Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

«ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ και το ΔΑΣΟΣ» των Βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, οι Σπουδές και το… ΜΝΗΜΟΝΙΟ τους:

Και φέτος θα έχουμε βάσεις από τη γη έως τον ουρανό. Από τα περισσότερα από τα 19.000 μόρια της Ιατρικής Αθήνας έως τα λιγότερο από 3.500 μόρια κάποιου ξεχασμένου τμήματος των ΤΕΙ. Χάσμα και άβυσσος!... Είτε πέφτουν, όμως, είτε ανεβαίνουν οι βάσεις το θέμα της ποιότητας των σπουδών και της αντικειμενικής αξίας του Απολυτηρίου παραμένει: Οι μαθητές που τελειώνουν το Λύκειο έχουν κατακτήσει πραγματικά τις γνώσεις και τις εμπειρίες που περιλαμβάνονται στο φιλόδοξο Αναλυτικό Πρόγραμμα των σπουδών τους;     Για ακόμη μία φορά, το υπουργείο Παιδείας φαίνεται να κρατά «κρυμμένα» ορισμένα δεδομένα τα οποία μένουν συνήθως στο περιθώριο των δημόσιων συζητήσεων, αν και απασχολούν, από την επομένη κιόλας της εισόδου στα Πανεπιστήμια, δεκάδες χιλιάδες οικογένειες. π.χ. μόνο 1 στους 8 εισάγεται σε σχολή που τον ενδιαφέρει. Στους 3 από τους 10 που πετυχαίνουν την εισαγωγή τους εκτός τόπου κατοικίας το πτυχίο κοστίζει κατά μέσο όρο 30.000. Οι 2 στους 3 που εισάγονται στα ΤΕΙ δεν ολοκληρώνουν ποτέ τις σπουδές τους. Οι 7 από τους 10 που παίρνουν πτυχίο δεν βρίσκουν εργασία πάνω σ’ αυτό που σπούδασαν. Ένας στους τρεις φοιτητές δηλώνει ότι σκάφτεται να μεταναστεύσει!... 


ΕΞΙ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:
 1η] Η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν θα επιφέρει το χαμόγελο σε αρκετές οικογένειες που τα ονόματα των παιδιών τους θα βρεθούν στον κατάλογο των επιτυχόντων. Και αυτό γιατί υπάρχουν δύο έντονοι προβληματισμοί που γκριζάρουν το τοπίο της επιτυχίας. Το πρώτο πρόβλημα θα το έχουν περίπου 15-18.000 επιτυχόντες που θα επιτύχουν την εισαγωγή τους εκτός τόπου μόνιμης κατοικίας και γνωρίζουν ότι με την εξαφάνιση της κρατικής φοιτητικής μέριμνας θα χρειαστούν περίπου ένα μισθό τον μήνα για να επιβιώσουν στη «δημόσια και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση» της χώρας μας.
Το δεύτερο πρόβλημα αφορά την πορεία των σπουδών του νέου φοιτητή σε ένα Πανεπιστήμιο το οποίο η κυρίαρχη εκπαιδευτική και οικονομική πολιτική το έχει κάνει να μοιάζει με μεθυσμένο καράβι σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Χέρι χέρι με την υποχρηματοδότηση, που έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, βαδίζουν η έλλειψη διοικητικού και εκπαιδευτικού προσωπικού και τα γνωστικά αντικείμενα που σπρώχνονται να φτιασιδώνονται σύμφωνα με τις ορέξεις της αγοράς.

2η] Στο πλαίσιο αυτό είναι φανερό ότι το ακριβοπληρωμένο στον βωμό της παραπαιδείας «εισιτήριο» εισαγωγής στα ΑΕΙ και η επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού δεν τελειώνει με την είσοδο των υποψηφίων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και αν οι τρεις στους τέσσερις υποψήφιους έχουν ξοδέψει στην πορεία για τη διεκδίκηση μιας θέσης από 5.000 έως και 20.000 ευρώ, τα έξοδα συνεχίζονται καθώς είμαστε τελευταίοι στις δημόσιες δαπάνες για φοιτητική μέριμνα-ενίσχυση των φοιτητών

3η] Την ίδια ώρα το «φαινόμενο» της εγκατάλειψης των σπουδών αποκτά δραματικές διαστάσεις, εάν εξετάσει κανείς στον χρονικό ορίζοντα των τελευταίων χρόνων τη σχέση του αριθμού εισακτέων με τον αριθμό αποφοιτησάντων. Για παράδειγμα από τους περίπου 90.000 εισακτέους την περίοδο 2008/09–2009/10 στα ΤΕΙ, αποφοίτησαν μετά τέσσερα χρόνια (από το 2011/12-2012/13) λιγότεροι από 33.000. Τι σημαίνει αυτό; Ότι σε κάθε τρεις εισακτέους στα ΤΕΙ αποφοιτά μόνο ο ένας!

4η] Από όσους Ελληνες πτυχιούχους μετανάστευσαν στο εξωτερικό τα τελευταία 25 χρόνια, οι τρεις στους τέσσερις έφυγαν την τελευταία εξαετία. Το μέγεθος της απώλειας, του πλήγματος για την Ελλάδα, καταδεικνύεται και από ακόμη ένα στοιχείοοι περισσότεροι μεταναστεύουν με πρόθεση να εγκατασταθούν μόνιμα στο εξωτερικό αναζητώντας εκεί δουλειά. Ανάμεσά τους δεκάδες χιλιάδες πτυχιούχοι από τις πιο «βαριές» σχολές του ελληνικού Πανεπιστημίου (μηχανικοί, γιατροί κ.λπ.). Σε πρόσφατη έρευνα σε 780 φοιτητές των ελληνικών Πανεπιστημίων αποδεικνύεται ότι ένας στους τρεις φοιτητές σκέφτεται να μεταναστεύσει όταν πάρει το πτυχίο του για εξεύρεση εργασίας σε άλλη χώρα.

 5η] Η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής, όλη η κουβέντα για επιτυχόντες και μη, εξαφανίζει εντέχνως από το εκπαιδευτικό τοπίο όλους εκείνους που δεν είχαν και δεν έχουν τη δυνατότητα να είναι ούτε καν υποψήφιοι για μια ανώτατη σχολή. Αναφερόμαστε στα χιλιάδες παιδιά που κάθε χρόνο, πριν καν ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση, πετιούνται στην έρημο της αμορφωσιάς, της φτώχειας και συνήθως και του κοινωνικού αποκλεισμού.


6η] Τελευταίο και ξεχασμένο. Είτε πέφτουν είτε ανεβαίνουν οι βάσεις, είτε καταγράφονται χαμηλές είτε καταγράφονται υψηλές επιδόσεις, το πραγματικό πρόβλημα αναδύεται πλέον καθαρά: οι μαθητές μας, σ’ ένα σημαντικό ποσοστό, αδυνατούν να κατανοήσουν το νόημα των κειμένων που διαβάζουν και βεβαίως αδυνατούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους [ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών 23-08-2016]

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

ΜΠΟΡΕΙ Η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ ΝΑ ΧΤΙΣΕΙ ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΠΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗ, ΠΙΟ ΔΙΚΑΙΗ και με ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΙΣΟΤΗΤΑ;

Φθάσαμε, λοιπόν, ως χώρα στον πάτο. Πρωτίστως οικονομικά, αλλά η οικονομική χρεοκοπία αποκάλυψε και τις άλλες πτυχές της ένδειας. Αναρωτιόμαστε συχνά τι θα μας βγάλει από την κατάστασή μας, ποιος μπορεί να μας τραβήξει μπροστά, όχι προσωρινά με κάποια πρόχειρα μερεμέτια ή ξένα δάνεια, αλλά πιο μόνιμα, πιο σταθερά. Και στρέφουμε το βλέμμα στους νέους περιμένοντας απ' αυτούς μια νέα πνοή, μια αναζωογονητική και δημιουργική δύναμη. Ελπίζουμε πως η νέα γενιά μπορεί να χτίσει μια καλύτερη Ελλάδα, πιο σύγχρονη, πιο παραγωγική, πιο δίκαιη, πιο σίγουρη για τον εαυτό της, με περισσότερη ελευθερία και ισότητα. Αλλά μπορεί; Ποιους νέους έχουμε εμείς ετοιμάσει ως γονείς και ως δάσκαλοι, ως ελληνική πολιτεία; Μπορούν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες μας, μπορούμε να βασιζόμαστε σε αυτούς για μια νέα προοπτική; To ζήτημα αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον με τη σχεδιαζόμενη ψήφο στα 17 αλλά και τις συγκρίσεις εκλογικής συμπεριφοράς των νέων στην Ελλάδα και στη Βρετανία, στο πρόσφατο δημοψήφισμα.


Αμέσως μετά τη δικτατορία, η νέα γενιά, κυρίως οι φοιτητές, με το φωτοστέφανο του Πολυτεχνείου, συμπλήρωσαν με τα προβεβλημένα στελέχη τους το σκηνικό του παλαιού συστήματος και, στη συνέχεια, εμπέδωσαν και κληροδότησαν μία κουλτούρα διαμαρτυρίας, αριστερής οίησης και εύκολης βεβαιότητας, επιφανειακής σχέσης με τα γράμματα και βαθιάς στήριξης σε στερεότυπα και κοινοτοπίες, νέες και παλαιές. Βγαίνοντας από τη σκοτεινιά της δικτατορίας που ρήμαξε τα πανεπιστήμια και έκλεισε διανοητικούς ορίζοντες, η πρωτοπορία των νέων της εποχής βρήκε στήριξη σε προδικτατορικές αυθεντίες αλλά και σε όσα έρχονταν αποσπασματικά και κακοχωνεμένα, αλλά γυαλισμένα και θελκτικά, από το εξωτερικό. Διάβαζαν από άτακτες και πρόχειρες μεταφράσεις κάθε τι μαρξίζον ή μαρξιστικό, τις περισσότερες φορές όχι για να καταλάβουν ή να σκεφθούν αλλά για να νικήσουν σε μια κομματική αντιδικία ή να φιλοτεχνήσουν ένα προφίλ που μπορούσαν να πουλήσουν πολιτικά και προσωπικά. Τα πανεπιστήμια παραδόθηκαν στην κομματοκρατία. Οι φοιτητοπατέρες και οι συνδικαλιστές αλώνιζαν και οι καθηγητές, που στη μεγάλη τους πλειονότητα είχαν σιωπήσει επί της εθνοσωτηρίου και είχαν πλέον στις τάξεις τους τους παλαιούς βοηθούς, είτε συνωστίζονταν στους διαδρόμους και τις παρυφές της εξουσίας  είτε έκαναν τους κομματικούς γκουρού. Αυτά, κάπως σχηματικά - και γι' αυτό ίσως άδικα -, στην πιο κινητική επιφάνεια. Κάτω από την επιφάνεια, λίγοι καλοί, φοιτητές και καθηγητές, έκαναν τη δουλειά τους και οι περισσότεροι απλώς επιβίωναν. Οι σπουδαγμένοι στο εξωτερικό, και κατά τεκμήριο πιο στιβαροί ακαδημαϊκά, κρατήθηκαν με ασφάλεια απ' έξω.

