οι φοιτητοπατέρες και οι συνδικαλιστές αλώνιζαν και οι καθηγητές, που στη μεγάλη τους πλειονότητα είχαν σιωπήσει επί της εθνοσωτηρίου και είχαν πλέον στις τάξεις τους τους παλαιούς βοηθούς, είτε συνωστίζονταν στους διαδρόμους και τις παρυφές της εξουσίας  είτε έκαναν τους κομματικούς γκουρού. Αυτά, κάπως σχηματικά - και γι' αυτό ίσως άδικα -, στην πιο κινητική επιφάνεια. Κάτω από την επιφάνεια, λίγοι καλοί, φοιτητές και καθηγητές, έκαναν τη δουλειά τους και οι περισσότεροι απλώς επιβίωναν. Οι σπουδαγμένοι στο εξωτερικό, και κατά τεκμήριο πιο στιβαροί ακαδημαϊκά, κρατήθηκαν με ασφάλεια απ' έξω.

Οι φοιτητές έπαιρναν το πτυχίο τους χωρίς πολύ κόπο, και κυρίως χωρίς σοβαρό διάβασμα, για να βρουν στη συνέχεια δουλειά μόνο με το χαρτί. Είχαμε δηλαδή λίγους που ελίσσονταν αποτελεσματικά, χωρίς βάρος και έρμα, στην επιφάνεια της δημόσιας ζωής και πολλούς που απλώς περνούσαν τα γρανάζια του εκπαιδευτικού συστήματος. Εμπαιναν στα πανεπιστήμια παπαγαλίζοντας, περνούσαν τα μαθήματα με τα sos και έμπαιναν στη συνέχεια στις τάξεις της δημόσιας εκπαίδευσης ως δάσκαλοι για να μεταφέρουν συνήθως φτωχές γνώσεις. Αφού το χαρτί ήταν ο μόνος στόχος, τα συγγράμματα - μέσα πλουτισμού για ορισμένους καθηγητές - ήταν, κατά κανόνα, πρόχειρα, συχνά αντιγραμμένα, χωρίς ακαδημαϊκό έλεγχο και ενημέρωση, ενώ τα προγράμματα σπουδών αποτέλεσμα συμβιβασμών συσχετισμών ισχύος. Κανένα μέτρο αριστείας και κανένας σοβαρός κανόνας ορθότητας, έστω και λανθασμένος, δεν μπορούσε έτσι να οικοδομηθεί και έμενε να κυριαρχεί μια βολική συντηρητική αδράνεια και ένας καιροσκοπικός νεωτερισμός.

Μπορούμε να ελπίζουμε στη σημερινή νέα γενιά; Οι πιο πολλοί προσπαθούν σ' ένα περιβάλλον εγκατάλειψης. Καταλαβαίνουν πλέον ότι η παλαιά αμεριμνησία δεν θα τους πάει μακριά. Αλλά δεν έχουν υποστήριξη. Το σύστημα κοιτάζει αλλού, πώς θα κρατηθεί και θα επιβιώσει. Οσοι αντέξουν θα στραφούν στο εξωτερικό αναζητώντας προσωπικές λύσεις. Αλλά με τη χώρα τι γίνεται; Τι έχει καταλάβει η νέα γενιά και τι μπορεί να κάνει; Με κίνδυνο να θεωρηθεί ηλικιακή γκρίνια, θα έλεγα ότι δυστυχώς όχι παρά πολλά, όπως φαίνεται π.χ. από την εκλογική της συμπεριφορά. Οι νέοι είναι ακόμη εγκλωβισμένοι στον παλαιό τρόπο σκέψης. Οι πιο ανήσυχοι από αυτούς, αυτοί που δεν νοιάζονται μόνο για το στενό προσωπικό τους συμφέρον, ακολουθούν κατά βήμα τους προηγούμενους. Η δική τους, σημερινή «ανατρεπτικότητα» είναι μιμητική, ξέπνοη, επιδεικτική. Οπως παλαιά έτσι και τώρα, οι θεσμοί δεν έχουν κύρος γι' αυτούς και αναζητούν έξω από αυτούς μια επαναστατικότητα ίδια με την παλιά, χωρίς υποψία κριτικής, χωρίς αμφισβήτηση, αδιαφορώντας για όσα μεσολάβησαν, παρακάμπτοντας και πάλι την ουσία. Δεν μελετούν αλλά ενημερώνονται πρόχειρα. Διαβάζουν τα ίδια, λίγο πολύ, βιβλία (έχει προστεθεί ο Ζίζεκ με τον Μπαντιού) χωρίς βάσεις, χωρίς συγκρότηση. Ενα πασάλειμμα προοδευτισμού που θα μείνει μετά σαν βερνίκι. Το σφάλμα δεν είναι πρωτίστως δικό τους. Είναι των μεγαλύτερων που ούτε έναν σοβαρό αντίπαλο δεν κατάφεραν να στήσουν απέναντί τους. Ενας πνιγηρός χυλός που μαγειρεύεται επί χρόνια από νέους και μεγαλύτερους τόσο από τη συντηρητική όσο και από την προοδευτική-αριστερή παράταξη στην πολιτική αλλά και στην παιδεία, σκεπάζει κάθε απόπειρα ειλικρινούς αυτογνωσίας και ανανέωσης.

Μακρινή ελπίδα μια νέα αρχή για μια εκπαίδευση ουσίας (που δεν έχει σχέση με τα φληναφήματα της κυβέρνησης), η οποία θα θέτει στόχους αξιολογήσιμους και θα βοηθήσει τη χώρα να αποκτήσει χαρακτήρα και να αναπτυχθεί. Στο επίκεντρο θα είναι οι νέοι και, στυλοβάτες αυτής της προσπάθειας, οι ευσυνείδητοι εκπαιδευτικοί που προσπαθούν χρόνια μόνοι.

[ΠΗΓΗ: ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ;  Βάσως Κιντή, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – επιφυλλίδα που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ 24-07-2016 – ART by Perspectives-Chiharu-Shiota]

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: Ηθική σε έναν κόσμο ξένων:

Μπορεί να γραφτεί ένα ηθικό μανιφέστο για έναν πλανήτη που μοιραζόμαστε με περισσότερους από έξι δισεκατομμύρια ξένους; Τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης του κόσμου; Τι οφείλουμε στους ξένους δυνάμει της κοινής ανθρώπινης υπόστασής μας; Ποιες είναι οι ηθικές αρχές του κοσμοπολιτισμού, αυτής της μακραίωνης παράδοσης που απορρίπτει τον φυλετισμό και εθνικισμό για χάρη ενός ευρύτερου εναγκαλισμού της ανθρώπινης κοινότητας; Ο συγγραφέας, φιλόσοφος, θεωρητικός του πολιτισμού και μυθιστοριογράφος με ενδιαφέρον για την πολιτική και ηθική φιλοσοφία, την φιλοσοφία της γλώσσας και του νου και την αφρικανική πνευματική ιστορία, εκθέτει προβληματισμούς και προτάσεις, σε μια ενδιαφέρουσα σύνθεση αυτοβιογραφίας, ιστορίας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Γιος Αφρικανού πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, μεγαλωμένος στην Γκάνα και με σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Απάια θυμάται τo τελευταίο μήνυμα που του άφησε ο πατέρας του στον ίδιο και τις αδελφές του: Να θυμάστε ότι είστε πολίτες του κόσμου. Άλλωστε ακόμα και στην πόλη Κουμάσι όπου μεγάλωσε, πρωτεύουσα της περιοχής Ασάντι της Γκάνας, ζούσαν αμέτρητοι «ξένοι»: λιβανέζικες και συριακές οικογένειες, μαρωνιτικές και μουσουλμανικές κοινότητες και πλείστοι Ευρωπαίοι – Έλληνες, Ούγγροι, Ιρλανδοί, Σκωτσέζοι, Άγγλοι επαγγελματίες. Και, όπως θυμάται, ποτέ του δεν αναρωτήθηκε γιατί ήρθαν από τόσο μακριά και γιατί δεν έφυγαν μετά την ανεξαρτησία της χώρας.



Στο διαρκώς περιπλανώμενο είδος μας, ο διαχωρισμός των κοινοτήτων και η απομόνωση συνιστούσαν πάντα παρέκκλιση. Η παρόρμηση να μεταναστεύουμε δεν είναι λιγότερο «φυσική» από την παρόρμηση να εγκατασταθούμε κάπου μόνιμα. Ταυτοχρόνως, οι περισσότεροι άνθρωποι που έμαθαν την γλώσσα και τα έθιμα άλλων τόπων δεν το έκαναν από απλή περιέργεια. Συνεπώς ο κοσμοπολιτισμός δεν πρέπει να θεωρείται υψηλό επίτευγμα. Αρχίζει με την απλή ιδέα ότι στην ανθρώπινη κοινότητα, όπως και στις εθνικές κοινότητες, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε συνθήκες συνύπαρξης: της συνομιλίας με την παλαιότερη σημασία της, της συναναστροφής, της σύμπραξης.

Ο κάθε άνθρωπος για τον οποίο ξέρετε κάτι και τον οποίο μπορείτε να επηρεάσετε, γράφει ο συγγραφέας, είναι κάποιος απέναντι στον οποίο έχετε ευθύνες. Αυτή η άποψη είναι η ουσία της ίδιας της ηθικής. Επομένως η πρόσκληση είναι να πάρουμε το μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων όπως διαμορφώθηκαν ζώντας σε τοπικές ομάδες επί πολλές χιλιετίες και να τα εφοδιάσουμε με ιδέες και θεσμούς που θα μας επιτρέπουν να ζούμε μαζί σαν μια παγκόσμια φυλή. Ο κοσμοπολίτης γνωρίζει ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και ότι μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις διαφορές μας. Ούτε προσδοκά ούτε επιθυμεί να συγκλίνουν όλοι οι άνθρωποι ή όλες οι κοινωνίες σε έναν ενιαίο τρόπο ζωής.

Η Βιρτζίνια Γουλφ προέτρεπε σε «ελευθερία από μη πραγματικούς δεσμούς πίστης και αφοσίωσης» - έθνος, φύλο, σχολείο, γειτονιά και ούτε καθεξής. Στο ίδιο πνεύμα, ο Λέων Τολστόι καταφερόταν εναντίον της «ηλιθιότητας» και του πατριωτισμού. Να καταστρέψουμε τον πόλεμο, να καταστρέψουμε τον πατριωτισμό, έγραφε σε ένα δοκίμιο του 1896. Παρομοίως, μερικοί σύγχρονοι φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι τα σύνορα των εθνών δεν είναι παρά ατυχήματα της ιστορίας, χωρίς δίκαιη αξίωση στη συνείδησή μας. Ο συγγραφέας διατρέχει την συναρπαστική ιστορία του ταξιδιώτη σερ Ρίτσαρντ Φράνσις Μπέρτον, που γοητευόταν από το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων επινοήσεων και την ποικιλία των τρόπων ζωής και σκέψης.

Ο Μπέρτον κατάφερε να βλέπει τον κόσμο μέσα από αντιλήψεις διαφορετικές από εκείνες με τις οποίες είχε ανατραφεί· όμως επανειλημμένα στα γραπτά του προσπερνά ευκαιρίες στις οποίες θα μπορούσε ναπαρέμβει για να μειώσει τα ανθρώπινα δεινά, που απλώς καταγράφει. Επομένως η περίπτωσή του αποκρούει την άποψη εκείνων που φαντάζονται ότι οι προκαταλήψεις οφείλονται μόνο στην άγνοια, ότι η οικειότητα τρέφει την φιλία. Κάποιος μπορεί να γνωρίζει τον τρόπο ζωής άλλων κοινωνιών χωρίς να τον εγκρίνει και να τον υιοθετεί. Όμως το συμπέρασμά του μετά την μακροχρόνια επαφή με φιλοσοφίες και έθιμα πολλών ανθρώπων είναι το εξής: θα βρείτε κομμάτια αλήθειας μαζί με πολλά λάθη παντού και δεν θα βρείτε πουθενά ολόκληρη την αλήθεια. Το μεγαλύτερο λάθος είναι να πιστεύουμε ότι το δικό μας θραύσμα του καθρέφτη μπορεί να αντικατοπτρίζει το όλον.

Ο συγγραφέας εκκινεί από αντίστροφες θέσεις από εκείνες που θα περιμέναμε, καταρρίπτει αξίες, υποδεικνύει πολλά από τα συνήθη μας επιχειρήματα καλών προθέσεων, καταδεικνύει αντιφάσεις, συχνά εντοπίζει το λανθασμένο σκεπτικό στις δίκαιες αντιλήψεις. Η γραφή του είναι απλή και εύληπτη αλλά απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για να τον ακολουθήσει κανείς στις δαιδαλώδεις, τεθλασμένες συνδέσεις. Αφιερώνει πολλές σελίδες στο κρίσιμο θέμα του σκεπτικισμού σχετικά με την παρέμβαση στις άλλες κοινωνίες, καθώς πολλοί αντιμετωπίζουν με δυσπιστία την οικουμενική ηθική και μας παροτρύνουν να μην παρεμβαίνουμε στη ζωή άλλων κοινωνιών. Αναρωτιέται τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται πως απειλείται η ταυτότητά τους και ανατέμνει την δυσκολία της Δύσης να δεχτεί ότι πλείστα θέσφατά της είναι απλώς αντιλήψεις και όχι αυταπόδεικτες αλήθειες

Υπάρχουν πάντα και οι σκοτεινές πλευρές του οικουμενισμού. Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τους νεοφονταμενταλιστές, βίαιους και μη, είναι ότι εκφράζουν μια οικουμενική ηθική, η οποία αντιστρέφει την εικόνα του κοσμοπολιτισμού. Οικουμενικότητα χωρίς ανεκτικότητα ισοδυναμεί με φόνο και η θλιβερή ιστορία των ευρωπαϊκών χριστιανικών πολέμων το επιβεβαιώνει. Η επιμονή στο όραμα μιας οικουμενικής αλήθειας μπορεί να οδηγήσειτον κόσμο ξανά στην αιματοχυσία. Οι δεξιοί χριστιανοί τρομοκράτες των ΗΠΑ ξεχνούν την βασική τους ομοιότητα με τους τζιχαντιστές: και γι’ αυτούς υπάρχει μόνο ένας σωστός τρόπος ζωής.

