Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: «αλήθεια» και «πραγματικότητα» την εποχή των Social Media

Μια διδακτική παρεξήγηση για την εποχή των social media όπου αλήθεια θεωρείται συνήθως αυτό που φαίνεται και όχι αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Πρόκειται για μια εικόνα με πολλά επίπεδα: παιδιά του σχολείου προσηλωμένα στα κινητά τους ενώ βρίσκονται μπροστά στο αριστούργημα του Ρέμπραντ «Νυχτερινή Περίπολος». Είναι όμως στην πραγματικότητα αυτό που φαίνεται; Η εικόνα έγινε viral στο Διαδίκτυο. Και λογικά. Όχι μόνο γιατί ο συμβολισμός της εκ πρώτης όψεως είναι προφανής. Αλλά και γιατί προσφέρεται για άμεσο σχολιασμό και απαξιώσεις (όπως οι παρακάτω): «η νέα γενιά αδιαφορεί για τα υψηλά επιτεύγματα και στρέφεται στο εφήμερο και το εύκολο»!.. Πράγματι, από την πρώτη στιγμή που η φωτογραφία του Gijsbert van der Wal από το Μουσείο του Άμστερνταμ είδε το φως της δημοσιότητας αντιμετωπίστηκε σαν ένας ξεκάθαρος συμβολισμός των σύγχρονων μεταμοντέρνων κοινωνιών την εποχή των smartphones, του Διαδικτύου και των social media που διασπούν την προσοχή μας. Και μια ακόμα διαδικτυακή δίκη, ξεκίνησε με το twitter να πρωτoστατεί… Όπως και να ’χει όμως, η ιστορία αυτής της παρεξηγημένης φωτογραφίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου που συμπεριφέρεται σήμερα η κοινή γνώμη. Όπου μια εντύπωση ή μια λάθος ερμηνεία μπορεί με μεγάλη ευκολία να δημιουργήσει μια τελείως άλλη «πραγματικότητα» για χιλιάδες χρήστες των social media. Σημεία των καιρών: ο καθένας να διαλέγει την πραγματικότητα που τον βολεύει. (λεπτομέρειες της ιστορίας με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του Gijsbert van der Wall «Μπροστά στην Περίπολο του Ρέμπραντ, εικονική αλήθεια και πραγματικότητα»):  



Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ
«Δεν υπάρχει λόγος να αναρωτιόμαστε γιατί αυτή η φωτογραφία έγινε viral. Η τέλεια απεικόνιση της εποχής μας», γράφει κάποιος Κρις Γκίνες, εκπρόσωπος της Υπηρεσίας Αγωγής και Έργων του OHE, μαζεύοντας 308 likes και 443 retweets. Κάποιος άλλος, που εργάζεται στα social media του CNN πρόλαβε κι έφτιαξε μια εικόνα παρωδίας βάζοντας τα παιδιά στον πίνακα του Ρέμπραντ και την περίπολο έξω. Ο «Πού πάμε βρε… Πού πάμε» ή αλλιώς ο ηθικολόγος του twitter που στο προφίλ του δηλώνει εναντίον της πολιτικής ορθότητας, υπερασπιστής της παράδοσης, έτοιμος να υπερασπιστεί το δυτικό πολιτισμό και εναντίον της παγκοσμιοποίησης έχει βρει και το δίδαγμα: «Υπέροχη εκδοχή! Η διασπασμένη κοινωνία. Δεν χρειάζεται να αναρωτιόμαστε γιατί είμαστε σε αυτή την κατάσταση σήμερα. Διδάξτε τα παιδιά μας» «Πιστεύει κανείς ότι γκουγκλάρουν τον Ρέμπραντ; Όχι, ούτε εγώ» γράφει κάποιος άλλος, ακολουθώντας την κλασική προσέγγιση όπου κάποιος βασίζεται σε αυτό που πιστεύει και όχι σε αυτά που ξέρει.  

Τι συνέβαινε όμως στην πραγματικότητα; Κάποιοι χρήστες άρχισαν ν’ αναρωτιούνται αν τα παιδιά δεν είναι προσηλωμένα στο fb αλλά απλώς ψάχνουν τον πίνακα στα κινητά τους. «Μαθητές ψάχνουν στοιχεία για μια σχολική εργασία με τα κινητά τους;», αναρωτιέται κάποιος (με μόνο 11 likes πάντως). «Μου αρέσει να φαντάζομαι ότι κάνουν έρευνα για τον πίνακα» γράφει κάποιος άλλος, δείχνοντας μια άλλη σχολή προσέγγισης της πραγματικότητας από τους χρήστες των social media που συνοψίζονται στη φράση «μου αρέσει να φαντάζομαι…». «Προφανές ότι πρόκειται για σχολική επίσκεψη – και φαίνεται ότι οι μαθητές δουλεύουν στα σοβαρά ψάχνοντας στοιχεία. Ναι;», γράφει κάποιος άλλος οπαδός των φαινομένων. Τέλος κάποιος προχωράει σε ακόμα πιο ριζοσπαστικές θέσεις, αμφισβητώντας το σύνολο των έργων της Αναγέννησης. «Δεν σας βάζει σε σκέψεις ότι μάλλον θα έπρεπε να αναρωτηθούμε κατά πόσο ενδιαφέρουν πια αυτοί οι παλιοί καφετί πίνακες;» αναρωτιέται. Γιατί; Μα γιατί μπορεί. Έτσι είναι τα social media.

ΤΕΛΙΚΑ ΤΙ ΕΙΧΕ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ;
Όπως αποδείχθηκε τα παιδιά ήταν προσηλωμένα στα κινητά τους γιατί όντως έψαχναν στοιχεία για μια εργασία. Το επιβεβαίωσε η δασκάλα που τα συνόδευε εκείνη την ημέρα. Την οποία κανείς δεν είχε σκεφτεί να ρωτήσει ή να βρει. Γιατί, πράγματι, στην εποχή των social media το να «πιστεύεις» αυτό που σε βολεύει είναι πιο εύκολο και γρήγορο από το να «γνωρίζεις». «Πραγματικά», απαντάει κάποιος σ’ εκείνον που αναρωτιόταν μήπως πρόκειται για σχολική εργασία. «Μου το επιβεβαίωσε η δασκάλα τους. Όπως και να ’χει πρόκειται για μια ομιλητική φωτογραφία».