Οι φοιτητές έπαιρναν το πτυχίο τους χωρίς πολύ κόπο, και κυρίως χωρίς σοβαρό διάβασμα, για να βρουν στη συνέχεια δουλειά μόνο με το χαρτί. Είχαμε δηλαδή λίγους που ελίσσονταν αποτελεσματικά, χωρίς βάρος και έρμα, στην επιφάνεια της δημόσιας ζωής και πολλούς που απλώς περνούσαν τα γρανάζια του εκπαιδευτικού συστήματος. Εμπαιναν στα πανεπιστήμια παπαγαλίζοντας, περνούσαν τα μαθήματα με τα sos και έμπαιναν στη συνέχεια στις τάξεις της δημόσιας εκπαίδευσης ως δάσκαλοι για να μεταφέρουν συνήθως φτωχές γνώσεις. Αφού το χαρτί ήταν ο μόνος στόχος, τα συγγράμματα - μέσα πλουτισμού για ορισμένους καθηγητές - ήταν, κατά κανόνα, πρόχειρα, συχνά αντιγραμμένα, χωρίς ακαδημαϊκό έλεγχο και ενημέρωση, ενώ τα προγράμματα σπουδών αποτέλεσμα συμβιβασμών συσχετισμών ισχύος. Κανένα μέτρο αριστείας και κανένας σοβαρός κανόνας ορθότητας, έστω και λανθασμένος, δεν μπορούσε έτσι να οικοδομηθεί και έμενε να κυριαρχεί μια βολική συντηρητική αδράνεια και ένας καιροσκοπικός νεωτερισμός.

Μπορούμε να ελπίζουμε στη σημερινή νέα γενιά; Οι πιο πολλοί προσπαθούν σ' ένα περιβάλλον εγκατάλειψης. Καταλαβαίνουν πλέον ότι η παλαιά αμεριμνησία δεν θα τους πάει μακριά. Αλλά δεν έχουν υποστήριξη. Το σύστημα κοιτάζει αλλού, πώς θα κρατηθεί και θα επιβιώσει. Οσοι αντέξουν θα στραφούν στο εξωτερικό αναζητώντας προσωπικές λύσεις. Αλλά με τη χώρα τι γίνεται; Τι έχει καταλάβει η νέα γενιά και τι μπορεί να κάνει; Με κίνδυνο να θεωρηθεί ηλικιακή γκρίνια, θα έλεγα ότι δυστυχώς όχι παρά πολλά, όπως φαίνεται π.χ. από την εκλογική της συμπεριφορά. Οι νέοι είναι ακόμη εγκλωβισμένοι στον παλαιό τρόπο σκέψης. Οι πιο ανήσυχοι από αυτούς, αυτοί που δεν νοιάζονται μόνο για το στενό προσωπικό τους συμφέρον, ακολουθούν κατά βήμα τους προηγούμενους. Η δική τους, σημερινή «ανατρεπτικότητα» είναι μιμητική, ξέπνοη, επιδεικτική. Οπως παλαιά έτσι και τώρα, οι θεσμοί δεν έχουν κύρος γι' αυτούς και αναζητούν έξω από αυτούς μια επαναστατικότητα ίδια με την παλιά, χωρίς υποψία κριτικής, χωρίς αμφισβήτηση, αδιαφορώντας για όσα μεσολάβησαν, παρακάμπτοντας και πάλι την ουσία. Δεν μελετούν αλλά ενημερώνονται πρόχειρα. Διαβάζουν τα ίδια, λίγο πολύ, βιβλία (έχει προστεθεί ο Ζίζεκ με τον Μπαντιού) χωρίς βάσεις, χωρίς συγκρότηση. Ενα πασάλειμμα προοδευτισμού που θα μείνει μετά σαν βερνίκι. Το σφάλμα δεν είναι πρωτίστως δικό τους. Είναι των μεγαλύτερων που ούτε έναν σοβαρό αντίπαλο δεν κατάφεραν να στήσουν απέναντί τους. Ενας πνιγηρός χυλός που μαγειρεύεται επί χρόνια από νέους και μεγαλύτερους τόσο από τη συντηρητική όσο και από την προοδευτική-αριστερή παράταξη στην πολιτική αλλά και στην παιδεία, σκεπάζει κάθε απόπειρα ειλικρινούς αυτογνωσίας και ανανέωσης.

Μακρινή ελπίδα μια νέα αρχή για μια εκπαίδευση ουσίας (που δεν έχει σχέση με τα φληναφήματα της κυβέρνησης), η οποία θα θέτει στόχους αξιολογήσιμους και θα βοηθήσει τη χώρα να αποκτήσει χαρακτήρα και να αναπτυχθεί. Στο επίκεντρο θα είναι οι νέοι και, στυλοβάτες αυτής της προσπάθειας, οι ευσυνείδητοι εκπαιδευτικοί που προσπαθούν χρόνια μόνοι.

[ΠΗΓΗ: ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ;  Βάσως Κιντή, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – επιφυλλίδα που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ 24-07-2016 – ART by Perspectives-Chiharu-Shiota]

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: Ηθική σε έναν κόσμο ξένων:

Μπορεί να γραφτεί ένα ηθικό μανιφέστο για έναν πλανήτη που μοιραζόμαστε με περισσότερους από έξι δισεκατομμύρια ξένους; Τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης του κόσμου; Τι οφείλουμε στους ξένους δυνάμει της κοινής ανθρώπινης υπόστασής μας; Ποιες είναι οι ηθικές αρχές του κοσμοπολιτισμού, αυτής της μακραίωνης παράδοσης που απορρίπτει τον φυλετισμό και εθνικισμό για χάρη ενός ευρύτερου εναγκαλισμού της ανθρώπινης κοινότητας; Ο συγγραφέας, φιλόσοφος, θεωρητικός του πολιτισμού και μυθιστοριογράφος με ενδιαφέρον για την πολιτική και ηθική φιλοσοφία, την φιλοσοφία της γλώσσας και του νου και την αφρικανική πνευματική ιστορία, εκθέτει προβληματισμούς και προτάσεις, σε μια ενδιαφέρουσα σύνθεση αυτοβιογραφίας, ιστορίας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Γιος Αφρικανού πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, μεγαλωμένος στην Γκάνα και με σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Απάια θυμάται τo τελευταίο μήνυμα που του άφησε ο πατέρας του στον ίδιο και τις αδελφές του: Να θυμάστε ότι είστε πολίτες του κόσμου. Άλλωστε ακόμα και στην πόλη Κουμάσι όπου μεγάλωσε, πρωτεύουσα της περιοχής Ασάντι της Γκάνας, ζούσαν αμέτρητοι «ξένοι»: λιβανέζικες και συριακές οικογένειες, μαρωνιτικές και μουσουλμανικές κοινότητες και πλείστοι Ευρωπαίοι – Έλληνες, Ούγγροι, Ιρλανδοί, Σκωτσέζοι, Άγγλοι επαγγελματίες. Και, όπως θυμάται, ποτέ του δεν αναρωτήθηκε γιατί ήρθαν από τόσο μακριά και γιατί δεν έφυγαν μετά την ανεξαρτησία της χώρας.



Στο διαρκώς περιπλανώμενο είδος μας, ο διαχωρισμός των κοινοτήτων και η απομόνωση συνιστούσαν πάντα παρέκκλιση. Η παρόρμηση να μεταναστεύουμε δεν είναι λιγότερο «φυσική» από την παρόρμηση να εγκατασταθούμε κάπου μόνιμα. Ταυτοχρόνως, οι περισσότεροι άνθρωποι που έμαθαν την γλώσσα και τα έθιμα άλλων τόπων δεν το έκαναν από απλή περιέργεια. Συνεπώς ο κοσμοπολιτισμός δεν πρέπει να θεωρείται υψηλό επίτευγμα. Αρχίζει με την απλή ιδέα ότι στην ανθρώπινη κοινότητα, όπως και στις εθνικές κοινότητες, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε συνθήκες συνύπαρξης: της συνομιλίας με την παλαιότερη σημασία της, της συναναστροφής, της σύμπραξης.

Ο κάθε άνθρωπος για τον οποίο ξέρετε κάτι και τον οποίο μπορείτε να επηρεάσετε, γράφει ο συγγραφέας, είναι κάποιος απέναντι στον οποίο έχετε ευθύνες. Αυτή η άποψη είναι η ουσία της ίδιας της ηθικής. Επομένως η πρόσκληση είναι να πάρουμε το μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων όπως διαμορφώθηκαν ζώντας σε τοπικές ομάδες επί πολλές χιλιετίες και να τα εφοδιάσουμε με ιδέες και θεσμούς που θα μας επιτρέπουν να ζούμε μαζί σαν μια παγκόσμια φυλή. Ο κοσμοπολίτης γνωρίζει ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και ότι μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις διαφορές μας. Ούτε προσδοκά ούτε επιθυμεί να συγκλίνουν όλοι οι άνθρωποι ή όλες οι κοινωνίες σε έναν ενιαίο τρόπο ζωής.

Η Βιρτζίνια Γουλφ προέτρεπε σε «ελευθερία από μη πραγματικούς δεσμούς πίστης και αφοσίωσης» - έθνος, φύλο, σχολείο, γειτονιά και ούτε καθεξής. Στο ίδιο πνεύμα, ο Λέων Τολστόι καταφερόταν εναντίον της «ηλιθιότητας» και του πατριωτισμού. Να καταστρέψουμε τον πόλεμο, να καταστρέψουμε τον πατριωτισμό, έγραφε σε ένα δοκίμιο του 1896. Παρομοίως, μερικοί σύγχρονοι φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι τα σύνορα των εθνών δεν είναι παρά ατυχήματα της ιστορίας, χωρίς δίκαιη αξίωση στη συνείδησή μας. Ο συγγραφέας διατρέχει την συναρπαστική ιστορία του ταξιδιώτη σερ Ρίτσαρντ Φράνσις Μπέρτον, που γοητευόταν από το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων επινοήσεων και την ποικιλία των τρόπων ζωής και σκέψης.

Ο Μπέρτον κατάφερε να βλέπει τον κόσμο μέσα από αντιλήψεις διαφορετικές από εκείνες με τις οποίες είχε ανατραφεί· όμως επανειλημμένα στα γραπτά του προσπερνά ευκαιρίες στις οποίες θα μπορούσε ναπαρέμβει για να μειώσει τα ανθρώπινα δεινά, που απλώς καταγράφει. Επομένως η περίπτωσή του αποκρούει την άποψη εκείνων που φαντάζονται ότι οι προκαταλήψεις οφείλονται μόνο στην άγνοια, ότι η οικειότητα τρέφει την φιλία. Κάποιος μπορεί να γνωρίζει τον τρόπο ζωής άλλων κοινωνιών χωρίς να τον εγκρίνει και να τον υιοθετεί. Όμως το συμπέρασμά του μετά την μακροχρόνια επαφή με φιλοσοφίες και έθιμα πολλών ανθρώπων είναι το εξής: θα βρείτε κομμάτια αλήθειας μαζί με πολλά λάθη παντού και δεν θα βρείτε πουθενά ολόκληρη την αλήθεια. Το μεγαλύτερο λάθος είναι να πιστεύουμε ότι το δικό μας θραύσμα του καθρέφτη μπορεί να αντικατοπτρίζει το όλον.

Ο συγγραφέας εκκινεί από αντίστροφες θέσεις από εκείνες που θα περιμέναμε, καταρρίπτει αξίες, υποδεικνύει πολλά από τα συνήθη μας επιχειρήματα καλών προθέσεων, καταδεικνύει αντιφάσεις, συχνά εντοπίζει το λανθασμένο σκεπτικό στις δίκαιες αντιλήψεις. Η γραφή του είναι απλή και εύληπτη αλλά απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για να τον ακολουθήσει κανείς στις δαιδαλώδεις, τεθλασμένες συνδέσεις. Αφιερώνει πολλές σελίδες στο κρίσιμο θέμα του σκεπτικισμού σχετικά με την παρέμβαση στις άλλες κοινωνίες, καθώς πολλοί αντιμετωπίζουν με δυσπιστία την οικουμενική ηθική και μας παροτρύνουν να μην παρεμβαίνουμε στη ζωή άλλων κοινωνιών. Αναρωτιέται τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται πως απειλείται η ταυτότητά τους και ανατέμνει την δυσκολία της Δύσης να δεχτεί ότι πλείστα θέσφατά της είναι απλώς αντιλήψεις και όχι αυταπόδεικτες αλήθειες

Υπάρχουν πάντα και οι σκοτεινές πλευρές του οικουμενισμού. Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τους νεοφονταμενταλιστές, βίαιους και μη, είναι ότι εκφράζουν μια οικουμενική ηθική, η οποία αντιστρέφει την εικόνα του κοσμοπολιτισμού. Οικουμενικότητα χωρίς ανεκτικότητα ισοδυναμεί με φόνο και η θλιβερή ιστορία των ευρωπαϊκών χριστιανικών πολέμων το επιβεβαιώνει. Η επιμονή στο όραμα μιας οικουμενικής αλήθειας μπορεί να οδηγήσειτον κόσμο ξανά στην αιματοχυσία. Οι δεξιοί χριστιανοί τρομοκράτες των ΗΠΑ ξεχνούν την βασική τους ομοιότητα με τους τζιχαντιστές: και γι’ αυτούς υπάρχει μόνο ένας σωστός τρόπος ζωής.