Οι οικουμενισμοί στο όνομα της θρησκείας δεν είναι οι μόνοι που αντιστρέφουν το κοσμοπολίτικο πιστεύω. Στο όνομα μιας οικουμενικής ανθρωπότητας μπορεί το ίδιο εύκολα να γίνει κανείς το είδος μαρξιστή, όπως ο Μάο ή ο Πολ Ποτ, που θέλει να ξεριζώσει όλες τις θρησκείες, όσο κι ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ο οποίος επιβλέπει μια θανάτωση στην πυρά. Για τους αντικοσμοπολίτες η οικουμενικότητα καταλήγει στην ομοιομορφία.
Όταν μιλούμε για αξίες, τονίζει ο συγγραφέας, στην πραγματικότητα μιλούμε για ορισμένες από τις επιθυμίες μας· είναι πράγματα που θέλουμε να τα θέλουν οι πάντες. Και μας υπενθυμίζει κάτι αυτονόητο που επιμένουμε να ξεχνάμε: ότι οι αξίες ενός πολιτισμού κληρονομούνται από γενιά σε γενιά και πως αν είχαμε κι εμείς ανατραφεί με ανάλογες πεποιθήσεις και είχαμε ζήσει παρόμοιες εμπειρίες θα τις πιστεύαμε κι εμείς. Εκείνο που δικαιώνεται διαρκώς στις λαμπρές σελίδες της δημόσιας και ιδιωτικής Ιστορίας είναι ακριβώς η αναγνώριση ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και μπορούμε να μαθαίνουμε από τις διαφορές μας.

[ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ – Surrealism by upernene]

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

ΑΚΥΡΩΣΕ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα)

«Όταν το νόημα της ζωής προβάλλεται στο μέλλον, πώς θα ζήσουν οι άνθρωποι που δεν μπορούν να φανταστούν πια το μέλλον;». Με τον τρόπο αυτό περιγράφει στο βιβλίο του «Η σιωπή των ζώων» ο Βρετανός φιλόσοφος Τζον Γκρέι το παράδοξο που βιώνουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, βυθιζόμενοι στη φτώχεια, στον αποκλεισμό και στην περιθωριοποίηση. Η εμπεδωμένη εν είδει θρησκευτικού δόγματος πίστη στην αέναη πρόοδο, η οποία με τη βοήθεια της επιστήμης οδηγεί, υποτίθεται, στις φωτεινές λεωφόρους του μέλλοντος, αποτελεί σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό πηγή κατάθλιψης και απελπισίας στον καιρό της κρίσης. Πώς μπορούμε αλήθεια να φανταστούμε ένα μέλλον που γίνεται όλο και πιο σκοτεινό, όλο και πιο δυσοίωνο, όλο και πιο απόμακρο; Ένα μέλλον που μας αφορά όλο και λιγότερο; Ένα μέλλον το οποίο προεξοφλούν άλλοι για εμάς πριν από εμάς; [από άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου στην Εφημερίδα των Συντακτών  ]


Η καταδίκη σ’ έναν αθέλητο «παροντισμό», ιδίως για τη νέα γενιά, η οποία ζει αποκομμένη από την ιστορική γνώση και περιπέτεια, οδηγεί σχεδόν μαθηματικά στον ωφελιμισμό, στον ατομικισμό και στην αντικοινωνική προσέγγιση της ζωής. Η καταστροφή της διαγενεακής αλληλεγγύης από τις σημερινές εξουσίες θα πληρωθεί με υψηλό τόκο στο μέλλον σε όσους θελήσαμε σήμερα να βάλουμε στη θέση του ακούσιου παρία.
«Η πνευματική ζωή δεν είναι μια αναζήτηση νοήματος, αλλά η απελευθέρωση απ’ αυτό» γράφει κάπου αλλού ο Γκρέι, θέλοντας να μας πει ότι πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι εμείς οι ίδιοι κατασκευάζουμε τον κόσμο που ζούμε, με τα υλικά που εμείς διαλέγουμε και άρα να μην αναζητάμε ένα προκαθορισμένο σχέδιο για το μέλλον, φτιαγμένο από κάποιο «Δημιουργό».
Φυσικά για να φτάσουμε στο σημείο να απελευθερωθούμε από την εμμονή με την αναζήτηση νοήματος θα πρέπει να ακολουθήσουμε μια μακριά και δύσβατη πορεία ατομικής και συλλογικής αυτοσυνείδησης.
«Η ελευθερία συνίσταται στο να είσαι ενήμερος για το παράλογο της ζωής» αναφέρει σ’ ένα από τα βιβλία του ο σκεπτικιστής Γούντι Αλεν, θέλοντας ακριβώς να δείξει τα όρια του ελέγχου μας στα πράγματα και στις κοινωνικές υποθέσεις.
Αυτό βέβαια δεν οδηγεί στην απραξία και στην παθητικότητα, αλλά, αντίθετα, στην ανάληψη ευθύνης και δράσης, ώστε να διεκδικήσουμε το δικό μας κομμάτι στη δημιουργία του κοινωνικού κόσμου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα λόγια αυτά ακούγονται από πραγματικούς δημιουργούς (σκέψης και τέχνης), όπως ο Γκρέι και ο Αλεν.
Η νεύρωση της αναζήτησης ενός (κρυμμένου) νοήματος αποτελεί κληρονομιά του Χριστιανισμού και αργότερα του Διαφωτισμού, οι οποίοι διαμόρφωσαν ο καθένας τη δική του εκδοχή του Μεσσιανικού.
Η κοιλάδα των δακρύων που οδηγεί στον Παράδεισο μέσω της Δευτέρας Παρουσίας για τον πρώτο και η άφιξη σ’ ένα κόσμο γνώσης, αέναης προόδου και αρμονίας ενάντια στο μεσαιωνικό σκότος για τον δεύτερο έπαιξαν το ρόλο του νοήματος για αιώνες.
Σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ η ουτοπία που συνόψισαν οι Doors στο τραγούδι τους When the music’ s over: «Cancel my subscription to the Resurrection /We want the world and we want it Now!» («Ακύρωσε την εγγραφή μου για την Ανάσταση/ Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε Τώρα!».
[ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΣΑΝ ΑΓΙΟ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ, άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου στην Εφημερίδα των Συντακτών, 3/06/2016]