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο φωτογράφος Gijsbert van der Wall: «Μια μικρή ομάδα μαθητών καθόταν στα παγκάκια μπροστά από την «Περίπολο» Όλοι τους κοιτούσαν είτε τα κινητά τους είτε των διπλανών τους. Μου φάνηκε παράξενο και τράβηξα μια φωτογραφία»!.. Όταν το ίδιο απόγευμα ανέβασε τη φωτογραφία στο facebook προς μεγάλη του έκπληξη την είδε να φτάνει τα 9.500 shares μέσα σε λίγες ημέρες. Και από εκεί πέρασε στο twitter, στο Reddit και στο Tumblr, γνωστές πλατφόρμες όπου οι χρήστες μοιράζονται και σχολιάζου καθημερινά ειδήσεις, φωτογραφίες και άλλα «παράξενα». Με άλλα λόγια έγινε viral.

«Από την άλλη πλευρά», συνεχίζει ο Gijsbert van der Wall «κάποιοι προειδοποιούσαν τους χρήστες να μην φτάνουν σε βιαστικά συμπεράσματα. Θεώρησαν ότι οι μαθητές στην πραγματικότητα ήταν προσηλωμένοι στα έργα τέχνης μέσω μιας εφαρμογής του Μουσείου για ξενάγηση με πολυμέσα». Για να υποστηρίξει μάλιστα τα λεγόμενά του, δημοσίευσε κι άλλη μια φωτογραφία όπου οι μαθητές κοιτάζουν εκστατικοί μια σειρά πορτρέτων του Ρέμπραντ.

Όπως και να ’χει όμως, η ιστορία της παρεξηγημένης φωτογραφίας είναι χαρακτηριστική του τρόπου που συμπεριφέρεται η κοινή γνώμη την εποχή των social media. Όπου μια εντύπωση ή μια λάθος ερμηνεία μπορεί με μεγάλη ευκολία να δημιουργήσει μια τελείως άλλη «πραγματικότητα» για χιλιάδες χρήστες. Αλλά πάλι αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής των social media. Ο καθένας να διαλέγει την πραγματικότητα που τον βολεύει.

[ΠΗΓΗ: Νίκος Ζαχαριάδης – Protagon.gr]

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΔΡΑΣΟΥΜΕ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΑ (ρήξη με τη συνήθεια, τις συμβάσεις και το φόβο)

Η συνήθεια είναι μια σύμβαση ανάμεσα στο άτομο και στο περιβάλλον ή ανάμεσα στο άτομο και τις ίδιες του τις οργανικές εκκεντρικότητες, μια εγγύηση για κάποιο ανιαρό απαραβίαστο, το αλεξικέραυνο της ύπαρξής του.  Συνήθεια, όμως, είναι και «η αλυσίδα που δένει το σκύλο με το ξερατό του», έλεγε ο Σάμουελ Μπέκετ κάνοντας εικόνα τις βλαβερές συνέπειες της. Κι όλοι ξέρουμε πως οι περισσότεροι άνθρωποι, λίγο ή πολύ, αργά ή γρήγορα, είναι υποτελείς στις συνήθειες τους. Αυτό ίσως είχε υπόψη της η Σιμόν ντε Μποβουάρ όταν, με αρκετή δόση ειρωνείας και σαρκασμού διαπίστωνε ότι «μοιάζουμε με τις κότες, οι οποίες, περνώντας όλη τους τη ζωή στο κοτέτσι, το θεωρούν τον κόσμο ολόκληρο». Ευτυχώς υπάρχει η Ποίηση που, με τη Φαντασία και το Λόγο, μπορεί να δίνει χρώματα ακόμα και στις πιο γκρίζες συνήθειες κάνοντας μ’ αυτό τον τρόπο απαστράπτουσα τη μιζέρια της καθημερινότητας. Για του λόγου το αληθές ένα μοναδικό παράδειγμα από τον ποιητή Σαμσών Ρακά: «Συνομίλησα τόσο πολύ μαζί σου / που όταν σε ξανάδα πόσα; / τριάντα πέντε χρόνια μετα; / την ώρα που με ρώτησες με έκπληξη τι κανω / σου απάντησε σε τόνο συζυγικό: / να πάρουμε χαρτί κουζίνας όπως γυρνάμε!.. (ΟΥΤΙΣ μια απόπειρα περφομαντείας). Και σε άλλη διάσταση με μεταφυσική προοπτική:   
Πώς πείσμωσε έτσι ο κόσμος και μακραίνει αδιάκοπα
σα συνωμοσία εξαπλώνεται η πλάση
για να σε μικραίνει διαρκώς
ώστε να μη μπορέσω να σε βρω
και να σου πω στ' αυτί: εσύ είσαι ο κόσμος μου όλος (Σαμσών Ρακάς) Κι άλλα τινά περί των δεινών της συνήθειας και το πιο δραστικό αντίδοτό της, την αμφιβολία και την αμφισβήτηση, στο άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ με ΚΛΙΚ στην εικόνα από OLBINSKI Rafal:


ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ
Η συνήθεια είναι μια σύμβαση ανάμεσα στο άτομο και στο περιβάλλον του ή ανάμεσα στο άτομο και τις ίδιες του τις οργανικές εκκεντρικότητες, μια εγγύηση για κάποιο ανιαρό απαραβίαστο, το αλεξικέραυνο της ύπαρξής του. Συνήθεια είναι η αλυσίδα που δένει τον σκύλο με το ξερατό του. Αυτό έγραψε ο Σάμιουελ Μπέκετ στη μελέτη του για τον Προυστ, θέλοντας να δείξει πόσο δέσμια είναι η ανθρώπινη ζωή στις συμβάσεις και τις συνήθειες που μας κληροδοτεί-καλλιεργεί η εκπαίδευση και η κοινωνία γενικότερα.

Φυσικά κάθε άνθρωπος χρειάζεται ορισμένες σταθερές και μια «ρουτίνα» για να νιώσει ότι έχει ρίζες σε μια πραγματικότητα που ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την επανάληψη και την ανάγκη ενός αισθήματος οικειότητας για τον κόσμο που μας περιβάλλει. Είναι αυτά που του προσφέρουν την απαραίτητη ασφάλεια σε έναν κόσμο διακινδύνευσης και εκπλήξεων.