Οι οικουμενισμοί στο όνομα της θρησκείας δεν είναι οι μόνοι που αντιστρέφουν το κοσμοπολίτικο πιστεύω. Στο όνομα μιας οικουμενικής ανθρωπότητας μπορεί το ίδιο εύκολα να γίνει κανείς το είδος μαρξιστή, όπως ο Μάο ή ο Πολ Ποτ, που θέλει να ξεριζώσει όλες τις θρησκείες, όσο κι ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ο οποίος επιβλέπει μια θανάτωση στην πυρά. Για τους αντικοσμοπολίτες η οικουμενικότητα καταλήγει στην ομοιομορφία.
Όταν μιλούμε για αξίες, τονίζει ο συγγραφέας, στην πραγματικότητα μιλούμε για ορισμένες από τις επιθυμίες μας· είναι πράγματα που θέλουμε να τα θέλουν οι πάντες. Και μας υπενθυμίζει κάτι αυτονόητο που επιμένουμε να ξεχνάμε: ότι οι αξίες ενός πολιτισμού κληρονομούνται από γενιά σε γενιά και πως αν είχαμε κι εμείς ανατραφεί με ανάλογες πεποιθήσεις και είχαμε ζήσει παρόμοιες εμπειρίες θα τις πιστεύαμε κι εμείς. Εκείνο που δικαιώνεται διαρκώς στις λαμπρές σελίδες της δημόσιας και ιδιωτικής Ιστορίας είναι ακριβώς η αναγνώριση ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και μπορούμε να μαθαίνουμε από τις διαφορές μας.

[ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ – Surrealism by upernene]

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

ΑΚΥΡΩΣΕ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ (Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα)

«Όταν το νόημα της ζωής προβάλλεται στο μέλλον, πώς θα ζήσουν οι άνθρωποι που δεν μπορούν να φανταστούν πια το μέλλον;». Με τον τρόπο αυτό περιγράφει στο βιβλίο του «Η σιωπή των ζώων» ο Βρετανός φιλόσοφος Τζον Γκρέι το παράδοξο που βιώνουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, βυθιζόμενοι στη φτώχεια, στον αποκλεισμό και στην περιθωριοποίηση. Η εμπεδωμένη εν είδει θρησκευτικού δόγματος πίστη στην αέναη πρόοδο, η οποία με τη βοήθεια της επιστήμης οδηγεί, υποτίθεται, στις φωτεινές λεωφόρους του μέλλοντος, αποτελεί σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό πηγή κατάθλιψης και απελπισίας στον καιρό της κρίσης. Πώς μπορούμε αλήθεια να φανταστούμε ένα μέλλον που γίνεται όλο και πιο σκοτεινό, όλο και πιο δυσοίωνο, όλο και πιο απόμακρο; Ένα μέλλον που μας αφορά όλο και λιγότερο; Ένα μέλλον το οποίο προεξοφλούν άλλοι για εμάς πριν από εμάς; [από άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου στην Εφημερίδα των Συντακτών  ]


Η καταδίκη σ’ έναν αθέλητο «παροντισμό», ιδίως για τη νέα γενιά, η οποία ζει αποκομμένη από την ιστορική γνώση και περιπέτεια, οδηγεί σχεδόν μαθηματικά στον ωφελιμισμό, στον ατομικισμό και στην αντικοινωνική προσέγγιση της ζωής. Η καταστροφή της διαγενεακής αλληλεγγύης από τις σημερινές εξουσίες θα πληρωθεί με υψηλό τόκο στο μέλλον σε όσους θελήσαμε σήμερα να βάλουμε στη θέση του ακούσιου παρία.
«Η πνευματική ζωή δεν είναι μια αναζήτηση νοήματος, αλλά η απελευθέρωση απ’ αυτό» γράφει κάπου αλλού ο Γκρέι, θέλοντας να μας πει ότι πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι εμείς οι ίδιοι κατασκευάζουμε τον κόσμο που ζούμε, με τα υλικά που εμείς διαλέγουμε και άρα να μην αναζητάμε ένα προκαθορισμένο σχέδιο για το μέλλον, φτιαγμένο από κάποιο «Δημιουργό».
Φυσικά για να φτάσουμε στο σημείο να απελευθερωθούμε από την εμμονή με την αναζήτηση νοήματος θα πρέπει να ακολουθήσουμε μια μακριά και δύσβατη πορεία ατομικής και συλλογικής αυτοσυνείδησης.
«Η ελευθερία συνίσταται στο να είσαι ενήμερος για το παράλογο της ζωής» αναφέρει σ’ ένα από τα βιβλία του ο σκεπτικιστής Γούντι Αλεν, θέλοντας ακριβώς να δείξει τα όρια του ελέγχου μας στα πράγματα και στις κοινωνικές υποθέσεις.
Αυτό βέβαια δεν οδηγεί στην απραξία και στην παθητικότητα, αλλά, αντίθετα, στην ανάληψη ευθύνης και δράσης, ώστε να διεκδικήσουμε το δικό μας κομμάτι στη δημιουργία του κοινωνικού κόσμου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα λόγια αυτά ακούγονται από πραγματικούς δημιουργούς (σκέψης και τέχνης), όπως ο Γκρέι και ο Αλεν.
Η νεύρωση της αναζήτησης ενός (κρυμμένου) νοήματος αποτελεί κληρονομιά του Χριστιανισμού και αργότερα του Διαφωτισμού, οι οποίοι διαμόρφωσαν ο καθένας τη δική του εκδοχή του Μεσσιανικού.
Η κοιλάδα των δακρύων που οδηγεί στον Παράδεισο μέσω της Δευτέρας Παρουσίας για τον πρώτο και η άφιξη σ’ ένα κόσμο γνώσης, αέναης προόδου και αρμονίας ενάντια στο μεσαιωνικό σκότος για τον δεύτερο έπαιξαν το ρόλο του νοήματος για αιώνες.
Σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ η ουτοπία που συνόψισαν οι Doors στο τραγούδι τους When the music’ s over: «Cancel my subscription to the Resurrection /We want the world and we want it Now!» («Ακύρωσε την εγγραφή μου για την Ανάσταση/ Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε Τώρα!».
[ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΣΑΝ ΑΓΙΟ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ, άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου στην Εφημερίδα των Συντακτών, 3/06/2016]

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΕΧΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΜΕΣΑ Σ’ ΕΝΑ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΗΠΟ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ:

Κανένας ξεμωραμένος εθνικιστής δεν θέλω να με μάθει τα αρχαία ελληνικά του και να με μυήσει στα νέα του αιμοσταγή καμώματα. Κανένας σάτυρος φιλόλογος δεν θέλω να μου μάθει γραμματική και συντακτικό σαν να εκπαιδεύει λυκόπουλα στους προσκόπους. Στο διάολο όλα τα μαθήματα αν δεν μου γνωρίσουν τον κόσμο και δε μου μάθουν την περιπλάνηση. Στο διάολο τα μαθήματα αν δεν με οδηγούν στη χαρά της ζωής και στην καύλα της ανακάλυψης. Το πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι αν θα μαθαίνονται ή όχι τα αρχαία ελληνικά αλλά πως θα μαθαίνονται όταν επιλέξω να τα μάθω [κι άλλοι αδέσποτοι στοχασμοί του Αντώνη Αντωνάκου για το θέμα της γλώσσας, των αρχαίων ελληνικών και, τελικά, για το μέγα ζήτημα της άνωθεν κατευθυνόμενης γραφειοκρατικής  εκπαίδευσης –κάθε κόμμα κι ένα πρόγραμμα σπουδών, κάθε υπουργός παιδείας κι ένα σύστημα εξετάσεων, κάθε συνιστώσα κι άλλες οδηγίες χρήσεως- που κόπτονται να κατοχυρώσουν τους τύπους με διπλό ΚΛΙΚ προς τα αριστερά ή δεξιά (κατά περίπτωση…)  αφού πρώτα τους έχουν περάσει από τον αποχυμωτή διορισμένων επιτροπών διαλόγου για την παιδεία και των Ακαδημαϊκών βεβαίως βεβαίως… που πρόσκεινται φιλικά στον εκάστοτε αρχηγό τους!.. Οπότε, ίτε παίδες Ελλήνων κι εσείς δάσκαλοι του γένους και μισθοφόροι διανοούμενοι των ΜΜΕ, σηκώστε τα πνευματικά σας φουστάνια. Μπαίνουμε στην κόλαση  


Τα αρχαία ελληνικά είναι μια νεκρή γλώσσα. Κάθε γλώσσα που δεν χρησιμοποιείται, δηλαδή δεν μιλιέται, είναι νεκρή γλώσσα. Σχεδόν με δυσκολία την προφέρουμε και με δυσκολία την μελετάμε. Αυτό δεν σημαίνει πως οι νεκρές γλώσσες είναι για τα μουσεία και τις βιβλιοθήκες. Είναι σπουδαίο να ξέρουμε το παρελθόν της γλώσσας μας και τη φύτρα των αρωμάτων της.

Είναι σπουδαίο να ξέρουμε όλα τα μυστικά περάσματα της πλούσιας αρχαίας ελληνικής γραμματείας τα οποία είναι άκρως γοητευτικά και σπουδαία. Αν δεν μάθουμε όμως, εμείς, έστω και σ’ ένα στρατοκρατούμενο σύστημα, να καλλιεργούμε στους ανθρώπους το δικαίωμα της επιλογής, αλλά μιλάμε για επιβολή και καταργήσεις εκτοξεύοντας μαλακιούλες συναισθηματικής κοπής και χρυσαυγίτικης απόχρωσης, τότε γινόμαστε χειρότεροι απ’ το σύστημα που υποτίθεται θέλουμε να χτυπήσουμε.

Το σχολείο θα πρέπει να παρέχει τα πάντα μέσα σ’ ένα Επικούρειο γνωστικό κήπο δίνοντας στους ανθρώπους το ιερό δικαίωμα της επιλογής. Κανένας ξεμωραμένος εθνικιστής δεν θέλω να με μάθει τα αρχαία ελληνικά του και να με μυήσει στα νέα του αιμοσταγή καμώματα. Κανένας σάτυρος φιλόλογος δεν θέλω να μου μάθει γραμματική και συντακτικό σαν να εκπαιδεύει λυκόπουλα στους προσκόπους.

Στο διάολο όλα τα μαθήματα αν δεν μου γνωρίσουν τον κόσμο και δε μου μάθουν την περιπλάνηση. Στο διάολο τα μαθήματα αν δεν με οδηγούν στη χαρά της ζωής και στην καύλα της ανακάλυψης. Το πρόβλημα της εκπαίδευσης δεν είναι αν θα μαθαίνονται ή όχι τα αρχαία ελληνικά αλλά πως θα μαθαίνονται όταν επιλέξω να τα μάθω.