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΧΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΜΕΣΑ Σ’ ΕΝΑ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΗΠΟ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ:

Κανένας ξεμωραμένος εθνικιστής δεν θέλω να με μάθει τα αρχαία ελληνικά του και να με μυήσει στα νέα του αιμοσταγή καμώματα. Κανένας σάτυρος φιλόλογος δεν θέλω να μου μάθει γραμματική και συντακτικό σαν να εκπαιδεύει λυκόπουλα στους προσκόπους. Στο διάολο όλα τα μαθήματα αν δεν μου γνωρίσουν τον κόσμο και δε μου μάθουν την περιπλάνηση. Στο διάολο τα μαθήματα αν δεν με οδηγούν στη χαρά της ζωής και στην καύλα της ανακάλυψης. Το πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι αν θα μαθαίνονται ή όχι τα αρχαία ελληνικά αλλά πως θα μαθαίνονται όταν επιλέξω να τα μάθω [κι άλλοι αδέσποτοι στοχασμοί του Αντώνη Αντωνάκου για το θέμα της γλώσσας, των αρχαίων ελληνικών και, τελικά, για το μέγα ζήτημα της άνωθεν κατευθυνόμενης γραφειοκρατικής  εκπαίδευσης –κάθε κόμμα κι ένα πρόγραμμα σπουδών, κάθε υπουργός παιδείας κι ένα σύστημα εξετάσεων, κάθε συνιστώσα κι άλλες οδηγίες χρήσεως- που κόπτονται να κατοχυρώσουν τους τύπους με διπλό ΚΛΙΚ προς τα αριστερά ή δεξιά (κατά περίπτωση…)  αφού πρώτα τους έχουν περάσει από τον αποχυμωτή διορισμένων επιτροπών διαλόγου για την παιδεία και των Ακαδημαϊκών βεβαίως βεβαίως… που πρόσκεινται φιλικά στον εκάστοτε αρχηγό τους!.. Οπότε, ίτε παίδες Ελλήνων κι εσείς δάσκαλοι του γένους και μισθοφόροι διανοούμενοι των ΜΜΕ, σηκώστε τα πνευματικά σας φουστάνια. Μπαίνουμε στην κόλαση  


Τα αρχαία ελληνικά είναι μια νεκρή γλώσσα. Κάθε γλώσσα που δεν χρησιμοποιείται, δηλαδή δεν μιλιέται, είναι νεκρή γλώσσα. Σχεδόν με δυσκολία την προφέρουμε και με δυσκολία την μελετάμε. Αυτό δεν σημαίνει πως οι νεκρές γλώσσες είναι για τα μουσεία και τις βιβλιοθήκες. Είναι σπουδαίο να ξέρουμε το παρελθόν της γλώσσας μας και τη φύτρα των αρωμάτων της.

Είναι σπουδαίο να ξέρουμε όλα τα μυστικά περάσματα της πλούσιας αρχαίας ελληνικής γραμματείας τα οποία είναι άκρως γοητευτικά και σπουδαία. Αν δεν μάθουμε όμως, εμείς, έστω και σ’ ένα στρατοκρατούμενο σύστημα, να καλλιεργούμε στους ανθρώπους το δικαίωμα της επιλογής, αλλά μιλάμε για επιβολή και καταργήσεις εκτοξεύοντας μαλακιούλες συναισθηματικής κοπής και χρυσαυγίτικης απόχρωσης, τότε γινόμαστε χειρότεροι απ’ το σύστημα που υποτίθεται θέλουμε να χτυπήσουμε.

Το σχολείο θα πρέπει να παρέχει τα πάντα μέσα σ’ ένα Επικούρειο γνωστικό κήπο δίνοντας στους ανθρώπους το ιερό δικαίωμα της επιλογής. Κανένας ξεμωραμένος εθνικιστής δεν θέλω να με μάθει τα αρχαία ελληνικά του και να με μυήσει στα νέα του αιμοσταγή καμώματα. Κανένας σάτυρος φιλόλογος δεν θέλω να μου μάθει γραμματική και συντακτικό σαν να εκπαιδεύει λυκόπουλα στους προσκόπους.

Στο διάολο όλα τα μαθήματα αν δεν μου γνωρίσουν τον κόσμο και δε μου μάθουν την περιπλάνηση. Στο διάολο τα μαθήματα αν δεν με οδηγούν στη χαρά της ζωής και στην καύλα της ανακάλυψης. Το πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι αν θα μαθαίνονται ή όχι τα αρχαία ελληνικά αλλά πως θα μαθαίνονται όταν επιλέξω να τα μάθω.

Μια παπαδοκρατούμενη εκπαίδευση διδάσκει χρόνια τώρα παπαδίστικα αρχαία. Ταλαιπωρία παπαγαλίστικη και Άνδρα μη έννεπε, Μούσα, πολύτροπον. Απονευρωμένα, αποκομμένα απ’ το ιστορικό τους πλαίσιο και το ανθρωπολογικό περιβάλλον της εποχής. Μια γραφειοκρατική εκπαίδευση διδάσκει τη γραφειοκρατία της αρχαίας γλώσσας αφού πρώτα την έχει περάσει απ’ τον αποχυμωτή της ακαδημίας.

Αφού τυραννικά και προγραμματικά με όλο το φορμαλιστικό υπερεγώ του σπουδαγμένου μαλάκα ξερόλα καθηγητή βάζει μπουρλότο σε κάθε ανήσυχο μυαλουδάκι που σκάει από χυμούς και απορίες. Αλλά αντί για απαντήσεις εισπράττει βεβαιότητες και έτσι πρέπει και έτσι είναι και στις εξετάσεις μπαίνει αυτό. Κάθε πολιτικό γκεμπελικό μόρφωμα βάζει τα διλήμματα την ώρα που τα έχει ανάγκη και την ώρα που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει προς ίδιον όφελος.

Σ’ ένα άκρως ταξικό και σκοταδιστικό σχολείο που δεν ενδιαφέρεται για τους μαθητές αλλά τους απασχολεί κάποιες ώρες για να μην πάρουν αμπάριζα και τα γαμήσουν όλα, το λιγότερο είναι αν θα διδάσκονται ή όχι τα αρχαία ελληνικά.
Και μην οδύρεστε άλλο μάνες αρχαιοελληνίδες, κι εσείς δάσκαλοι του έθνους, μισθοφόροι διανοούμενοι του σκάι, σηκώστε τα πνευματικά σας φουστάνια. Μπαίνουμε στην κόλαση.