Την ίδια ώρα όμως που η συνήθεια προάγει το αίσθημα του οικείου, την ίδια ώρα αποτελεί και μια αόρατη αλυσίδα που περιορίζει τον ορίζοντα της ελευθερίας και της πρωτοβουλίας μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όπως έλεγε η Σιμόν ντε Μποβουάρ στις «Ωραίες εικόνες», μοιάζουμε με τις κότες, οι οποίες, περνώντας όλη τους τη ζωή τους στο κοτέτσι, το θεωρούν τον κόσμο ολόκληρο.

Έτσι, το αντίδοτο δεν μπορεί παρά να είναι η αμφιβολία, η αμφισβήτηση, η αναζήτηση και πολλές φορές η ρήξη. Ρήξη με τη συνήθεια, ρήξη με το γνωστό, ρήξη με το παραδεκτό, ρήξη με τις συμβάσεις, ρήξη με τον φόβο.

Να είμαστε έτοιμοι να σκεφτούμε και να δράσουμε αντισυμβατικά, να γίνουμε απρόβλεπτοι και, το κυριότερο, να γίνουμε εφευρετικοί. «Η δημιουργία του κόσμου δεν έγινε μία και μόνη φορά, αλλά γίνεται κάθε μέρα» λέει ο Μπέκετ. Βέβαια, αυτό συχνά έχει και το τίμημά του, αφού η ρήξη με τη συνήθεια (και την υποταγή που αυτή συνεπάγεται) ερεθίζει την εξουσία, η οποία θέλει πάντα την ομοιομορφία και την ηρεμία – που στα ολοκληρωτικά καθεστώτα γίνεται νεκρική ακαμψία.
Στο «1984» του Τζορτζ Οργουελ, ο ανακριτής Ο’ Μπράιεν βασανίζει τον ανυπότακτο Γουίνστον Σμιθ, μέχρι αυτός να παραδεχτεί ότι τα τέσσερα δάχτυλα που του δείχνει είναι πέντε. «Είσαι ένα ψεγάδι στο σχέδιο, Γουίνστον. Είσαι μια κηλίδα που πρέπει να σβηστεί... Δεν ικανοποιούμαστε με μιαν αρνητική υποταγή, ούτε ακόμα και με την πιο ταπεινή υποταγή. Όταν στο τέλος θα μας παραδοθείς, αυτό πρέπει να γίνει με τη δική σου θέληση». Στο ημερολόγιό του ο Γουίνστον είχε γράψει: «Ελευθερία είναι η ελευθερία να λες ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα» και, φυσικά, ήρθε σε ρήξη με τη συνήθεια της υποταγής και της αποδοχής μιας ψευδούς κρατικής αλήθειας.

Το σπέρμα του ολοκληρωτισμού βρίσκεται στον κομφορμισμό της καθημερινότητας, στο αγελαίο αίσθημα της μαζικής κοινωνίας, στις μόδες, στους ποικίλους συρμούς και στη λογική της ήσσονος προσπάθειας. Κρύβεται στην πνευματική οκνηρία εξαιτίας της οποίας αναθέτουμε εργολαβικά το έργο της κριτικής και της σκέψης στους επαγγελματίες της πολιτικής και της επιστήμης, χτίζοντας την τυραννία της αυθεντίας και του ηγέτη. Λέγεται ότι ο Οργουελ εμπνεύστηκε από τον ναζί Χέρμαν Γκέρινγκ, ο οποίος φέρεται να είχε πει: «Αν το θέλει ο φίρερ, δύο και δύο κάνουν πέντε»


[ΠΗΓΗ: Τάσος Τσακίρογλου, Εφημερίδα των Συντακτών Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017]

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ (και άλλες φανταστικές ιστορίες):

E=mc² Όταν ήμουν στο λύκειο ο καθηγητής φυσικής μας είχε ρωτήσει αν ξέρουμε τι λέει η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Όχι, δεν πήγαινα σε σχολείο για χαρισματικά παιδιά, απλά ο καθηγητής ήταν λίγο εκκεντρικός. Όπως ήταν φυσικό (!) κανένας μαθητής δεν ήξερε, αλλά κάποιος που πολλά χρόνια μετά θα αποκτούσε το ψευδώνυμο «Γελωτοποιός» σήκωσε το χέρι και είπε χαμογελώντας: «Όλα είναι σχετικά». Οι συμμαθητές γελάσανε, αλλά ο καθηγητής φώναξε: «Σωστά!» Καθώς περνούσαν τα χρόνια, και αφού διάβασα ορισμένα βιβλία εκλαϊκευμένης φυσικής, κατάλαβα ότι η απάντηση μου δεν ήταν απλώς σωστή, αλλά υπερκάλυπτε τους περισσότερους κλάδους της φυσικής, καθώς και της ψυχολογίας, της φιλοσοφίας και –πιθανότατα- κάθε άλλου τομέα της γνώσης. Καθετί στη φυσική ορίζεται σε σχέση με κάτι άλλο: Η ταχύτητα, το βάρος, ο χρόνος, η ενέργεια. Στην κβαντομηχανική μάλιστα η σχετικότητα θριαμβεύει: Ο παρατηρητής επηρεάζει το παρατηρούμενο. Αλλά και στην ψυχολογία όλα είναι σχετικά. Ο αυτισμός, για παράδειγμα, έχει βαθμίδες λειτουργικότητας, ανάλογα με το κατά πόσο το άτομο προσαρμόζεται στα ζητούμενα. Όσο για τη φιλοσοφία η σχετικότητα ήταν γνωστή και στους αρχαίους: Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος –και πες μου εσύ αν μπορείς τι είναι καλό και τι κακό. Υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη ψευδαίσθηση, ότι κάθε άνθρωπος έχει έναν «αληθινό εαυτό». Εκεί στηρίζονται τα περισσότερα μπεστ-σέλλερ αυτοπραγμάτωσης, καθώς και οι μισές διαφημίσεις. «Be yourself», σου λένε κι εσύ πασχίζεις να είσαι ο εαυτός σου, πράγμα αδύνατον, γιατί πολύ απλά ο «εαυτός» είναι μια χίμαιρα. Νομίζετε ότι παραδοξολογώ; Ωραία, ας επιχειρήσουμε μια αναζήτηση του εαυτού μας… (με ΚΛΙΚ στην εικόνα της… σχετικότητας όλη η ανάλυση από τον… ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟ)