Μια παπαδοκρατούμενη εκπαίδευση διδάσκει χρόνια τώρα παπαδίστικα αρχαία. Ταλαιπωρία παπαγαλίστικη και Άνδρα μη έννεπε, Μούσα, πολύτροπον. Απονευρωμένα, αποκομμένα απ’ το ιστορικό τους πλαίσιο και το ανθρωπολογικό περιβάλλον της εποχής. Μια γραφειοκρατική εκπαίδευση διδάσκει τη γραφειοκρατία της αρχαίας γλώσσας αφού πρώτα την έχει περάσει απ’ τον αποχυμωτή της ακαδημίας.

Αφού τυραννικά και προγραμματικά με όλο το φορμαλιστικό υπερεγώ του σπουδαγμένου μαλάκα ξερόλα καθηγητή βάζει μπουρλότο σε κάθε ανήσυχο μυαλουδάκι που σκάει από χυμούς και απορίες. Αλλά αντί για απαντήσεις εισπράττει βεβαιότητες και έτσι πρέπει και έτσι είναι και στις εξετάσεις μπαίνει αυτό. Κάθε πολιτικό γκεμπελικό μόρφωμα βάζει τα διλήμματα την ώρα που τα έχει ανάγκη και την ώρα που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει προς ίδιον όφελος.

Σ’ ένα άκρως ταξικό και σκοταδιστικό σχολείο που δεν ενδιαφέρεται για τους μαθητές αλλά τους απασχολεί κάποιες ώρες για να μην πάρουν αμπάριζα και τα γαμήσουν όλα, το λιγότερο είναι αν θα διδάσκονται ή όχι τα αρχαία ελληνικά.
Και μην οδύρεστε άλλο μάνες αρχαιοελληνίδες, κι εσείς δάσκαλοι του έθνους, μισθοφόροι διανοούμενοι του σκάι, σηκώστε τα πνευματικά σας φουστάνια. Μπαίνουμε στην κόλαση.


[ΕΓΕΡΘΗΤΙ από το προσωπικό ιστολόγιο του Αντώνη Αντωνάκου: https://dromos.wordpress.com/ ]

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Η ΑΛΟΓΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΚΗΣ ΠΑΘΟΓΟΝΟΥ ΑΙΤΙΑΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ:

Επισημαίνω συχνά –ίσως φορτικά– σε φοιτητές και φοιτήτριες, ότι καθήκον των κοινωνικών επιστημόνων, όπως και εν γένει των πολιτών, είναι η διάγνωση των αιτιών ενός φαινομένου (ιδιαίτερα όταν αυτό το φαινόμενο είναι απεχθές) με στόχο την ευμενή παρέμβαση. Το δεύτερο προϋποθέτει βέβαια το πρώτο (πρέπει κανείς να ξέρει τι φταίει προκειμένου να το αντιμετωπίσει), όμως η ανάταξη δεν επέρχεται ούτε αυτόματα ούτε, πολύ περισσότερο, νομοτελειακά: Για να καταπολεμηθεί ένα πρόβλημα πρέπει κανείς να αναλάβει εμπρόθετη δράση, και να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της αποτελεσματικότητας. Φαίνεται όμως πως οι απλές αυτές αρχές (που διέπουν και συγκροτούν το επιστημονικό εγχείρημα) αποτελούν εφτασφράγιστο μυστικό για τους τρόπους με τους οποίους η κυρίαρχη συλλογιστική προσεγγίζει το τρέχον όνειδος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν μείνουμε παγιδευμένοι εκεί, το μέλλον δεν πρόκειται να είναι τίποτε άλλο παρά μια δίνη πολλαπλασιασμού των δεινών. «Ευρωπαϊσμός» έφτασε στις μέρες μας να σημαίνει κλειστά σύνορα, μαζικές απελάσεις και καταστολή: πρακτικές που ήδη τις καταγγέλλουν φορείς όπως η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, η Διεθνής Αμνηστία και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ως επονείδιστες, και που, μαζί με τα όσα προηγήθηκαν (τη συνέργεια σε πολιτικές που οδήγησαν στον «εφιάλτη δίχως τέλος» της Μέσης Ανατολής) είναι αναπόφευκτο να οδηγήσουν σε αντιδράσεις λογικά και ηθικά ανεξέλεγκτες: ό,τι συγκλονισμένοι σήμερα βιώνουμε ως τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα. Αν θέλουμε έλλογα –επιστημονικά και όχι ιδεοληπτικά– να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, πρέπει εκεί, στον τομέα αυτό, να στρέψουμε την προσοχή μας [Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ, αποσπάσματα από άρθρο του Σεραφείμ Σεφεριάδη, αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο – ART by Chiharu-Shiota]


 Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ
Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι, στο πλαίσιο αυτό, να αναλογιστούμε ότι η ΕΕ υποδαύλισε την άλογη τρομοκρατία όχι μόνο έμμεσα, μέσω των πολιτικών του «σοκ και δέος» που στο παρελθόν υποστήριξε, αλλά και άμεσα: μέσω της στήριξης που εξακολουθεί να παρέχει σε καθεστώτα σαν κι αυτό της Σαουδικής Αραβίας, ταυτόχρονα πρωταθλητή στη χρηματοδότηση του εξτρεμιστικού ισλαμισμού και, το 2015, βασικού πελάτη της βέλγικης οπλικής βιομηχανίας.
Πρέπει ακόμα να αναλογιστούμε ότι οι πρόσφυγες/μετανάστες, που πάνω τους θα πέσει –ως μη όφειλε– η αντεκδικητική μήνις των αφελών, είναι αυτοί τα κύρια θύματα του τζιχαντισμού που προκάλεσαν οι πολιτικές των σήμερα –κατά τα άλλα–  δακρύβρεχτων ευρωπαίων αξιωματούχων. Στα τέλη Φεβρουαρίου-αρχές Μαρτίου, λ.χ., ο ISIS δολοφόνησε 200 ιρακινούς, ενώ σε λιγότερο από δυο χρόνια χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο πάνω από 19.000 άμαχοι (28 την ημέρα).
Δεν είναι όμως μόνο αυτοί. Παρόμοια ισχύουν και για τους πρόσφυγες της Υεμένης, που απελπισμένα προσπαθούν να αποφύγουν τη τύχη των χιλιάδων νεκρών που προκάλεσαν οι βομβαρδισμοί του –ταυτόχρονα φιλοευρωπαϊκού και φιλο-ISIS–  σαουδικού καθεστώτος σε νοσοκομεία, ιδιωτικές κατοικίες και σχολεία.

Ας αναλογιστούμε ότι μια βδομάδα πριν την τελευταία επίθεση είχαν δολοφονηθεί στην περιοχή αυτή του πλανήτη 400% περισσότεροι άμαχοι απ’ ό,τι οι νεκροί του Βελγίου. Παρεμφερή ισχύουν βέβαια και για αμέτρητους άλλους: ασφαλώς Σύρους, αλλά και Αφγανούς, Παλαιστίνιους, Πακιστανούς, Σομαλούς, Νιγηριανούς, Κογκολέζους –όλους αυτούς που άκοπα και ψευδεπίγραφα σήμερα οι κυρίαρχοι αποκαλούν «οικονομικούς», και κατ’ επέκταση, «παράτυπους» μετανάστες. Τα στοιχεία είναι γνωστά και εύκολα προσβάσιμα, όπως γνωστό πρέπει να είναι και το φαινόμενο που μας απασχολεί: λέγεται ιμπεριαλισμός∙ η άλογη τρομοκρατία που εκούσια ή ακούσια προκαλεί οφείλει να μας απασχολήσει ως σύμπτωμα αυτής της βασικής παθογόνου αιτίας.

Για όποιον δεν είναι –λόγω ιδεοληψίας ή ιδιοτέλειας– τυφλός, το συμπέρασμα είναι απολύτως ξεκάθαρο: Η ΕΕ, με όλες τις κατασταλτικές της υποστηρίξεις (το ΝΑΤΟ και τη FRONTEX) είναι ανίκανη να λύσει το πρόβλημα διότι, πολύ απλά, είναι μέρος του προβλήματος, ίσως ο πιο βασικός του παράγοντας.
Όπως γλαφυρά εξήγησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο Paul Murphy, με την πρόσφατη συμφωνία της με την Τουρκία, η ΕΕ είναι σαν να χρηματοδοτεί το Μεξικό για να χτίσει έναν γιγάντιο συνοριακό τοίχο: έχει δηλαδή υιοθετήσει και ήδη εφαρμόζει την πολιτική που απειλεί να εφαρμόσει στις ΗΠΑ ο Τραμπ. Αν είναι όμως έτσι, δεν αρκεί να το επισημαίνουμε –πρέπει στη βάση αυτών των διαπιστώσεων να δράσουμε κιόλας.

Η αμήχανη ελληνική κυβέρνηση, που με τις ανεπάρκειές της νεκρανάστησε τη δημαγωγία όσων περιμένουν στη γωνία τον οριστικό της εξανδραποδισμό, σύρεται στο αδιέξοδο κυρίαρχο σκεπτικό όπως αυτό εγγράφεται στην επίμαχη πρόσφατη συμφωνία. Έλλογα και ορθολογικά σκεπτόμενοι, πρέπει να αντιταχθούμε στο σκεπτικό αυτό, και να απευθυνθούμε σε όσους κινηματικά στήριζαν με πάθος και ελπίδα το ελληνικό εγχείρημα για όσον καιρό διαρκούσε (ας θυμηθούμε το πρωτοφανές κύμα συμπαράστασης σε πάνω από 200 ευρωπαϊκές πόλεις τις μέρες του δημοψηφίσματος).
Η Ευρώπη-φρούριο, η ιμπεριαλιστική Ευρώπη της ΕΕ –της λιτότητας και της περιστολής των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων– οδηγεί την Ευρώπη στον όλεθρο. Μόνη ρεαλιστική διέξοδος είναι η καταγγελία της και η επίμονη ανάδειξη της πρωτογενούς πηγής του προβλήματος: του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, του καπιταλισμού της καταστροφής.


[Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΟΥ του Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδη
αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο,
 Life Member στο πανεπιστήμιο του Cambridge (CLH) 

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ή ΝΑ ΤΟΥΣ ΔΙΩΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ;