[ΕΓΕΡΘΗΤΙ από το προσωπικό ιστολόγιο του Αντώνη Αντωνάκου: https://dromos.wordpress.com/ ]

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Η ΑΛΟΓΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΚΗΣ ΠΑΘΟΓΟΝΟΥ ΑΙΤΙΑΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ:

Επισημαίνω συχνά –ίσως φορτικά– σε φοιτητές και φοιτήτριες, ότι καθήκον των κοινωνικών επιστημόνων, όπως και εν γένει των πολιτών, είναι η διάγνωση των αιτιών ενός φαινομένου (ιδιαίτερα όταν αυτό το φαινόμενο είναι απεχθές) με στόχο την ευμενή παρέμβαση. Το δεύτερο προϋποθέτει βέβαια το πρώτο (πρέπει κανείς να ξέρει τι φταίει προκειμένου να το αντιμετωπίσει), όμως η ανάταξη δεν επέρχεται ούτε αυτόματα ούτε, πολύ περισσότερο, νομοτελειακά: Για να καταπολεμηθεί ένα πρόβλημα πρέπει κανείς να αναλάβει εμπρόθετη δράση, και να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της αποτελεσματικότητας. Φαίνεται όμως πως οι απλές αυτές αρχές (που διέπουν και συγκροτούν το επιστημονικό εγχείρημα) αποτελούν εφτασφράγιστο μυστικό για τους τρόπους με τους οποίους η κυρίαρχη συλλογιστική προσεγγίζει το τρέχον όνειδος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν μείνουμε παγιδευμένοι εκεί, το μέλλον δεν πρόκειται να είναι τίποτε άλλο παρά μια δίνη πολλαπλασιασμού των δεινών. «Ευρωπαϊσμός» έφτασε στις μέρες μας να σημαίνει κλειστά σύνορα, μαζικές απελάσεις και καταστολή: πρακτικές που ήδη τις καταγγέλλουν φορείς όπως η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, η Διεθνής Αμνηστία και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ως επονείδιστες, και που, μαζί με τα όσα προηγήθηκαν (τη συνέργεια σε πολιτικές που οδήγησαν στον «εφιάλτη δίχως τέλος» της Μέσης Ανατολής) είναι αναπόφευκτο να οδηγήσουν σε αντιδράσεις λογικά και ηθικά ανεξέλεγκτες: ό,τι συγκλονισμένοι σήμερα βιώνουμε ως τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα. Αν θέλουμε έλλογα –επιστημονικά και όχι ιδεοληπτικά– να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, πρέπει εκεί, στον τομέα αυτό, να στρέψουμε την προσοχή μας [Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ, αποσπάσματα από άρθρο του Σεραφείμ Σεφεριάδη, αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο – ART by Chiharu-Shiota]


 Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ
Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι, στο πλαίσιο αυτό, να αναλογιστούμε ότι η ΕΕ υποδαύλισε την άλογη τρομοκρατία όχι μόνο έμμεσα, μέσω των πολιτικών του «σοκ και δέος» που στο παρελθόν υποστήριξε, αλλά και άμεσα: μέσω της στήριξης που εξακολουθεί να παρέχει σε καθεστώτα σαν κι αυτό της Σαουδικής Αραβίας, ταυτόχρονα πρωταθλητή στη χρηματοδότηση του εξτρεμιστικού ισλαμισμού και, το 2015, βασικού πελάτη της βέλγικης οπλικής βιομηχανίας.
Πρέπει ακόμα να αναλογιστούμε ότι οι πρόσφυγες/μετανάστες, που πάνω τους θα πέσει –ως μη όφειλε– η αντεκδικητική μήνις των αφελών, είναι αυτοί τα κύρια θύματα του τζιχαντισμού που προκάλεσαν οι πολιτικές των σήμερα –κατά τα άλλα–  δακρύβρεχτων ευρωπαίων αξιωματούχων. Στα τέλη Φεβρουαρίου-αρχές Μαρτίου, λ.χ., ο ISIS δολοφόνησε 200 ιρακινούς, ενώ σε λιγότερο από δυο χρόνια χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο πάνω από 19.000 άμαχοι (28 την ημέρα).
Δεν είναι όμως μόνο αυτοί. Παρόμοια ισχύουν και για τους πρόσφυγες της Υεμένης, που απελπισμένα προσπαθούν να αποφύγουν τη τύχη των χιλιάδων νεκρών που προκάλεσαν οι βομβαρδισμοί του –ταυτόχρονα φιλοευρωπαϊκού και φιλο-ISIS–  σαουδικού καθεστώτος σε νοσοκομεία, ιδιωτικές κατοικίες και σχολεία.

Ας αναλογιστούμε ότι μια βδομάδα πριν την τελευταία επίθεση είχαν δολοφονηθεί στην περιοχή αυτή του πλανήτη 400% περισσότεροι άμαχοι απ’ ό,τι οι νεκροί του Βελγίου. Παρεμφερή ισχύουν βέβαια και για αμέτρητους άλλους: ασφαλώς Σύρους, αλλά και Αφγανούς, Παλαιστίνιους, Πακιστανούς, Σομαλούς, Νιγηριανούς, Κογκολέζους –όλους αυτούς που άκοπα και ψευδεπίγραφα σήμερα οι κυρίαρχοι αποκαλούν «οικονομικούς», και κατ’ επέκταση, «παράτυπους» μετανάστες. Τα στοιχεία είναι γνωστά και εύκολα προσβάσιμα, όπως γνωστό πρέπει να είναι και το φαινόμενο που μας απασχολεί: λέγεται ιμπεριαλισμός∙ η άλογη τρομοκρατία που εκούσια ή ακούσια προκαλεί οφείλει να μας απασχολήσει ως σύμπτωμα αυτής της βασικής παθογόνου αιτίας.

Για όποιον δεν είναι –λόγω ιδεοληψίας ή ιδιοτέλειας– τυφλός, το συμπέρασμα είναι απολύτως ξεκάθαρο: Η ΕΕ, με όλες τις κατασταλτικές της υποστηρίξεις (το ΝΑΤΟ και τη FRONTEX) είναι ανίκανη να λύσει το πρόβλημα διότι, πολύ απλά, είναι μέρος του προβλήματος, ίσως ο πιο βασικός του παράγοντας.
Όπως γλαφυρά εξήγησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο Paul Murphy, με την πρόσφατη συμφωνία της με την Τουρκία, η ΕΕ είναι σαν να χρηματοδοτεί το Μεξικό για να χτίσει έναν γιγάντιο συνοριακό τοίχο: έχει δηλαδή υιοθετήσει και ήδη εφαρμόζει την πολιτική που απειλεί να εφαρμόσει στις ΗΠΑ ο Τραμπ. Αν είναι όμως έτσι, δεν αρκεί να το επισημαίνουμε –πρέπει στη βάση αυτών των διαπιστώσεων να δράσουμε κιόλας.