Νομίζετε ότι παραδοξολογώ; Ωραία, ας επιχειρήσουμε μια αναζήτηση του εαυτού μας…
Ποιος είναι ο αληθινός σας εαυτός; Εσείς ως δίχρονο παιδί που δεν έχει αντιληφθεί καν την έννοια του εγώ, εσείς ως δεκαεξάχρονος που ονειρεύεται επαναστάσεις και σεξ, εσείς ως σαραντάχρονος που παλεύετε για να ταΐσετε την οικογένεια σας ή εσείς ως ογδοντάχρονος με αλτσχάιμερ που δε θυμάστε καν το όνομα σας; «Όλοι αυτοί», θα πείτε, «είναι ο εαυτός στην εξέλιξη του χρόνου».
Και θέλετε να ορίσουμε τον «εαυτό» (σε ΣΧΕΣΗ με το χρόνο) ανά δεκαετία, έτος ή ημέρα; Ο δίχρονος εαυτός σας είναι ο ίδιος με τον ογδοντάχρονο εαυτό σας; Μήπως αυτό σας φαίνεται σοφιστικό τέχνασμα; Ας δούμε τότε τον «εαυτό» σας στη διάρκεια μιας ημέρας: Ποιος είναι ο αληθινός; Αυτός που πηγαίνει στη δουλειά -και συμπεριφέρεται διαφορετικά προς το αφεντικό, τους συναδέλφους και τους πελάτες; Ή αυτός που γυρνάει στο σπίτι του και βρίσκεται με τη σύζυγο του –με την οποία είναι παντρεμένος είκοσι χρόνια; Ή μπορεί να είναι ο άλλος που ξεπορτίζει για να συναντήσει την καινούρια του ερωμένη. Αλλά στο δείπνο βρίσκεται με τα πεθερικά -και δεν μπορεί να ψιθυρίζει στην πεθερά του ερωτόλογα, έτσι δεν είναι; Και ποιος είναι άραγε εκείνος που το βράδυ συναντάει τους παλιούς του φίλους και τα πίνουν στο μπαρ; Μάλλον ο ίδιος «εαυτός» με εκείνον που κοιμάται και ονειρεύεται ότι πετάει, χωρίς να έχει συναίσθηση του κρεβατιού ούτε της γυναίκας του που ροχαλίζει δίπλα.
Αυτός ο «εαυτός» είστε εσείς σε σχέση με τον περίγυρο σας, σε σχέση με τον άνθρωπο που έχετε απέναντί σας, ναι, ένα αμάλγαμα από id, ego, super-ego, και άλλες παραμέτρους που μπορούν να οριστούν με βιολογικούς όρους.
Και αν έχετε πεισμώσει, και υποστηρίξετε ότι με όλους συμπεριφέρεστε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, τότε πρέπει να σας πληροφορήσω ότι μάλλον έχετε λιγάκι από Asperger, και αυτό δεν είναι κακό, αρκεί να το γνωρίζετε εσείς και να το γνωρίζουν και όλοι όσοι συναναστρέφεστε, προς αποφυγή παρεξηγήσεων.

Δεν έχετε πειστεί ακόμα ότι «δεν υπάρχετε»; Ωραία, τότε δείτε το εαυτό σας σε σχέση με… τον εαυτό σας. Ποιος είναι ο αληθινός, εκείνος που έχει πάθει κατάθλιψη και σκέφτεται να πηδήξει από το μπαλκόνι ή ο άλλος –λίγη ώρα αργότερα- που μόλις είχε μια πολύ καλή ιδέα και χοροπηδάει σαν κατσίκι; Εκείνος που ξύπνησε καλά ή εκείνος που «άσε με σήμερα, έχω τις μαύρες μου». «Δεν είμαι μανιοκαταθλιπτικός», θα πείτε, αλλά θέλω να σας δω όταν σας έρχεται το εκκαθαριστικό της εφορίας και όταν έχετε έναν υπέροχο οργασμό. Και αν νομίζετε ότι γνωρίζετε πολύ καλά τον «εαυτό» σας ίσως πρέπει να ρωτήσετε τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ αν κι εκείνοι πίστευαν το ίδιο –πριν φτάσουν ως τον τελευταίο μοχλό.

Σκεφτείτε όλους αυτούς τους εαυτούς που βρεθήκαν σε καταστάσεις πιο δύσκολες από τις καθημερινές: Τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να κανιβαλίσουν για να επιζήσουν, εκείνους που σκότωσαν κάποιον σε μια έκρηξη θυμού («δεν ήμουν ο εαυτός μου», συνηθίζουν να λένε), εκείνους που τρέπονται σε φυγή όταν η αστυνομία επιτίθεται, εκείνους που πολεμάνε –για να επιβιώσουν.
Σκεφτείτε τον «εαυτό» σας μεθυσμένο ή ερωτευμένο («πωπω, ντρέπομαι γι’ αυτά που έκανα χθες»), θυμηθείτε τον «εαυτό» σας όταν έκανε «το χειρότερο λάθος που έχω κάνει στη ζωή μου».
Συνεχίζετε να πιστεύετε ότι αξίζει να απομονωθείτε σε ένα δάσος για να «βρείτε τον εαυτό σας»; Με λύπη μου θα σας πληροφορήσω ότι στην απομόνωση και στο δάσος θα βρείτε ή την τρέλα ή έναν προσωρινό «εαυτό», ο οποίος θα καταρρεύσει μόλις επιστρέψετε στον πολιτισμό και στη διαδραστικότητα του.

Η πνευματική ομοιόσταση είναι προνόμιο των νεκρών: αν πάτε στο δάσος κάντε το γιατί είναι όμορφα εκεί και γιατί θα γαληνέψετε για λίγο, αλλά μην ελπίζετε σε θαύματα…

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Ο ανθρώπινος πολιτισμός, και δη ο δυτικός, είναι βασισμένος πάνω σε έννοιες-λέξεις, οι οποίες όχι μόνο δεν είναι απόλυτες, αλλά –ουσιαστικά- δεν έχουν κανένα νόημα, πέρα από αυτό που τους δίνουμε εμείς: Εαυτός, ευτυχία, ελευθερία, αγάπη, αλήθεια, χρόνος, ακόμα και… πραγματικότητα. Γιατί το πραγματικό είναι μόνο αυτό που εμείς πιστεύουμε ως τέτοιο –και τραβάτε να ρωτήσετε έναν σχιζοφρενή τι είναι πραγματικό.