Το «μεταναστευτικό ζήτημα» είναι ζήτημα τελείως τεχνητό, όπως και κάθε ζήτημα που τίθεται δημόσια στο σημερινό κόσμο, για τους ίδιους πάντα λόγους: Το ζήτημα τίθεται από την οικονομία (δηλαδή από την απάτη της ψευδο-οικονομίας) και συζητιέται στους κόλπους του θεάματος. Συζητιέται με όρους βλακώδεις, όπως π.χ. «Να τους κρατήσουμε ή να τους διώξουμε τους μετανάστες»; Στην πραγματικότητα μετανάστης δεν είναι ο μόνιμος κάτοικος που τυγχάνει αλλοδαπός στην καταγωγή, αλλά ο άνθρωπος που θεωρείται διαφορετικός, που συλλαμβάνει τον εαυτό του ως διαφορετικό και που πρόκειται να παραμείνει διαφορετικός. Πολλοί μετανάστες, ή τα παιδιά τους, έχουν υπηκοότητα γαλλική. Πολλοί Πολωνοί ή Ισπανοί υπήκοοι κατέληξαν να χαθούν μέσα στη μάζα του γαλλικού πληθυσμού που ήταν κάτι άλλο απ' αυτούς. Όπως τα πυρηνικά απόβλητα ή οι διαρροές πετρελαίου στον ωκεανό, έτσι και οι μετανάστες είναι προϊόν των νεωτερικών πρακτικών της καπιταλιστικής διαχείρισης. με τη διαφορά ότι τα «όρια ανοχής» σε αυτούς καθορίζονται πιο αυστηρά και πιο «επιστημονικά». Και όπως τα πυρηνικά και οι διαρροές πετρελαίου, έτσι και οι μετανάστες θα μείνουν μαζί μας για αιώνες, για χιλιετίες, για πάντα. Θα μείνουν μαζί μας γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να εξολοθρεύσει κανείς τους Γερμανοεβραίους επί Χίτλερ παρά να εξολοθρεύσει κανείς τους Βορειοαφρικανούς (και τους άλλους) σήμερα: Στη Γαλλία ούτε ναζιστικό κόμμα υπάρχει, ούτε ο μύθος της αυτοχθονίας της φυλής! Να τους αφομοιώσουμε λοιπόν ή να «σεβαστούμε την πολιτισμική τους ποικιλομορφία»; Πόσο φαύλο το δίλημμα! Δεν μπορούμε πια να ενσωματώσουμε κανέναν. Δεν μπορούμε να αφομοιώσουμε ούτε τους νέους, ούτε τους Γάλλους εργάτες, ούτε τους επαρχιώτες, ούτε τις παλιές εθνικές μειονότητες (τους Κορσικανούς ή τους Βρετόνους), αφού το Παρίσι, μια πόλη κατεστραμμένη, έχει χάσει τον ιστορικό της ρόλο, που ήταν η παραγωγή Γάλλων. Τι να καταφέρει ο συγκεντρωτισμός χωρίς το κέντρο, την πρωτεύουσα; Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν μετέτρεψαν τους διωκόμενους Ευρωπαίους σε Γερμανούς. Η διάχυση του συγκεντρωμένου θεάματος μόνον θεατές μπορεί να ενοποιήσει. Κάνουμε γαργάρες, σε μια γλώσσα καθαρά διαφημιστική, με την έκφραση «πολιτισμική ποικιλομορφία». Μα για ποιον πολιτισμό μιλούμε; Ίχνος δεν έχει απομείνει. Ούτε χριστιανική, ούτε μουσουλμανική κουλτούρα υπάρχει, ούτε σοσιαλιστική, ούτε επιστημονική. Ας μην μιλούμε λοιπόν για κάτι πεθαμένο. Μια ματιά μόνο να ρίξουμε γύρω μας αρκεί για να διαπιστώσουμε την αλήθεια: Δεν έχει απομείνει τίποτε πέρα από την παγκόσμια-θεαματική (αμερικάνικη) κατάρρευση κάθε πολιτισμού [Ένα κείμενο για το ζήτημα των ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ,  γραμμένο από τον Guy Bebord το 1985 που εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά επίκαιρο]

Σε τι πιστεύουμε τελικά, ή μάλλον σε τι τελοσπάντων παριστάνουμε ότι πιστεύουμε, εμείς οι γιεσμεν του θεάματος και της αλλοτρίωσης;


Αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να βοηθήσει στην αφομοίωση είναι το δικαίωμα ψήφου. Οι Γάλλοι είναι ψηφοφόροι επειδή ακριβώς δεν είναι πλέον τίποτε άλλο. Το ένα κόμμα είναι ίδιο με το άλλο, η μία εκλογική υπόσχεση ισοδυναμεί με την αντίθετή της… Πρόσφατα μάλιστα τα πολιτικά προγράμματα (τα οποία όλοι γνωρίζουν πως δεν πρόκειται να εφαρμοστούν) έπαψαν και να εξαπατούν, αφού πλέον δεν αφορούν σε κανένα απολύτως σημαντικό ζήτημα. Χαρακτηριστική απόδειξη του ότι η ψήφος δεν σημαίνει τίποτε, ούτε καν για τους ίδιους τους Γάλλους, είναι ότι το 25% των "πολιτών" ηλικίας 18-25 ετών δεν είναι καν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, από αηδία και μόνον. Προσθέστε σ' αυτούς και όσους είναι εγγεγραμμένοι αλλά απέχουν από την ψηφοφορία.

Κάποιοι προτάσσουν το κριτήριο της «γλωσσικής επάρκειας στη γαλλική». Ας γελάσουμε. Μα μιλούν γαλλικά οι σημερινοί Γάλλοι; Γαλλικά είναι αυτά που μιλάνε οι σημερινοί αναλφάβητοι όπως ο Fabius ("Bonjour les dégats!) ή η Françoise Castro ("a t' habite ou ça t' effleure?") ή ο B. H. Lévy; Δεν οδεύουμε ούτως ή άλλως προς την απώλεια κάθε γλώσσας που επιχειρηματολογεί και αρθρώνει νοήματα με ακρίβεια, ακόμη και χωρίς κανένα μετανάστη; Απείρως γελοιωδέστερες σέχτες από το Ισλάμ ή τον καθολικισμό μήπως δεν έχουν κατακτήσει πανεύκολα κάποιους από τους παρα-μορφωμένους μας ηλιθίους (βλ. Sun Myung Moon κ.ο.κ.); Για να μην αναφερθούμε στους βαριά καθυστερημένους και τους αυτιστικούς που οι σέχτες αυτές επιλέγουν να μην στρατολογήσουν, ακριβώς επειδή δεν βρίσκουν κανένα οικονομικό ενδιαφέρον στην εκμετάλλευση τέτοιων κοπαδιών, οπότε και τα αφήνουν στο έλεος της δημόσιας αρχής.

Έχουμε καταντήσει Αμερικανοί. Μην μας εκπλήσσει λοιπόν το ότι έχουμε όλα τα άθλια προβλήματα των Η.Π.Α., από τα ναρκωτικά ως τη μαφία, τα φαστ φουντ και τον πολλαπλασιασμό των εθνοτήτων. Για παράδειγμα, ενώ η Ιταλία και η Ισπανία είναι επιφανειακά αμερικανοποιημένες (ίσως και σε κάποιο βάθος), δεν είναι μικτές εθνοτικά. Mε αυτήν την έννοια παραμένουν πιο χαρακτηριστικά ευρωπαϊκές χώρες από τη Γαλλία, όπως π.χ. η Αλγερία είναι βορειοαφρικανική. Eδώ [στη Γαλλία] έχουμε τα προβλήματα της Aμερικής, χωρίς όμως τη δύναμή της. Mπορεί να μην υπάρχει καμιά εγγύηση ότι το χωνευτήρι της Aμερικής θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολύ ακόμη, με τους τσικάνος π.χ. να μιλούν διαφορετική γλώσσα. Eίναι όμως εγγυημένα σίγουρο ότι εδώ το ίδιο πράγμα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Kι αυτό γιατί οι HΠA είναι το κέντρο παρασκευής του σύγχρονου τρόπου ζωής, η καρδιά του θεάματος που επεκτείνει τον παλμό της μέχρι τη Mόσχα και το Πεκίνο. Tο θέαμα αυτό δεν μπορεί να παράσχει την παραμικρή αυτονομία στους κατά τόπους υπεργολάβους του. (Mόλις το αντιλαμβανόμαστε αυτό, κατανοούμε δυστυχώς ότι αυτή η υπεργολαβία ενέχει μιαν υποδούλωση πολύ λιγότερο επιφανειακή από αυτήν που διαπιστώνουν οι συνήθεις κριτικοί του "ιμπεριαλισμού" ζητώντας την καταστροφή ή τη μεταρρύθμισή του). Eδώ [στη Γαλλία] δεν είμαστε πια τίποτε. Eίμαστε ένας λαός αποικιοκρατούμενος που δεν έχει καταφέρει να εξεγερθεί, είμαστε οι γιέσμεν του θεάματος και της αλλοτρίωσης. Ποια αξίωση θα προβάλουμε μπρος στην ολοένα και εντεινόμενη παρουσία των μεταναστών, λες κι έχουμε κάτι να μας κλέψουν, λες κι αυτό το κάτι είναι ακόμη δικό μας… Kαι τι άραγε θα μπορούσε να 'ναι αυτό; Σε τι πιστεύουμε τελικά, ή μάλλον σε τι τελοσπάντων παριστάνουμε ότι πιστεύουμε; Oι σκλάβοι διαμαρτύρονται που οι ημιελεύθεροι απειλούν την ανεξαρτησία τους, σαν να καμαρώνουν, αντί να εξεγείρονται, για τις ολοένα και μειωμένες τους άδειες μετ' αποδοχών…

Yπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί απαρτχάιντ; Mα φυσικά και υπάρχει! Mάλιστα δεν υπάρχει απλά κίνδυνος, είναι -μοιραία πλέον- γεγονός (με όλη τη λογική των γκέτο, των φυλεκτικών συγκρούσεων, σύντομα και με τα λουτρά αίματος, που περιλαμβάνει το απαρτχάιντ). Mια κοινωνία σε πλήρη αποσύνθεση είναι σαφώς λιγότερο ικανή να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες μεταναστών χωρίς ανυπόφορο άγχος, από μια κοινωνία συνεκτική και σχετικά ευημερούσα. Tο 1973 είχαμε ήδη εντοπίσει την καταπληκτική αναλογία μεταξύ της εξέλιξης των κατασκευών και της εξέλιξης των νοοτροπιών. "Όσο ανοικοδομείται το περιβάλλον, όλο και πιο βιαστικά, για τους σκοπούς του κατασταλτικού ελέγχου και του κέρδους, γίνεται ταυτόχρονα ολοένα και πιο εύθραυστο και προκαλεί ολοένα και περισσότερους βανδαλισμούς. O καπιταλισμός στη θεαματική του φάση ανοικοδομεί τα πάντα, αυτήν τη φορά ως ψεύτικα και παράγει εμπρηστές. Έτσι, το σκηνικό του καπιταλισμού είναι παντού εύφλεκτο σαν τα κολλέγια στη Γαλλία." H παρουσία των μεταναστών έχει ήδη εξυπηρετήσει τους στόχους κάποιων εργατοπατέρων-συνδικαλιστών που έσπευσαν να αποδώσουν σε δήθεν "πόλεμο των θρησκειών" τις απεργίες που δεν μπορούσαν να ελέγξουν. Nα 'μαστε επίσης σίγουροι ότι οι καθεστηκυίες δυνάμεις θα προτιμήσουν την πλήρη ανάπτυξη των εμπειριών σύγκρουσης που σήμερα βιώνουμε σε μικρότερη κλίμακα με τους "τρομοκράτες", αληθινούς ή ψεύτικους, ή με τους οπαδούς αντίπαλων ποδοσφαιρικών ομάδων - και δεν μιλούμε μόνο για τους Άγγλους οπαδούς. 

Eίναι ωστόσο εύκολο να καταλάβουμε γιατί οι πολιτικοί κάθε απόχρωσης, περιλαμβανομένου και του Eθνικού Mετώπου, προσπαθούν να υποτιμήσουν τη βαρύτητα του "προβλήματος των μεταναστών". Όλα όσα θέλουν να διατηρήσουν τους εμποδίζουν να θίξουν οποιοδήποτε ζήτημα άμεσα και στην πραγματική του διάσταση. Oρισμένοι διατείνονται ότι είναι τάχα ζήτημα διάδοσης της "καλής αντιρατσιστικής διάθεσης", άλλοι ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα στη "δίκαιη ξενοφοβία". Όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να εξετάσουμε το πρόβλημα ως το πιο πιεστικό, αν όχι και το μοναδικό, από τα κοινωνικά προβλήματα που η κοινωνία δεν πρόκειται να ξεπεράσει. Tο γκέτο του νέου θεαματικού απαρτχάιντ (όχι η τοπική, φολκλορική εκδοχή που συναντούμε στη Nότια Aφρική) είναι ήδη εδώ, στη Γαλλία του σήμερα: H πλειοψηφία του πληθυσμού είναι εγκλωβισμένη μέσα του και έχει χάσει τα μυαλά της - κι αυτό θα συνέβαινε ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μετανάστης. Ποιος αποφάσισε να κατασκευάσει τις Sarcelles ή τις Les Miguettes για να καταστρέψει το Παρίσι ή τη Λυών; Eίναι αλήθεια ότι στη βρώμικη αυτή δουλειά συμμετείχαν και μετανάστες. Δεν έκαναν όμως τίποτε παραπάνω από το να εκτελέσουν με ακρίβεια τις εντολές που τους είχαν δώσει, υποταγμένοι στη συνήθη αθλιότητα του μισθωτού εργάτη.