Η αμήχανη ελληνική κυβέρνηση, που με τις ανεπάρκειές της νεκρανάστησε τη δημαγωγία όσων περιμένουν στη γωνία τον οριστικό της εξανδραποδισμό, σύρεται στο αδιέξοδο κυρίαρχο σκεπτικό όπως αυτό εγγράφεται στην επίμαχη πρόσφατη συμφωνία. Έλλογα και ορθολογικά σκεπτόμενοι, πρέπει να αντιταχθούμε στο σκεπτικό αυτό, και να απευθυνθούμε σε όσους κινηματικά στήριζαν με πάθος και ελπίδα το ελληνικό εγχείρημα για όσον καιρό διαρκούσε (ας θυμηθούμε το πρωτοφανές κύμα συμπαράστασης σε πάνω από 200 ευρωπαϊκές πόλεις τις μέρες του δημοψηφίσματος).
Η Ευρώπη-φρούριο, η ιμπεριαλιστική Ευρώπη της ΕΕ –της λιτότητας και της περιστολής των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων– οδηγεί την Ευρώπη στον όλεθρο. Μόνη ρεαλιστική διέξοδος είναι η καταγγελία της και η επίμονη ανάδειξη της πρωτογενούς πηγής του προβλήματος: του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού της καταστροφής.


[Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ του Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδη
αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο,
 Life Member στο πανεπιστήμιο του Cambridge (CLH) 

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ή ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΙΩΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ;

Το «μεταναστευτικό ζήτημα» είναι ζήτημα τελείως τεχνητό, όπως και κάθε ζήτημα που τίθεται δημόσια στο σημερινό κόσμο, για τους ίδιους πάντα λόγους: Το ζήτημα τίθεται από την οικονομία (δηλαδή από την απάτη της ψευδο-οικονομίας) και συζητιέται στους κόλπους του θεάματος. Συζητιέται με όρους βλακώδεις, όπως π.χ. «Να τους κρατήσουμε ή να τους διώξουμε τους μετανάστες»; Στην πραγματικότητα μετανάστης δεν είναι ο μόνιμος κάτοικος που τυγχάνει αλλοδαπός στην καταγωγή, αλλά ο άνθρωπος που θεωρείται διαφορετικός, που συλλαμβάνει τον εαυτό του ως διαφορετικό και που πρόκειται να παραμείνει διαφορετικός. Πολλοί μετανάστες, ή τα παιδιά τους, έχουν υπηκοότητα γαλλική. Πολλοί Πολωνοί ή Ισπανοί υπήκοοι κατέληξαν να χαθούν μέσα στη μάζα του γαλλικού πληθυσμού που ήταν κάτι άλλο απ' αυτούς. Όπως τα πυρηνικά απόβλητα ή οι διαρροές πετρελαίου στον ωκεανό, έτσι και οι μετανάστες είναι προϊόν των νεωτερικών πρακτικών της καπιταλιστικής διαχείρισης. με τη διαφορά ότι τα «όρια ανοχής» σε αυτούς καθορίζονται πιο αυστηρά και πιο «επιστημονικά». Και όπως τα πυρηνικά και οι διαρροές πετρελαίου, έτσι και οι μετανάστες θα μείνουν μαζί μας για αιώνες, για χιλιετίες, για πάντα. Θα μείνουν μαζί μας γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να εξολοθρεύσει κανείς τους Γερμανοεβραίους επί Χίτλερ παρά να εξολοθρεύσει κανείς τους Βορειοαφρικανούς (και τους άλλους) σήμερα: Στη Γαλλία ούτε ναζιστικό κόμμα υπάρχει, ούτε ο μύθος της αυτοχθονίας της φυλής! Να τους αφομοιώσουμε λοιπόν ή να «σεβαστούμε την πολιτισμική τους ποικιλομορφία»; Πόσο φαύλο το δίλημμα! Δεν μπορούμε πια να ενσωματώσουμε κανέναν. Δεν μπορούμε να αφομοιώσουμε ούτε τους νέους, ούτε τους Γάλλους εργάτες, ούτε τους επαρχιώτες, ούτε τις παλιές εθνικές μειονότητες (τους Κορσικανούς ή τους Βρετόνους), αφού το Παρίσι, μια πόλη κατεστραμμένη, έχει χάσει τον ιστορικό της ρόλο, που ήταν η παραγωγή Γάλλων. Τι να καταφέρει ο συγκεντρωτισμός χωρίς το κέντρο, την πρωτεύουσα; Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν μετέτρεψαν τους διωκόμενους Ευρωπαίους σε Γερμανούς. Η διάχυση του συγκεντρωμένου θεάματος μόνον θεατές μπορεί να ενοποιήσει. Κάνουμε γαργάρες, σε μια γλώσσα καθαρά διαφημιστική, με την έκφραση «πολιτισμική ποικιλομορφία». Μα για ποιον πολιτισμό μιλούμε; Ίχνος δεν έχει απομείνει. Ούτε χριστιανική, ούτε μουσουλμανική κουλτούρα υπάρχει, ούτε σοσιαλιστική, ούτε επιστημονική. Ας μην μιλούμε λοιπόν για κάτι πεθαμένο. Μια ματιά μόνο να ρίξουμε γύρω μας αρκεί για να διαπιστώσουμε την αλήθεια: Δεν έχει απομείνει τίποτε πέρα από την παγκόσμια-θεαματική (αμερικάνικη) κατάρρευση κάθε πολιτισμού [Ένα κείμενο για το ζήτημα των ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ,  γραμμένο από τον Guy Bebord το 1985 που εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά επίκαιρο]

Σε τι πιστεύουμε τελικά, ή μάλλον σε τι τελοσπάντων παριστάνουμε ότι πιστεύουμε, εμείς οι γιεσμεν του θεάματος και της αλλοτρίωσης;


Αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να βοηθήσει στην αφομοίωση είναι το δικαίωμα ψήφου. Οι Γάλλοι είναι ψηφοφόροι επειδή ακριβώς δεν είναι πλέον τίποτε άλλο. Το ένα κόμμα είναι ίδιο με το άλλο, η μία εκλογική υπόσχεση ισοδυναμεί με την αντίθετή της… Πρόσφατα μάλιστα τα πολιτικά προγράμματα (τα οποία όλοι γνωρίζουν πως δεν πρόκειται να εφαρμοστούν) έπαψαν και να εξαπατούν, αφού πλέον δεν αφορούν σε κανένα απολύτως σημαντικό ζήτημα. Χαρακτηριστική απόδειξη του ότι η ψήφος δεν σημαίνει τίποτε, ούτε καν για τους ίδιους τους Γάλλους, είναι ότι το 25% των "πολιτών" ηλικίας 18-25 ετών δεν είναι καν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, από αηδία και μόνον. Προσθέστε σ' αυτούς και όσους είναι εγγεγραμμένοι αλλά απέχουν από την ψηφοφορία.