Άπειρες δυνατότητες (παράδειγμα):
Με το Μάριο και την Αναστασία περνούσα καλά και όταν περνάς καλά ο χρόνος περνάει γρήγορα, καθότι σχετικός. Κάποια στιγμή κοίταξα το ρολόι και είδα τα ακόλουθα σημεία: 18:05. Τα οποία, στη γλώσσα των ανθρώπων, σημαίνουν ότι ήταν έξι το απόγευμα –και πέντε λεπτά της ώρας.
Αυτό σήμαινε, για τους ανθρώπους που βρισκόντουσαν στο comicon-shop, στα Εξάρχεια, στην Αθήνα, στην Ελλάδα, στη Γη, ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξεκινούσε η… υπογραφή του βιβλίου (ταρατατά!) με τον τίτλο «Η Λεγεώνα των Ψυχών», που είχε γράψει πριν τρία χρόνια –μετά δακρύων και οινοπνευμάτων- ο… Γελωτοποιός (αν και τότε ο Γελωτοποιός δεν υπήρχε).
«Τι πρέπει να κάνω;» ρώτησα την Αναστασία κι εκείνη γέλασε.
«Εμένα ρωτάς;» είπε.
Ουσιαστικά η ερώτηση μου ήταν: «Ποιος πρέπει να είμαι;»
Και κάποιος με το ταλέντο και την περιουσία του Κοέλιο θα απαντούσε: «Ο εαυτός σου».
Αλλά η Αναστασία είχε δώσει καλύτερη απάντηση.
Μέχρι να καταλάβω τι έπρεπε να κάνω και ποιος έπρεπε να είμαι, μπήκε μέσα ένας κρανοφόρος και ρώτησε το Μάριο ποιος είναι ο Γελωτοποιός.
Ο Μάριος έδειξε προς τα μένα, εγώ κοίταξα πίσω να βρω αυτόν τον «Γελωτοποιό», και ο κρανοφόρος με πλησίασε. Μου έδωσε το χέρι του, χαμογέλασε και με καθόρισε.
Αν είχε μπει πρώτος κάποιος άλλος, κάποιος ξινός κουλτουριάρης για παράδειγμα, ή ο Πρετεντέρης ή ένας δεκαπεντάχρονος, θα είχα συμπεριφερθεί διαφορετικά;
Μάλλον θα αισθανόμουν δυσφορία, αφού ούτε ξινός είμαι (μάλλον προς το πικρόγλυκο πηγαίνω, σαν γλυκό νεράντζι), ούτε Πρετεντέρης (απεταξάμην) ούτε δεκαπεντάχρονος (δυστυχώς).
Τώρα, βεβαίως, ο προσεκτικός αναγνώστης με πιάνει επ’ αυτοφώρω να φάσκω και να αντιφάσκω, αφού λίγες γραμμές παραπάνω υποστήριζα ότι δεν υπάρχει εαυτός και τώρα δέχομαι ότι έχω κάποιες ιδιότητες (σε αντίθεση με τον άνθρωπο του Μούζιλ).
«Ποτέ μην εμπιστεύεστε έναν άνθρωπο που δεν φάσκει κι αντιφάσκει», έγραφε ο Έκο και θα συμφωνήσω μαζί του.
Δε θα ψευδομαρτυρήσω ούτε θα υπαινιχτώ ότι στίφη αναγνωστών και αναγνωστριών είχαν κατακλύσει τη Σόλωνος -προκαλώντας κυκλοφορικό πρόβλημα στην κυκλοφορία- ουρλιάζοντας και κραδαίνοντας το βιβλίο μου.
Ήμασταν λίγοι, αλλά καλοί και αλλοπρόσαλλοι. Καθένας που προσήλθε ήταν τελείως ξεχωριστός. Υπήρχε ο κρανοφόρος, ένας ασπρομάλλης ψυχίατρος, ένας εικαστικός με την κυρία του (δεν ξέρω αν είναι πραγματικά εικαστικός, αλλά αυτή την εντύπωση αποκόμισα), ο «Σκουλήκι Τομ» με τα νιάτα του, μια χορεύτρια, δύο πρεσβύτεροι, ο φίλος-ψυχολόγος, το κορίτσι με το σκουλαρίκι στη μύτη, ο βουλιμικός κομπιουτεράς, ο νέος τρόπος σκέψης, μια φοιτήτρια από τη Ρώμη (δια αντιπροσώπου), κάποιος βιαστικός που ήρθε να δει πως είναι ο Γελωτοποιός και συγνώμη αν ξεχνάω κάποιους, αλλά η μνήμη μου (όπως έχω ξαναπεί) λειτουργεί αναρχοαυτόνομα και όταν την καταπιέζω με αρχίζει στις μολότοφ.
Μιλήσαμε ελάχιστα για το βιβλίο –ή μπορεί και καθόλου. Η συζήτηση μας περιστράφηκε (σαν δορυφόρος παγιδευμένος στη βαρύτητα) γύρω από την κατάσταση της χώρας μας και το πως μπορούμε να αντιδράσουμε.
Ο ασπρομάλλης ψυχίατρος, που σίγουρα γνωρίζει αρκετά για την ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, υποστήριξε ότι αφού οι Έλληνες έχουν εμμονή με τον καναπέ τους θα πρέπει να προμηθευτούν από μια σφυρίχτρα και να βγαίνουμε όλοι μαζί στο μπαλκόνι κάποια συμφωνημένη ώρα για να σφυρίξουμε. Η πρόταση του μου θύμισε την ταινία «Το δίκτυο» και την προτροπή του δημοσιογράφου να βγουν όλοι στο παράθυρο τους και να αρχίζουν να ουρλιάζουν.
Ο «Σκουλήκι Τομ» με τα νιάτα του, διαφώνησε, αφού είχε βρεθεί στο Σύνταγμα την 29η Ιουνίου και πίστευε ότι δεν πέφτουν έτσι οι τραπεζοκρατίες. Αυτός προτιμούσε την ανυπακοή (φορολογική, πολιτική) και την γενική απεργία διαρκείας.
Κάποιος (του οποίου το όνομα δε θα αναφέρω για να μην τον στοχοποιήσω) έριξε στο τραπέζι την ιδέα των «Σαράντα παλικαριών» μπροστά απ’ τη Βουλή. Σαράντα καλάσνικοφ, με 1600 σφαίρες. Η πρώτη ριπή στον αέρα και όποιος δε σκύψει μετά από αυτή μπορεί να αποχαιρετήσει το μάταιο τούτο κόσμο.
Για να βάλω κι εγώ το λιθαράκι μου στη συζήτηση υποστήριξα ότι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία το είδος της αντίδρασης, αλλά η μαζικότητα της. Μερικά εκατομμύρια άνθρωποι που σφυρίζουν θα κάνουν μεγαλύτερη ζημιά από δέκα που αρνούνται να πληρώσουν την εφορία (και τα τείχη της Ιεριχούς κάπως έτσι έπεσαν). Άλλωστε αυτό το είχε αποδείξει ο Γκάντι με την ahimsa του, αλλά εκείνος είχε μαζί του 350 εκατομμύρια Ινδούς.
Τότε ξεκινήσαμε να μιλάμε για τη… σχετικότητα. Η ahimsa λειτούργησε για τους Ινδούς, αλλά δεν είχε κανένα αποτέλεσμα στην Νότια Αφρική του Μαντέλα, αφού κι εκείνος, που είχε ως πρότυπο τον Γκάντι, γρήγορα κατάλαβε ότι οι γηγενείς κάτοικοι της Αφρικής δεν μπορούσαν να συμπεριφερθούν ως Ινδοί, και κήρυξε την αρχή του ένοπλου (μέχρι τέλους) αγώνα ενάντια στο απαρχάιντ.
Η συζήτηση μας προχώρησε όπως κάθε καλή συζήτηση οφείλει: Χωρίς κανένα συμπέρασμα. Αλλά δε θα ξεχάσω αυτό που είπε ο εικαστικός, όταν αναφερόμασταν στο καπιταλιστικό σύστημα και στις δυνατότητες που έχει το κάθε άτομο μέσα σε αυτό να ανελιχτεί.