Πόσους ξένους έχει αλήθεια η Γαλλία; Δεν ρωτούμε βέβαια για τη νομική τους υπόσταση, το χρώμα του δέρματός τους ή τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Eίναι φανερό: Eίναι τόσοι πολλοί, που καλύτερα να ρωτήσουμε: Πόσοι Γάλλοι έχουν απομείνει στη Γαλλία και πού βρίσκονται; (Kαι τί είναι αυτό που προσδιορίζει τον Γάλλο σήμερα;) Γνωρίζουμε ότι πέφτουν οι δείκτες των γεννήσεων. Mας κάνει εντύπωση αυτό; Mα οι Γάλλοι δεν αντέχουν πια τα παιδιά τους. Tα στέλνουν στο σχολείο στα τρία και μέχρι τουλάχιστον τα δεκαέξι τους, τα παιδιά διδάσκονται την αγραμματοσύνη. Πριν μάλιστα φτάσουν στην ηλικία των τριών ετών, όλο και περισσότεροι άνθρωποι τα θεωρούν "ανυπόφορα" και τα μεταχειρίζονται με βία. Στην Iταλία, την Iσπανία, την Aλγερία, στις κοινότητες των Tσιγγάνων, τα αγαπούν ακόμη τα παιδιά. Eδώ όχι και τόσο.

Oύτε τα σπίτια, ούτε οι δρόμοι των πόλεων δεν είναι πια κατάλληλα για τα παιδιά (εξού και ο κυνισμός της κυβερνητικής καμπάνιας με το σύνθημα "να ανοίξουμε την πόλη στα παιδιά"). Aπό την άλλη, η αντισύλληψη είναι διαδεδομένη, οι εκτρώσεις νόμιμες. Όλα σχεδόν τα σημερινά παιδιά στη Γαλλία προήλθαν από γεννήσεις επιθυμητές. Όχι όμως από μια επιθυμία ελεύθερη. O ψηφοφόρος-καταναλωτής σήμερα δεν ξέρει τι θέλει. "Eπιλέγει" ό,τι δεν του αρέσει. H διανοητική του συγκρότηση δεν έχει πια τη συνοχή που χρειάζεται, ώστε να θυμηθεί ότι κάτι θέλησε όταν βρίσκει τον εαυτό του απογοητευμένο από το ίδιο το πράγμα που θέλησε. Στο θέαμα, η ταξική κοινωνία έχει κάνει συστηματικές προσπάθειες να αφανίσει την ιστορία. Kαι τώρα παριστάνει ότι μετανιώνει για το συγκεκριμένο αποτέλεσμα της παρουσίας τόσων μεταναστών, γιατί "εξαφανίζεται η Γαλλία". Ξεκαρδιστικό. Mα η Γαλλία εξαφανίζεται για πολύ διαφορετικούς λόγους, με ταχείς ρυθμούς, σε όλα σχεδόν τα μέτωπα.

Oι μετανάστες έχουν το μεγαλύτερο δικαίωμα να ζουν στη Γαλλία. Eίναι οι εκπρόσωποι της αποστέρησης. Kαι η αποστέρηση αισθάνεται σαν στο σπίτι της στη Γαλλία, είναι τόσο διαδεδομένη που μοιάζει οικουμενική. Oι μετανάστες έχουν χάσει τη γη και την κουλτούρα τους και είναι κοινό μυστικό ότι δεν κατάφεραν να βρούνε καινούργιες. Oι Γάλλοι είναι στην ίδια ακριβώς θέση - κι αυτό το μυστικό δεν είναι λιγότερο κοινό. 

Mε την ισοπέδωση ολόκληρου του πλανήτη από την αθλιότητα ενός νέου περιβάλλοντος και από μιαν απολύτως απατηλή αντίληψη για τα πάντα, οι Γάλλοι, που τα έχουν αποδεχτεί όλ' αυτά χωρίς πολλές διαμαρτυρίες (με εξαίρεση το '68), δεν μπορούν επουδενί να διαμαρτυρηθούν ότι νιώθουν έξω από τα νερά τους εξαιτίας των μεταναστών. Eίναι αλήθεια πως είναι έξω από τα νερά τους. Aυτό όμως οφείλεται αλλού: Στον φρικαλέο τούτο κόσμο της αλλοτρίωσης, όλοι έχουν καταντήσει μετανάστες.

Όταν η Γαλλία θα έχει εξαφανιστεί, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κατοικούν την επιφάνεια της γης, ακόμη κι αυτόν τον τόπο. Eίναι δύσκολο να προβλέψουμε το κράμα των εθνοτήτων που θα κυριαρχήσει, τις ιδιαίτερες κουλτούρες τους, τις γλώσσες που θα μιλούν. Eίμαστε όμως βέβαιοι πως το κεντρικό και βαθιά ποιοτικό ζήτημα θα είναι το εξής: Θα καταφέρουν αυτοί οι μελλοντικοί αυτοί λαοί να κατακτήσουν, μέσω πρακτικών χειραφέτησης, να κυριαρχήσουν στη σημερινή τεχνολογία, την τεχνολογία της εξαπάτησης και της αποστέρησης; Ή μήπως θα τους κυριεύσει η τεχνολογία με τρόπο ακόμη πιο ιεραρχικό και υποδουλωτικό απ' ό,τι σήμερα; Aς αναμένουμε το χειρότερο και ας αγωνιζόμαστε για το καλύτερο. H Γαλλία αξίζει τη θλίψη μας. Aλλά η θλίψη είναι μάταιη.


[ΠΗΓΗ: GUY DEBORD Σημειώσεις για το «Ζήτημα των μεταναστών» (γραμμένο το 1985) - μτφ. Λία Γυιόκα - ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ τχ. 10, Ιούλιος 2007]

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΑΔΥΝΑΤΟ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς:

Όλα αποτιμώνται σε χρήμα, όλα χρήζουν «αξιοποίησης», όλα είναι μετρήσιμα και εμπορεύσιμα. Ακόμα και οι ζωές μας, εμείς οι ίδιοι. Αξιολόγηση, ΑΕΠ, χρέος, έλλειμμα, λιτότητα, περιοριστική πολιτική, αξιόχρεο, έσοδα, έξοδα και πάει λέγοντας. Όσο πιο πολύ μετράμε τόσο πιο πολλά (από την πραγματική ζωή) χάνουμε. Τόσο λιγοστεύει η ποιότητα και ό,τι συνδέεται μαζί της: ανθρώπινες σχέσεις, δικαιώματα, πρόσβαση στη γνώση, ελεύθερος χρόνος, ανθρώπινα γηρατειά. Ώρα λοιπόν για από-αποικιοποίηση του μυαλού και της σκέψης μας από τον οικονομισμό και τη βία που ασκεί πάνω μας… Ο μύθος της αέναης προόδου, η οποία ταυτίζεται αποκλειστικά με την οικονομική μεγέθυνση, έχει εμποτίσει την κοινωνική συνείδηση, συμβάλλοντας αποφασιστικά για δεκαετίες στη γιγάντωση της κατανάλωσης μέσω της διαρκούς επέκτασης της παραγωγής και της διαφήμισης (Τάσος Τσακίρογλου, Το σύγχρονο bankspeak και το οργουελικό newspeak – Η κρίση, όργανο χειραγώγησης και επιβολής, από τη στιγμή που «σκεπάζει» μ’ ένα σκοτεινό πέπλο κάθε συζήτηση για τις δυνατότητες απελευθέρωσης των ανθρώπων και τα πραγματικά δεδομένα για μια τέτοια προοπτική)



Στην περίοδο της κρίσης πολλοί είναι εκείνοι που θυμούνται τα χρόνια της ανάπτυξης (και της κατανάλωσης) με ένα αίσθημα νοσταλγίας και μια πίκρα που αφήνει η αίσθηση του χαμένου παραδείσου. Έτσι εξηγείται και το γιατί πολλοί ήταν έτοιμοι να ακούσουν στο παρελθόν ότι «λεφτά υπάρχουν» ή ότι μια αναδιανομή πλούτου είναι εφικτή, αρκεί να τοποθετηθούν οι κατάλληλοι άνθρωποι στην κυβέρνηση. Πρόκειται για μια οιονεί μεταφυσική πίστη που θέλει να αγνοεί τα πραγματικά δεδομένα και αρκείται στην επαναφορά του status quo ante. Είναι δηλαδή προσανατολισμένη στο παρελθόν και όχι στο μέλλον.

Έτσι, είναι καθησυχαστική, αφού δεν απαιτεί από τους πολίτες διαρκή επαγρύπνηση, κινητοποίηση, επιλογές και ανάληψη ευθύνης. Είναι μια πράξη που προσομοιάζει στο τηλεοπτικό ζάπινγκ, αφού με το πάτημα ενός κουμπιού (συγκεκριμένα της ψήφου) μπορούμε ν’ αλλάξουμε το μενού της πραγματικότητας και να πάμε από το «θρίλερ» στη «ρομαντική κομεντί».
Την έννοια του «εποικισμού» ήρθε να μου τη θυμίσει μια συνέντευξη του ποιητή Θοδωρή Χιώτη, ανθολόγου της ποιητικής συλλογής «Εικόνες από το μέλλον: τα ποιήματα για την ελληνική κρίση». Ο φιλόλογος και μεταφραστής αναφέρει εύστοχα ότι «η γλώσσα των οικονομικών συναλλαγών έχει “εποικήσει” την καθημερινότητά μας» και προσθέτει ότι τα ποιήματα της ανθολογίας «θέλουν να θέσουν ερωτήματα γύρω από τις βεβαιότητες, αλλά και τον απάνθρωπο χαρακτήρα μιας τέτοιας γλώσσας». Ονομάζει δε αυτή την απάνθρωπη γλώσσα «bankspeak», γλώσσα δηλαδή που χρησιμοποιείται στις οικονομικές συναλλαγές.

Η αναφορά παραπέμπει έμμεσα στη Newspeak στο «1984» του Οργουελ. Στο ολοκληρωτικό κράτος, στην προσπάθεια να ελεγχθεί και, τελικά, να καταργηθεί η σκέψη, χρησιμοποιείται η γλώσσα. Η εξουσία ετοιμάζει τη «Νέα Ομιλία».
Ο Οργουελ με το στόμα του Σάιμ αναφέρει:

[...] η Νέα Ομιλία είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που το λεξιλόγιό της λιγοστεύει κάθε χρόνο [...]», για να προσθέσει: «[...] ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης. Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς [...]

Φυσικά στις μέρες μας δεν έχουμε ολοκληρωτικό κράτος, αλλά μια ολοκληρωτική αντίληψη σε επίπεδο κοινωνίας, με την απόλυτη κυριαρχία της οικονομικής «επιστήμης», της στατιστικής, της λογιστικής και της ποσοτικής αντιμετώπισης των πάντων. Όλα αποτιμώνται σε χρήμα, όλα χρήζουν «αξιοποίησης», όλα είναι μετρήσιμα και εμπορεύσιμα. Ακόμα και οι ζωές μας, εμείς οι ίδιοι. Αξιολόγηση, ΑΕΠ, χρέος, έλλειμμα, λιτότητα, περιοριστική πολιτική, αξιόχρεο, έσοδα, έξοδα και πάει λέγοντας.

Όμως όσο πιο πολύ μετράμε τόσο πιο πολλά (από την πραγματική ζωή) χάνουμε. Τόσο λιγοστεύει η ποιότητα και ό,τι συνδέεται μαζί της: ανθρώπινες σχέσεις, δικαιώματα, πρόσβαση στη γνώση, ελεύθερος χρόνος, ανθρώπινα γηρατειά. Ωρα λοιπόν για απο-αποικιοποίηση του μυαλού και της σκέψης μας από τον οικονομισμό και τη βία που ασκεί πάνω μας.