Κάποιοι προτάσσουν το κριτήριο της «γλωσσικής επάρκειας στη γαλλική». Ας γελάσουμε. Μα μιλούν γαλλικά οι σημερινοί Γάλλοι; Γαλλικά είναι αυτά που μιλάνε οι σημερινοί αναλφάβητοι όπως ο Fabius ("Bonjour les dégats!) ή η Françoise Castro ("a t' habite ou ça t' effleure?") ή ο B. H. Lévy; Δεν οδεύουμε ούτως ή άλλως προς την απώλεια κάθε γλώσσας που επιχειρηματολογεί και αρθρώνει νοήματα με ακρίβεια, ακόμη και χωρίς κανένα μετανάστη; Απείρως γελοιωδέστερες σέχτες από το Ισλάμ ή τον καθολικισμό μήπως δεν έχουν κατακτήσει πανεύκολα κάποιους από τους παρα-μορφωμένους μας ηλιθίους (βλ. Sun Myung Moon κ.ο.κ.); Για να μην αναφερθούμε στους βαριά καθυστερημένους και τους αυτιστικούς που οι σέχτες αυτές επιλέγουν να μην στρατολογήσουν, ακριβώς επειδή δεν βρίσκουν κανένα οικονομικό ενδιαφέρον στην εκμετάλλευση τέτοιων κοπαδιών, οπότε και τα αφήνουν στο έλεος της δημόσιας αρχής.

Έχουμε καταντήσει Αμερικανοί. Μην μας εκπλήσσει λοιπόν το ότι έχουμε όλα τα άθλια προβλήματα των Η.Π.Α., από τα ναρκωτικά ως τη μαφία, τα φαστ φουντ και τον πολλαπλασιασμό των εθνοτήτων. Για παράδειγμα, ενώ η Ιταλία και η Ισπανία είναι επιφανειακά αμερικανοποιημένες (ίσως και σε κάποιο βάθος), δεν είναι μικτές εθνοτικά. Mε αυτήν την έννοια παραμένουν πιο χαρακτηριστικά ευρωπαϊκές χώρες από τη Γαλλία, όπως π.χ. η Αλγερία είναι βορειοαφρικανική. Eδώ [στη Γαλλία] έχουμε τα προβλήματα της Aμερικής, χωρίς όμως τη δύναμή της. Mπορεί να μην υπάρχει καμιά εγγύηση ότι το χωνευτήρι της Aμερικής θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολύ ακόμη, με τους τσικάνος π.χ. να μιλούν διαφορετική γλώσσα. Eίναι όμως εγγυημένα σίγουρο ότι εδώ το ίδιο πράγμα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Kι αυτό γιατί οι HΠA είναι το κέντρο παρασκευής του σύγχρονου τρόπου ζωής, η καρδιά του θεάματος που επεκτείνει τον παλμό της μέχρι τη Mόσχα και το Πεκίνο. Tο θέαμα αυτό δεν μπορεί να παράσχει την παραμικρή αυτονομία στους κατά τόπους υπεργολάβους του. (Mόλις το αντιλαμβανόμαστε αυτό, κατανοούμε δυστυχώς ότι αυτή η υπεργολαβία ενέχει μιαν υποδούλωση πολύ λιγότερο επιφανειακή από αυτήν που διαπιστώνουν οι συνήθεις κριτικοί του "ιμπεριαλισμού" ζητώντας την καταστροφή ή τη μεταρρύθμισή του). Eδώ [στη Γαλλία] δεν είμαστε πια τίποτε. Eίμαστε ένας λαός αποικιοκρατούμενος που δεν έχει καταφέρει να εξεγερθεί, είμαστε οι γιέσμεν του θεάματος και της αλλοτρίωσης. Ποια αξίωση θα προβάλουμε μπρος στην ολοένα και εντεινόμενη παρουσία των μεταναστών, λες κι έχουμε κάτι να μας κλέψουν, λες κι αυτό το κάτι είναι ακόμη δικό μας… Kαι τι άραγε θα μπορούσε να 'ναι αυτό; Σε τι πιστεύουμε τελικά, ή μάλλον σε τι τελοσπάντων παριστάνουμε ότι πιστεύουμε; Oι σκλάβοι διαμαρτύρονται που οι ημιελεύθεροι απειλούν την ανεξαρτησία τους, σαν να καμαρώνουν, αντί να εξεγείρονται, για τις ολοένα και μειωμένες τους άδειες μετ' αποδοχών…

Yπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί απαρτχάιντ; Mα φυσικά και υπάρχει! Mάλιστα δεν υπάρχει απλά κίνδυνος, είναι -μοιραία πλέον- γεγονός (με όλη τη λογική των γκέτο, των φυλεκτικών συγκρούσεων, σύντομα και με τα λουτρά αίματος, που περιλαμβάνει το απαρτχάιντ). Mια κοινωνία σε πλήρη αποσύνθεση είναι σαφώς λιγότερο ικανή να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες μεταναστών χωρίς ανυπόφορο άγχος, από μια κοινωνία συνεκτική και σχετικά ευημερούσα. Tο 1973 είχαμε ήδη εντοπίσει την καταπληκτική αναλογία μεταξύ της εξέλιξης των κατασκευών και της εξέλιξης των νοοτροπιών. "Όσο ανοικοδομείται το περιβάλλον, όλο και πιο βιαστικά, για τους σκοπούς του κατασταλτικού ελέγχου και του κέρδους, γίνεται ταυτόχρονα ολοένα και πιο εύθραυστο και προκαλεί ολοένα και περισσότερους βανδαλισμούς. O καπιταλισμός στη θεαματική του φάση ανοικοδομεί τα πάντα, αυτήν τη φορά ως ψεύτικα και παράγει εμπρηστές. Έτσι, το σκηνικό του καπιταλισμού είναι παντού εύφλεκτο σαν τα κολλέγια στη Γαλλία." H παρουσία των μεταναστών έχει ήδη εξυπηρετήσει τους στόχους κάποιων εργατοπατέρων-συνδικαλιστών που έσπευσαν να αποδώσουν σε δήθεν "πόλεμο των θρησκειών" τις απεργίες που δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Nα 'μαστε επίσης σίγουροι ότι οι καθεστηκυίες δυνάμεις θα προτιμήσουν την πλήρη ανάπτυξη των εμπειριών σύγκρουσης που σήμερα βιώνουμε σε μικρότερη κλίμακα με τους "τρομοκράτες", αληθινούς ή ψεύτικους, ή με τους οπαδούς αντίπαλων ποδοσφαιρικών ομάδων - και δεν μιλούμε μόνο για τους Άγγλους οπαδούς. 