Είπε: «Έχουμε άπειρες δυνατότητες και ελάχιστες πιθανότητες».
Αυτή είναι η μεγάλη απάτη του καπιταλισμού. Θεωρητικά όλοι μπορούμε να γίνουμε μεγιστάνες, πρωθυπουργοί, επιτυχημένοι. Αλλά οι πιθανότητες να το καταφέρει κάποιος που δεν φοίτησε στο Ελληνικό Κολέγιο ή/και γεννήθηκε άπορος είναι λιγότερες από το να σου πέσει ένας μετεωρίτης στο κεφάλι.
Την ίδια στιγμή όμως (όπως οφείλει να κάνει κάθε καζίνο για να συνεχίσει να είναι κερδοφόρο) ο μοναδικός νικητής προβάλλεται και γίνεται ίνδαλμα, ενώ τα εκατομμύρια των χαμένων συνεχίζουν να τζογάρουν με αντίτιμο τις ζωές τους, στοχεύοντας όχι σε μια συλλογική βελτίωση, αλλά στην προσωπική νίκη.
Το δημοψήφισμα της ζωής μας είναι «winner ή looser» και όλοι κάνουμε τα πάντα για να βρεθούμε στην πρώτη κατηγορία, αδιαφορώντας για τους loosers που δεν τα κατάφεραν τόσο καλά όσο εμείς.
Αλλά δε χρειάζεται να είσαι ιδιαίτερα έξυπνος για να καταλάβεις ότι ένας κόσμος που βασίζεται σε αυτή την ηθική θα καταλήξει στην καταστροφή (είτε πυρηνική είτε οικολογική είτε υπερπληθυσμιακή).
Είμαστε όλοι μαζί πάνω στον πλανήτη και αυτός αδιαφορεί για τη φυλή μας, για τις πεποιθήσεις μας, για την οικονομική μας κατάσταση. Ή θα επιβιώσουμε όλοι ή θα χαθούμε όλοι…
Οι άνθρωποι, γιατί ο πλανήτης θα συνεχίσει και χωρίς εμάς, το περιούσιο ζώο.
Η ώρα πέρασε γρήγορα, οι φίλοι έφυγαν κι εγώ ξεκίνησα να μαζεύω τα πράγματα μου. Αποχαιρέτησα (μέχρι την επόμενη φορά) το Μάριο και την Αναστασία και βγήκα με το φίλο-ψυχολόγο… για την Necropolis

[ΠΗΓΗ: ιστολόγιο του ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΥ: Sanejoker

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

ΕΧΩ ΠΟΛΛΑ ΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΟΥΝΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΚΥΡΙΑΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ:

ΑΝΤΕΥΧΟΜΑΙ (από τα ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ της Κικής Δημουλά, Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 2004)


Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα αυτής της μεγαλοκυρίας που λέγεται ΕΥΤΥΧΙΑ. Μου έχει σπάσει τα νεύρα με όσα ισχυρίζεται απολογούμενη που με έστησε. Ότι τάχα ήρθε, αλλά εγώ είχα το νου μου σε τούτο και σ’ εκείνο, ενώ εκείνη με περίμενε σε τούτο και σε κείνο, κι όπως μου τα προσδιόρισε, με περίμενε σε πράγματα αδύνατα να συμβούν, εκεί ακριβώς δηλαδή που είχα το νου μου. Κι αυτός ήτανε, λέει, ο λόγος που την προσπέρασα. Άλλοτε πάλι, επιμένει πως ήρθε, στάθηκε λέει έξω από κάτι ιστορίες, στις οποίες εγώ είχα ήδη μπει μέσα, είχε τη διάθεση να πηδήξει από το παράθυρο και να μπει, αλλά ήταν τόσο υπερυψωμένη η δυσπιστία μου που δεν το τόλμησε. Άλλη δικαιολογία, τραβηγμένη από τα μαλλιά, πως εγώ χτύπησα πολύ σιγά την πόρτα της και δεν με άκουσε ή ότι χτύπησα πολύ δυνατά την πόρτα της, φοβήθηκε και δεν μου άνοιξε, και τι ψεύτρα Θεέ μου, ότι χτύπησα λάθος τη διπλανή της πόρτα και βλέποντας μετά να καθυστερώ, συνεπέρανε ότι το λάθος μου βγήκε σε καλό και δεν ήθελε να το διακόψει.