Η ΚΡΙΣΗ, ΟΡΓΑΝΟ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ και ΕΠΙΒΟΛΗΣ:
Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 «σκέπασε» μ’ ένα σκοτεινό πέπλο κάθε συζήτηση για τις δυνατότητες χειραφέτησης των ανθρώπων και τα πραγματικά δεδομένα για μια τέτοια προοπτική. Την ίδια στιγμή που η κοινωνικά αναγκαία ποσότητα εργασίας έχει μειωθεί όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία, προσφέροντας νέα πεδία ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού του ατόμου έξω από τον χώρο της αλλοτριωμένης εργασίας, η κρίση αναδιανέμει όχι αυτή τη δυνατότητα ελευθερίας, αλλά τη μιζέρια της ανέχειας.

Οι μοναδικές επιλογές που παρουσιάζονται είναι η μείωση του ελεύθερου χρόνου και η αύξηση των ωρών εργασίας (για να διατηρήσουν οι εργαζόμενοι τη θέση απασχόλησης που έχουν), είτε μια θέση μερικής απασχόλησης (πάντα κακοπληρωμένη), είτε, τέλος, η ανεργία «πλήρους απασχόλησης».
Οι αλλαγές που έχουν γίνει στο τεχνολογικό και πολιτιστικό πεδίο και οι οποίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν απελευθερωτικά υποτάσσονται πλήρως στον βασικό στόχο του αρπακτικού καπιταλισμού, στην εκρηκτική αύξηση των κερδών εδώ και τώρα.

Έτσι, η οικονομική κρίση συνιστά όχι μόνο αποτέλεσμα των αντιφάσεων του συστήματος, αλλά και εργαλείο για τη διαχείρισή τους εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Το σύνθημα «λιγότερη δουλειά, δουλειά για όλους», το οποίο γεννήθηκε τις δεκαετίες της πλήρους απασχόλησης, έχει σχεδόν ξεχαστεί, ακόμα και από το ίδιο το εργατικό κίνημα, το οποίο, χτυπημένο από τη μαζική ανεργία και την κρίση, έχει βρεθεί στη γωνία ξεδοντιασμένο, αμήχανο και χωρίς νέες ιδέες.
Σ’ αυτή την έλλειψη ιδεών, προτάσεων και αναλύσεων είχαν και έχουν μερίδιο ευθύνης τόσο τα αριστερά όσο και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα πρώτα εκ των οποίων βολεύτηκαν στον ρόλο της αντιπολίτευσης, ενώ τα δεύτερα στον ρόλο της διαχείρισης και της ενσωμάτωσης.

Η πνευματική οκνηρία, ο ακτιβισμός, ο λεγκαλισμός, ο εμμονικός ευρωπαϊσμός, ο καταγγελτισμός, η εχθρότητα προς τη θεωρία και τους φορείς της, ο γραφειοκρατισμός, η σταλινική κληρονομιά και ο φόβος του αυθόρμητου και ανεξέλεγκτου των μαζών έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στον εκφυλισμό αυτών των κομμάτων και στην έκπτωσή τους σε διαχειριστές της (καπιταλιστικής) πραγματικότητας και σε ξενιστές των αστικών ιδεών μέσα στην Αριστερά.

Πολλά από τα σημερινά πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα έχουν την πηγή τους σ’ αυτές τις καταστατικές αμαρτίες και ανεπάρκειες, οι οποίες έχουν, φυσικά, με τη σειρά τους τη δική τους ιστορική και κοινωνιολογική ερμηνεία, που δεν είναι του παρόντος.

Η Αριστερά, για να προσφέρει στην κοινωνία, πρέπει πάνω απ’ όλα να έρθει σε ρήξη με τις δικές της ιστορικές παθογένειες και να εγκαταλείψει άμεσα τη λογική των «έκτακτων συνθηκών». Η επίκληση αυτού του παράγοντα λειτουργούσε πάντα (και για την Αριστερά) σαν άλλοθι για τον εξοβελισμό της πολιτικής συζήτησης στο μακρινό μέλλον και για τη συγκάλυψη των υπαρκτών πολιτικών διαφορών στο όνομα της «ανάγκης για ενότητα εν ώρα μάχης».
Η κυβέρνηση και η διαχείριση της πολιτικής (και όχι κατ’ ανάγκη της οικονομικής) εξουσίας δεν αποτελεί υπέρτερο αγαθό σε σχέση με την υπεράσπιση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Για να γίνει εφικτό το τελευταίο, απαιτούνται πολιτικό σχέδιο, ιδέες, στελέχη, συμμαχίες και, τελικά, όραμα για το πού ακριβώς θέλουμε να πάμε και με ποιο όχημα.


[ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ BANKSPEAK ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΓΟΥΕΛΙΚΟ NEWSPEAK και Η ΚΡΙΣΗ, ΟΡΓΑΝΟ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ και ΕΠΙΒΟΛΗΣ,  άρθρα τουΤάσου Τσακίρογλου στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 19-02-2016]

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ψάχναμε πάλι το πρώτο σπέρμα, για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα (Γιώργος Σεφέρης)

Με αφορμή ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη (Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ – πίναξ ημιτελής) ο Γιάννης Ψυχοπαίδης γράφει για τους ξεριζωμένους πρόσφυγες, για τους ανέστιους, για τις νεκρές μικρές Οφηλίες. Και αναρωτιέται «πώς μπορεί να βλέπει τις θάλασσες με αθώο βλέμμα, να περπατά στις ακρογιαλιές αναζητώντας βότσαλα και κοχύλια;». Ξαναδιαβάζοντας σήμερα το ποίημα του Καρυωτάκη βλέπουμε σ’ αυτό το «ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον», «ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου», πως δεν του λείπουν ούτε τα ερείπια, ούτε οι αγχόνες. «Την πεδιάδα όλη» τη διασχίζει μια ατέλειωτη ματωμένη γραμμή από ανθρώπινες υπάρξεις, που συνεχίζει το εφιαλτικό ταξίδι της, αναζητώντας και καταφεύγοντας στον δυτικό Παράδεισο, αυτόν τον Παράδεισο που υπήρξε η προϋπόθεση της δικής της Κόλασης. Και η μακρά Οδύσσεια συνεχίζεται χωρίς την Ιθάκη. Το απατηλό ιδεολόγημα ότι η Ευρώπη μπορούσε να ασκεί τις φιλοπόλεμες πολιτικές της, οχυρωμένη και ασφαλής στο περιφρουρημένο κάστρο της, έχει καταρρεύσει. Της γης οι κολασμένοι ακυρώνουν με τα σώματα και τα σαπιοκάραβά τους κάθε ψευδαίσθηση για ανάπτυξη της «πολιτισμένης» Δύσης σε βάρος των άμαχων παιδιών ενός κατώτερου θεού.


Η πεδιάς και το νεκροταφείον (Πίναξ ημιτελής)
Έχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα,
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,
ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα.
Αλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει μόνο τ’ αγκάθια στην πεδιάδα όλη,
μόνο κάποιο χαρτί σ’ όλη τη φύση.
Μα το χαριτωμένο περιβόλι
αίμα και δάκρυα το ’χουνε ποτίσει.
Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,
κ’ οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια
τον ουρανό ’πού σύννεφα περνούνε,
τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.
(Ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κ’ η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου)

ΤΕΧΝΗ και ΚΡΙΣΗ: Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, με αφορμή ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, γράφει για τους πρόσφυγες
Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς σήμερα για την οδύνη; Πώς μπορεί να σχεδιάσει τον εκπατρισμό, να ζωγραφίσει την ερημιά και τον πόνο, να χαράξει την απελπισία, να πλάσει με τα χέρια του ένα γλυπτό για τον ξενιτεμό και την προσφυγιά;
Πώς μπορεί να βλέπει τις θάλασσες με αθώο βλέμμα, να περπατά στις ακρογιαλιές αναζητώντας βότσαλα και κοχύλια, να βυθιστεί αμέριμνα στα γαλάζια νερά ανάμεσα στις βυθισμένες βάρκες, τις ξεβρασμένες ψυχές και τις νεκρές μικρές Οφηλίες;
Στην Ανατολή βομβαρδισμένες πολιτείες, συντρίμμια και ερείπια· στη Δύση βομβαρδισμένα μυαλά, συντρίμμια και ερείπια οι ιδέες της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού, των μεγάλων προταγμάτων του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ένας ανεξέλεγκτος χείμαρρος πληροφοριών, ένας βομβαρδισμός από εικόνες έχει κατακλύσει την καθημερινή ζωή, με τις τραγικές ανθρώπινες υπάρξεις να μάχονται απελπισμένα να διαφύγουν από τους ρημαγμένους τόπους τους.
Και παντού ο θάνατος, σχεδόν σαν φυσικό φαινόμενο. Και ο μέσος καταναλωτής των εικόνων, ο τηλεθεατής, να βρίσκεται κι αυτός σε μια αργή πορεία εξοικείωσης με τη φρίκη, μαθαίνοντας να συμβιώνει με το τραγικό μέσα από την οθόνη, σαν έναν κόσμο έξω απ’ αυτόν, άυλο, σε αντίθεση με την «πραγματική» ζωή που βιώνεται μέσα στο σαλόνι του, προφυλαγμένη στο ιδιωτικό του καταφύγιο.
Η εικονική αυτή ζωή των μέσων μαζικής χειραγώγησης, φτιαγμένη από φοβικά σύνδρομα, υστεροβουλία, κυνισμό με ανθρωπιστική επίφαση, επιχειρεί να στερήσει από τις εικόνες της φρίκης την πολιτική τους διάσταση, το πλαίσιο και τους μηχανισμούς που τις γεννούν, τα συμφέροντα και τις δυνάμεις που έμμεσα ή άμεσα καλλιεργούν και εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο πόνο.
Μια φιλάνθρωπη ανθρωπιστική αισθηματολογία ως άλλοθι για τις βαριές ευθύνες για τη συμμετοχή της Δύσης στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Για άλλη μια φορά, οι χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που χάνονται, οι πρόσφυγες που ξεριζώνονται, οι ανέστιοι που φυλακίζονται, κυνηγημένοι απ’ αυτούς που τους εξόρισαν και που τώρα υποκρίνονται τους σωτήρες τους, οι φυγάδες από τους «ανθρωπιστικούς» πολέμους, όλοι αυτοί λογίζονται για «παράπλευρες απώλειες» στον εγκληματικό πόλεμο γεωστρατηγικής ισχύος δίχως τέλος.
Ξαναδιαβάζοντας σήμερα το ποίημα του Καρυωτάκη βλέπουμε σ’ αυτό το «ωραίο, φριχτό και απέριττο τοπίον», «ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου», πως δεν του λείπουν ούτε τα ερείπια, ούτε οι αγχόνες. «Την πεδιάδα όλη» τη διασχίζει μια ατέλειωτη ματωμένη γραμμή από ανθρώπινες υπάρξεις, που συνεχίζει το εφιαλτικό ταξίδι της, αναζητώντας και καταφεύγοντας στον δυτικό Παράδεισο, αυτόν τον Παράδεισο που υπήρξε η προϋπόθεση της δικής της Κόλασης. Και η μακρά Οδύσσεια συνεχίζεται χωρίς την Ιθάκη. Το απατηλό ιδεολόγημα ότι η Ευρώπη μπορούσε να ασκεί τις φιλοπόλεμες πολιτικές της, οχυρωμένη και ασφαλής στο περιφρουρημένο κάστρο της, έχει καταρρεύσει. Της γης οι κολασμένοι ακυρώνουν με τα σώματα και τα σαπιοκάραβά τους κάθε ψευδαίσθηση για ανάπτυξη της «πολιτισμένης» Δύσης σε βάρος των άμαχων παιδιών ενός κατώτερου θεού. Και μαζί καταρρέουν και οι ιδρυτικές αξίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και οι όποιες ελευθερίες και δικαιώματα που έχουν απομείνει από το χλομό φάντασμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Ο πίνακας στο ποίημα του Καρυωτάκη, όπως γράφει ο υπότιτλος, δεν είναι ημιτελής, αλλά ατελής και μάλιστα από τη γέννησή του, από τη γέννηση των ιδρυτικών αρχών της Ε.Ε. Η επικυριαρχία των αγορών οδήγησε σ’ αυτό το Νεκροταφείον των ιδεών, στο κοιμητήριο Ψυχών, στα υπαίθρια στρατόπεδα μιας ηπείρου που απειλείται καθημερινά από τη μισαλλοδοξία, τη ρατσιστική βία, την ιδεολογία του απομονωτισμού, των κλειστών ματιών και των κλειστών συνόρων.

...Εχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα, γράφει ο Καρυωτάκης σαν να προμάντευε μέσα από τη δική του Πρέβεζα τις οδύνες του 21ου αιώνα που ερχόταν, σαν να διαισθανόταν τη δύση του ήλιου σαν μια ευρύτερη κρίση πολιτισμού.

«γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει».
Ο άνθρωπος του νέου αιώνα μετέχει σ’ ένα παράλογο, τραγικό θέατρο, όπου η ζωή παίζεται πάνω σε μια θεατρική σκηνή που σκοτεινιάζει γρήγορα, είτε για να κλείσει οριστικά η αυλαία, είτε για να ανοίξει σε μια παράσταση που μόλις αρχίζει. Τι θα συντελεστεί πάνω σ’ αυτή τη σκηνή;
Σ’ αυτό «το χαριτωμένο περιβόλι που αίμα και δάκρυα το ’χουνε ποτίσει» η εξέλιξη της ζωής είναι ανοιχτή και η έκβαση άγνωστη. Ένα όμως είναι βέβαιο: Ο άνθρωπος και η ανθρώπινη κοινότητα κουβαλούν αξεχώριστα την κοινή ευθύνη για τη ζωή τους, την Ιστορία, τον πολιτισμό τους, είναι «καταδικασμένοι να πετύχουν» με όρους αξιοπρέπειας στο μεγάλο στοίχημα της επιβίωσης. Και το στοίχημα αυτό δεν αφορά την κάθε χώρα μόνη της, αλλά την Ευρώπη συνολικά, που μόνο ενωμένη μπορεί να δώσει τις λύσεις μέσα από πολιτικές ανθρωπιάς και αλληλεγγύης.
Το «πέπλο που πέφτει» σε αυτήν την εικόνα του ωραίου, φριχτού και απέριττου τοπίου κινδυνεύει να σκεπάσει κάθε ίχνος ορθού λόγου, αμοιβαίου σεβασμού της διαφορετικότητας, αρχών δικαιοσύνης και δημοκρατίας, μπροστά σ’ αυτήν την κρίση με βαθιές ρίζες και σκοτεινό μέλλον. Και κινδυνεύει να σκεπάσει και κάθε ίχνος ανοιχτού, καθαρού και δημιουργικού νου.
Έτσι και στη δημιουργία. Οι τέχνες και οι δημιουργοί καλούνται -πόσο μάλλον σήμερα- να μεταφράσουν τα αισθήματα της οδύνης, τη γεύση της αλήθειας σε μια γλώσσα που σκέφτεται πάνω στον εαυτό της και τα μέσα της, που αναστοχάζεται την Ιστορία της και τα όριά της. Και να εκφράσουν την αλήθεια τους με ριζοσπαστικές φόρμες που δεν ωραιο-ποιούν, δεν εικονογραφούν αλλά αναρωτιούνται, δεν αντιγράφουν την επιφάνεια, δεν παραλύουν σε μια αισθητική ηττοπάθεια, που δεσμεύονται αλλά δεν είναι δέσμιες του αυτονόητου και του συμβατικού.
Το ιδιωτικό κεφάλαιο της τέχνης, το βαθιά αληθινό του ενός, μπορεί να γίνει συλλογικό κεφάλαιο, το ίδιο αληθινό για όλους. Οι ατομικές συμβάσεις του καθενός με τον εαυτό του και την κοινωνία, να γίνουν συλλογικές συμβάσεις μιας ανθρώπινης ομάδας, σ’ ένα μοίρασμα της αγωνίας αλλά και της ευθύνης. Σε μια διαρκή αναφορά της σκέψης πάνω στην οδυνηρή ανθρώπινη συνθήκη, μέσα σ’ ένα τοπίο όπου «οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σαν χέρια τον ουρανό, που σύννεφα περνούνε, τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια». Η δημιουργία σήμερα καλό θα ήταν να βυθιστεί στο βάθος των περιστάσεων, να αναζητήσει αυτά που δεν ξέρει, να επινοήσει αυτό που νοσταλγεί, να θυμηθεί αυτά που ξέχασε και να ξεχάσει αυτά που ήδη ξέρει.
Και όπως έγραψε και ο Γ.Σ.:
Ψάχναμε πάλι το πρώτο σπέρμα, για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα

[Τέχνη και Κρίση του Γιάννη Ψυχοπαίδη από την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ των ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 13-14 Φεβρουαρίου 2016 – στις φωτογραφίες έργα του καλλιτέχνη]

Η ΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΑ ΜΥΑΛΑ ΚΑΙ ΣΥΝΟΡΑ (αποσπάσματα από συνέντευξη του Γιάννη Ψυχοπαίδη στην Εφημερίδα των Συντακτών):

Σε ένα από αυτά τα ιδιαίτερα «κολάζ» που συνηθίζει ο Γ. Ψυχοπαίδης, το κεφάλι του Ερμή του Πραξιτέλη συνδυάζεται με μια βάρκα γεμάτη πρόσφυγες. Ακριβώς αυτό το έργο αποτελεί το εξώφυλλο του νέου του βιβλίου «Τα ημερολόγια της φωτιάς», που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Κέδρος», με σύντομα κείμενα που αποτυπώνουν προβληματισμούς για τον πολιτισμό και την κοινωνία.
«Ο τίτλος ξεκινάει από την εμπειρία της καμένης Ολυμπίας το 2007», διευκρινίζει. «Όταν ξέσπασε η φωτιά, ήμασταν στην Κεφαλονιά και από εκεί μπορούσαμε να τη δούμε. Την άλλη μέρα πήρα το καράβι, κατέβηκα στον αρχαιολογικό χώρο, όπου όλα ήταν καμένα και οι τοίχοι του μουσείου μαυρισμένοι. Μπήκα μέσα και με ένα κινητό τηλέφωνο φωτογράφισα γρήγορα τον Ερμή, μια εικόνα θολή. Η καμένη Ολυμπία έγινε συμβολισμός για την καταστροφή που θα ερχόταν...»
.
Πώς οδηγηθήκατε στην επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων;
Είναι μια πολύ προσωπική επιλογή με συλλογική αναφορά. Ένα παλίμψηστο, που μέσα κρύβει τη νεανική εμπειρία, το πώς διαμορφωθήκαμε μέσα από την ποίηση, την τέχνη, αλλά και από τις εμβληματικές μορφές της πολιτικής. Είναι πρόσωπα που έχουν δώσει έργο καλλιτεχνικό, επηρέασαν με τη στάση ζωής τους, σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή και κατά κάποιον τρόπο γαλούχησαν κυρίως τη δική μας γενιά, η οποία ήταν έντονα πολιτικοποιημένη και κοινωνικοποιημένη.
Οι προσωπικότητες μιας άλλης εποχής τι μπορούν να πουν στη σημερινή γενιά;
Πιστεύω στα κενά που γεφυρώνονται, όχι για να ταυτίσεις μια εποχή με μια άλλη, αλλά για να αναδειχτεί η ρίζα που υπάρχει από μέσα και ότι οι νέοι νιώθουν πως ανήκουν σε ένα κοινό δέντρο. Πιστεύω στην έννοια της κοινότητας, που συνδέει τις γενιές μέσα στη διαφορετικότητά τους. Σήμερα έχουμε μια τομή σε πολλά πράγματα, στις τεχνολογίες, τις επικοινωνίες, στις εκφραστικές φόρμες.
Στην ουσία όμως πιστεύω ότι μένουν ζωντανά αυτά που λέμε «μεγάλα ηθικά διλήμματα» και έχουν να κάνουν με τη στάση του ανθρώπου στον κοινωνικό περίγυρο. Το μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι, που λέει ο Καβάφης.

Υπάρχουν σήμερα πρόσωπα που μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπα;
Στις μέρες μας, που ξαναγυρνάμε στην ανάγκη μιας καινούργιας συλλογικότητας, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Ίσως να μην είναι στην επιφάνεια, αλλά λειτουργούν από κάτω και είναι ικανοί κάποια στιγμή να μας εκπλήξουν. Άνθρωποι, που πιθανώς δεν έχουν βαρύ όνομα, αλλά έχουν τη βαρύνουσα οντότητα στην κοινωνία κι εκεί που δεν το περιμένεις βλέπεις τη σοβαρότητα και το ιστορικό μέγεθός τους. Αν και χαμηλών τόνων, σε συναρπάζει η σταθερότητα και η επιμονή τους να διεκδικούν και να κερδίζουν. Δεν είναι κάτι πολύ συνηθισμένο, αλλά υπάρχει δίπλα μας και μερικές φορές δεν το βλέπουμε κιόλας.

Στα έργα σας δεν αντιμετωπίζετε το παρελθόν με νοσταλγία...
Είναι ένας αναστοχασμός στο παρελθόν. Αλλά σε ένα παρελθόν που διεκδικεί το παρόν και είναι πανταχού παρόν. Δεν πάω να αναδείξω μια εποχή περασμένη, αλλά να αναζητήσω σήματα πορείας που έχουμε ανάγκη. Πόσο μάλλον σήμερα που είναι κρίσιμες οι στιγμές, όταν όλα αυτά που θεωρούσαμε σταθερά σημεία αναφοράς έχουν καταρρεύσει, όταν έχουμε να κάνουμε με έναν πόλεμο σε όλα τα μέτωπα. Βλέπετε τι γίνεται, ο κόσμος αλλάζει. Εχουμε μια Ευρώπη που δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το μέλλον της. Υπάρχουν τεράστια προβλήματα που φαίνονται άλυτα.
Και η λύση που βολεύει και εξυπηρετεί είναι να ξαναγυρίσουμε σε μια κλειστή μορφή ανθρώπινων κοινωνιών, στην ουσία να απαξιωθούν όλα αυτά που έχει κερδίσει η Ευρώπη από τη Γαλλική Επανάσταση και τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Αυτό που ξέραμε ως Ευρώπη δεν υπάρχει πια και φοβόμαστε ότι στο κοντινό μέλλον δεν θα την ξαναδούμε.
Αλλά παρ’ όλα αυτά ο δρόμος είναι να διεκδικηθούν κοινωνίες ανοιχτές, χωρίς σύνορα, με ανοιχτούς ορίζοντες, που να είναι διαφωτισμένες, ελεύθερες. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από αυτόν, όλα τα άλλα είναι η απόλυτη σύγκρουση και καταστροφή και οδηγούν σε καταστάσεις όπου θριαμβεύουν ο φασισμός, ο ολοκληρωτισμός και η βαρβαρότητα. Πρέπει να αντισταθούμε απέναντι στη βαρβαρότητα με κάθε τρόπο και ο τρόπος δεν είναι τα κλειστά σύνορα, αλλά τα ανοιχτά μυαλά.


Η πρωτοπορία δεν γεννιέται στη μοναξιά, αλλά μέσα στα κινήματα