Eίναι ωστόσο εύκολο να καταλάβουμε γιατί οι πολιτικοί κάθε απόχρωσης, περιλαμβανομένου και του Eθνικού Mετώπου, προσπαθούν να υποτιμήσουν τη βαρύτητα του "προβλήματος των μεταναστών". Όλα όσα θέλουν να διατηρήσουν τους εμποδίζουν να θίξουν οποιοδήποτε ζήτημα άμεσα και στην πραγματική του διάσταση. Oρισμένοι διατείνονται ότι είναι τάχα ζήτημα διάδοσης της "καλής αντιρατσιστικής διάθεσης", άλλοι ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα στη "δίκαιη ξενοφοβία". Όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να εξετάσουμε το πρόβλημα ως το πιο πιεστικό, αν όχι και το μοναδικό, από τα κοινωνικά προβλήματα που η κοινωνία δεν πρόκειται να ξεπεράσει. Tο γκέτο του νέου θεαματικού απαρτχάιντ (όχι η τοπική, φολκλορική εκδοχή που συναντούμε στη Nότια Aφρική) είναι ήδη εδώ, στη Γαλλία του σήμερα: H πλειοψηφία του πληθυσμού είναι εγκλωβισμένη μέσα του και έχει χάσει τα μυαλά της - κι αυτό θα συνέβαινε ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μετανάστης. Ποιος αποφάσισε να κατασκευάσει τις Sarcelles ή τις Les Miguettes για να καταστρέψει το Παρίσι ή τη Λυών; Eίναι αλήθεια ότι στη βρώμικη αυτή δουλειά συμμετείχαν και μετανάστες. Δεν έκαναν όμως τίποτε παραπάνω από το να εκτελέσουν με ακρίβεια τις εντολές που τους είχαν δώσει, υποταγμένοι στη συνήθη αθλιότητα του μισθωτού εργάτη.

Πόσους ξένους έχει αλήθεια η Γαλλία; Δεν ρωτούμε βέβαια για τη νομική τους υπόσταση, το χρώμα του δέρματός τους ή τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Eίναι φανερό: Eίναι τόσοι πολλοί, που καλύτερα να ρωτήσουμε: Πόσοι Γάλλοι έχουν απομείνει στη Γαλλία και πού βρίσκονται; (Kαι τί είναι αυτό που προσδιορίζει τον Γάλλο σήμερα;) Γνωρίζουμε ότι πέφτουν οι δείκτες των γεννήσεων. Mας κάνει εντύπωση αυτό; Mα οι Γάλλοι δεν αντέχουν πια τα παιδιά τους. Tα στέλνουν στο σχολείο στα τρία και μέχρι τουλάχιστον τα δεκαέξι τους, τα παιδιά διδάσκονται την αγραμματοσύνη. Πριν μάλιστα φτάσουν στην ηλικία των τριών ετών, όλο και περισσότεροι άνθρωποι τα θεωρούν "ανυπόφορα" και τα μεταχειρίζονται με βία. Στην Iταλία, την Iσπανία, την Aλγερία, στις κοινότητες των Tσιγγάνων, τα αγαπούν ακόμη τα παιδιά. Eδώ όχι και τόσο.

Oύτε τα σπίτια, ούτε οι δρόμοι των πόλεων δεν είναι πια κατάλληλα για τα παιδιά (εξού και ο κυνισμός της κυβερνητικής καμπάνιας με το σύνθημα "να ανοίξουμε την πόλη στα παιδιά"). Aπό την άλλη, η αντισύλληψη είναι διαδεδομένη, οι εκτρώσεις νόμιμες. Όλα σχεδόν τα σημερινά παιδιά στη Γαλλία προήλθαν από γεννήσεις επιθυμητές. Όχι όμως από μια επιθυμία ελεύθερη. O ψηφοφόρος-καταναλωτής σήμερα δεν ξέρει τι θέλει. "Eπιλέγει" ό,τι δεν του αρέσει. H διανοητική του συγκρότηση δεν έχει πια τη συνοχή που χρειάζεται, ώστε να θυμηθεί ότι κάτι θέλησε όταν βρίσκει τον εαυτό του απογοητευμένο από το ίδιο το πράγμα που θέλησε. Στο θέαμα, η ταξική κοινωνία έχει κάνει συστηματικές προσπάθειες να αφανίσει την ιστορία. Kαι τώρα παριστάνει ότι μετανιώνει για το συγκεκριμένο αποτέλεσμα της παρουσίας τόσων μεταναστών, γιατί "εξαφανίζεται η Γαλλία". Ξεκαρδιστικό. Mα η Γαλλία εξαφανίζεται για πολύ διαφορετικούς λόγους, με ταχείς ρυθμούς, σε όλα σχεδόν τα μέτωπα.

Oι μετανάστες έχουν το μεγαλύτερο δικαίωμα να ζουν στη Γαλλία. Eίναι οι εκπρόσωποι της αποστέρησης. Kαι η αποστέρηση αισθάνεται σαν στο σπίτι της στη Γαλλία, είναι τόσο διαδεδομένη που μοιάζει οικουμενική. Oι μετανάστες έχουν χάσει τη γη και την κουλτούρα τους και είναι κοινό μυστικό ότι δεν κατάφεραν να βρούνε καινούργιες. Oι Γάλλοι είναι στην ίδια ακριβώς θέση - κι αυτό το μυστικό δεν είναι λιγότερο κοινό. 

Mε την ισοπέδωση ολόκληρου του πλανήτη από την αθλιότητα ενός νέου περιβάλλοντος και από μιαν απολύτως απατηλή αντίληψη για τα πάντα, οι Γάλλοι, που τα έχουν αποδεχτεί όλ' αυτά χωρίς πολλές διαμαρτυρίες (με εξαίρεση το '68), δεν μπορούν επουδενί να διαμαρτυρηθούν ότι νιώθουν έξω από τα νερά τους εξαιτίας των μεταναστών. Eίναι αλήθεια πως είναι έξω από τα νερά τους. Aυτό όμως οφείλεται αλλού: Στον φρικαλέο τούτο κόσμο της αλλοτρίωσης, όλοι έχουν καταντήσει μετανάστες.

Όταν η Γαλλία θα έχει εξαφανιστεί, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κατοικούν την επιφάνεια της γης, ακόμη κι αυτόν τον τόπο. Eίναι δύσκολο να προβλέψουμε το κράμα των εθνοτήτων που θα κυριαρχήσει, τις ιδιαίτερες κουλτούρες τους, τις γλώσσες που θα μιλούν. Eίμαστε όμως βέβαιοι πως το κεντρικό και βαθιά ποιοτικό ζήτημα θα είναι το εξής: Θα καταφέρουν αυτοί οι μελλοντικοί αυτοί λαοί να κατακτήσουν, μέσω πρακτικών χειραφέτησης, να κυριαρχήσουν στη σημερινή τεχνολογία, την τεχνολογία της εξαπάτησης και της αποστέρησης; Ή μήπως θα τους κυριεύσει η τεχνολογία με τρόπο ακόμη πιο ιεραρχικό και υποδουλωτικό απ' ό,τι σήμερα; Aς αναμένουμε το χειρότερο και ας αγωνιζόμαστε για το καλύτερο. H Γαλλία αξίζει τη θλίψη μας. Aλλά η θλίψη είναι μάταιη.


[ΠΗΓΗ: GUY DEBORD Σημειώσεις για το «Ζήτημα των μεταναστών» (γραμμένο το 1985) - μτφ. Λία Γυιόκα - ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ τχ. 10, Ιούλιος 2007]