Μου έχει απαριθμήσει μία-μία τις στιγμές με το όνομά τους, που την περιείχαν, λέει, αλλά εγώ θυμάμαι μόνο τι φόβο είχα μην τις χάσω.
Βλέπεις; μου λέει η κουτοπόνηρη, αν δεν ήμουνα εγώ εκεί μέσα, σ’ αυτές τις στιγμές, γιατί θα φοβόσουν μην τις χάσεις, τι σ’ ένοιαζε; ΑΡΑ ήρθα!!!

Αμέτρητες οι φορές που είπαμε να συναντηθούμε σε κάποιο φωτεινό μέρος, είτε στις κάποιες έξι των απογευμάτων είτε στις κάποιες οκτώ των δειλινών που έχουνε πιο φρόνιμο φως, κι εγώ να περιμένω, να την περιμένω με τις ώρες και πού να φανεί. Και με τι θράσος να εμφανίζεται μετά στα όνειρά μου, να μου ζητάει συγνώμη που δεν ήρθε, γιατί είχε χάσει κάποιον δικό της κι ήτανε στις μαύρες της, ή και να μου επιτίθεται πως ενώ ήρθε, ενώ περίμενε εκεί μέσα στις ώρες της αναμονής μου, εγώ δεν την αναγνώρισα και δε φταίει αυτή.
Είδα κι έπαθα να μην έχω την ανάγκη της. Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου δίνει συγχαρητήρια, πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της αυτό είναι ΕΥΤΥΧΙΑ. Άπιαστη σου λέω.

ΑΝΤΕΥΧΟΜΑΙ, κείμενο, που περιέχεται στο βιβλίο της Κικής Δημουλα ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ, εκδόσεις Ίκαρος 2004. Είναι, όπως γράφει η ίδια στον ΕΠΙΛΟΓΟ, που προτάσσει ως εισαγωγή στο βιβλίο της, «κείμενα-επίλογος μιας εκκρεμότητας που έμεινε για σαράντα χρόνια στο συρτάρι χωρίς να μου ζητάει τίποτα, αλλά και χωρίς να παραιτείται από τη συντήρησή της… Τρία από τα πράγματα που άκακα ψιλοκορόιδευα παλιά, ήταν η λακ, οι βάτες ή επανέκδοση κειμένων που είχε γράψει κανείς κατά τη φθίνουσα νεότητά του ή κατά την ακμάζουσα απόγνωσή του. Τα λούστηκα και τα τρία: και λακ βάζω για να πειθαρχεί η ελάττωση των μαλλιών και βάτες για το πεσμένο ηθικό των ώμων και να που και παλιά γραπτά εκδίδω τώρα, ψεκάζοντας με λακ μαζί τη δική μου και τη δική τους παλαιότητα για να σταθεί όρθια. Και για με τη λακ και τις βάτες ομολογώ ντρέπομαι λίγο. Για την έκδοση όμως «χωρίς αιδώ», χαίρομαι σχεδόν. Χαίρομαι ότι δίνω οστά σε μια τελείως άγνωστη, ξένη σε μένα μορφή γραφής με επαχθή την άσκησή της, σάρκα σε μια περίοδο κρυφοπλάνταχτης εποχής και στα χαμένα γνωρίσματά της μαζί με τα δικά μου… Από τον όγκο των γραπτών διάλεξα ελάχιστα, κάπως αναθεωρημένα κατ’ ανάγκη… Στους εύπιστους και ευσυγκίνητους, προτείνω να αποδώσουν αυτή την πράξη της εκδόσεως, στην πίεση της ανάγκης που νιώθουν κάποιοι άνθρωποι, καθώς μεγαλώνουν, να προσθέτουν νέα λησμονητικά στοιχεία σε όσα έχει ήδη συσσωρεύσει η βιογραφία τους



Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

ΟΤΑΝ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΕΚΠΙΠΤΕΙ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ:

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ροζέ Γκαροντί είχε χαρακτηρίσει τον 20ό αιώνα ως τον αιώνα της κατάκτησης των τριών απείρων: του άπειρα μεγάλου (με την κατάκτηση του Διαστήματος), του άπειρα μικρού (με την επανάσταση της μοριακής βιολογίας, αλλά και της ατομικής-πυρηνικής φυσικής) και του άπειρα σύνθετου (με την ανάπτυξη της κυβερνητικής και της επιστήμης των υπολογιστών). Ο 21ος αιώνας μπορούμε να πούμε ότι συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω «άπειρα» σε ένα, εξαφανίζοντας τον ΤΟΠΟ και αφήνοντας τον ΧΡΟΝΟ και μάλιστα σε μία μόνο διάστασή του: το παρόν. Όπως είχε πει λίγο παλιότερα ο Πολ Βιριλιό, «το ΕΔΩ δεν υπάρχει πια, όλα είναι ΤΩΡΑ» [Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ, εισαγωγή από το άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου στην Εφημερίδα των Συντακτών στο οποίο ο αρθογράφος υπογραμμίζει: «Η επικαιρότητα δεν είναι ΜΕΤΑ, είναι ΠΡΙΝ… Δηλαδή, η στρατηγική της πληροφορίας λειτουργεί με τέτοιο τρόπο σήμερα ώστε αποδεικνύεται προφητική και Αποκαλυψιακή, με την έννοια της αυτοεκπληρούμενης προφητείας… Αντλεί τη δύναμή της από το χάος που δημιουργεί στον χειρότερο κόσμο που είναι δυνατόν να υπάρξει…» - ΚΛΙΚ στην εικόνα των media για περισσότερα]


Τα μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας κάθε είδους (τηλεόραση, ραδιόφωνο, ίντερνετ, social media, κινητά κ.λπ.) συρρίκνωσαν τόσο πολύ τη χωρική διάσταση του κόσμου μας, ώστε δημιούργησαν μια ταυτόχρονη πραγματικότητα, παιγμένη live –σε ζωντανό χρόνο– εγκλωβίζοντας την ανθρώπινη συνείδηση στη φυλακή ενός ατέλειωτου παροντισμού, χωρίς παρελθόν και μέλλον.

Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε, με τη δύναμη των συστημάτων μεταφοράς πληροφορίας, να καταλήγουμε στη διαπίστωση του δημοσιογράφου και μυθιστοριογράφου, Γκαστόν Λερού, ότι «η επικαιρότητα δεν είναι ΜΕΤΑ, είναι ΠΡΙΝ!».

Δηλαδή η στρατηγική της πληροφορίας λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε αποδεικνύεται προφητική και Αποκαλυψιακή, με την έννοια της αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Ή, όπως λέει ο Βιριλιό, «Αντλεί τη δύναμή της από το χάος που δημιουργεί στον χειρότερο κόσμο που είναι δυνατόν να υπάρξει».

Μιλάμε φυσικά για τη δύναμη της βιομηχανίας ενημέρωσης να δημιουργεί τον κόσμο και μάλιστα όχι σε επτά ημέρες, αλλά σε μία μόνο στιγμή. Πρόκειται για μια δύναμη πανταχού παρούσα, αόρατη, η οποία «τα πάνθ’ ορά» και προσπαθεί να τα κατευθύνει.

Στο πρόσφατο παρελθόν έχουμε μιλήσει για την κρίση αξιοπιστίας των ΜΜΕ, η οποία τα τελευταία χρόνια, ελέω κρίσης, έχει επιδεινωθεί. Όμως θα κάναμε μεγάλο λάθος να θεωρήσουμε ότι πλέον δεν ασκούν επίδραση πάνω στους πολίτες.

Με δεδομένη τη «διασυνδεμένη ύπαρξη» των νέων και την εξάρτησή τους από τη βιομηχανία παραγωγής εικονικής πραγματικότητας, με δεδομένη τη μαζική άγνοια του μέσου ανθρώπου για όσα τον καθορίζουν και τον επηρεάζουν, αλλά και την ψυχολογική ανάγκη όλων μας να νιώσουμε μέλη μιας ομάδας ή μιας κοινότητας (έστω εικονικής), η κερκόπορτα για την άλωση της συνείδησης μένει διαρκώς ανοιχτή.

Η μάχη η καλή κατά των «ψευδών ειδήσεων», που έχουν αναλάβει πρόσφατα τα κυρίαρχα-συστημικά μέσα ενημέρωσης, έχει βασικό στόχο τη φίμωση των εναλλακτικών και ανεξάρτητων μέσων. Και αυτό, στον βαθμό που τα ολιγαρχικά ΜΜΕ είναι εκείνα που κατ’ εξοχήν διαστρεβλώνουν, αποκρύπτουν και κατασκευάζουν την αλήθεια που σερβίρεται στο κοινό.
Έτσι, διεκδικούν το μονοπώλιο στον έλεγχο αυτής της «αλήθειας», με στόχο «το παγκόσμιο κοινό, σε αντίθεση με τον άπιστο Θωμά, να πιστεύει σε ό,τι δεν αγγίζει και σε ό,τι δεν θα μπορούσε να έχει δει» (Βιριλιό).
Διατυπωμένη αλλιώς αυτή η κατάσταση μπορεί να συνοψιστεί στην εξίσωση «όταν το μηδέν γίνεται πραγματικότητα, η πραγματικότητα με τη σειρά της εκπίπτει στο μηδέν».

Μας αφορά;


[ΠΗΓΗ:  άρθρο του Τάσου Τσακίρογλου στην Εφημερίδα των Συντακτών, 2/12/2016] 

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

«Νοικοκυραίοι» που ανακάλυψαν όψιμα τον Τσε Γκεβάρα μέσα τους ή και τον Χίτλερ και κρατούν τα θεμέλια μιας κοινωνίας έτοιμης να εκραγεί

Σε παλιότερο ρεπορτάζ η εφημερίδα των «Financial Times» δημοσίευσε στοιχεία για το φαινόμενο της εργασιομανίας, μια νόσο που συνδέεται με την εποχή μας. Η νόσος αυτή, που μετριέται τα τελευταία χρόνια από την κλίμακα εθισμού Bergen, μελετά την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να χαλαρώσει, να απολαύσει τον ελεύθερο χρόνο χωρίς να βάζει δραστηριότητες και να κάνει ένα πράγμα τη φορά. Η εργασία, δηλαδή, γίνεται μανία όταν χάνεται το μέτρο και η ισορροπία. Η έρευνα φυσικά δεν μελετά τα προβλήματα που συνδέονται με τη δημιουργία και την αύξηση αυτής της νόσου, άμεσα σχετιζόμενα με την ικανοποιητική προσωπική και κοινωνική ζωή του πάσχοντος όσο και με τα επίπεδα αυτοπεποίθησης και αυτοπραγμάτωσης. Στην Ελλάδα του σήμερα θα μπορούσε άραγε να υφίσταται μια τέτοια νόσος; Θα υπήρχαν άνθρωποι που θα προτιμούσαν να βρίσκονται νυχθημερόν στα εργασιακά γραφεία από το σαλόνι του σπιτιού τους; Που θα ήταν εθισμένοι στην εθελοντική εργασία, επιθυμώντας να ασχοληθούν με οτιδήποτε, αρκεί να μη σκέφτονται; Δυστυχώς εμείς πάσχουμε από μια άλλη νόσο, στον αντίποδα αυτής. Γιατί, στην Ελλάδα της κρίσης και με την κατάρρευση του κοινωνικού ιστού, την αύξηση της ανεργίας και τη διάλυση των παραδοσιακών τρόπων εξεύρεσης εργασίας πολλοί συνάνθρωποί μας έχουν μουδιάσει. Αφήνοντας απέξω το μικρό ποσοστό των αέναα κινητικών και εμπνευσμένων συμπολιτών μας, οι οποίοι δεν αφήνουν την παραμικρή ευκαιρία να πάει χαμένη, όπως και εκείνους που έχουν διαπρέψει στον τομέα τους και έχουν γίνει περιζήτητοι –χωρίς απαραίτητα οικονομικό αντίκρισμα-, υπάρχει η μεγάλη μάζα των ανθρώπων που δεν βρίσκονται ακριβώς πουθενά. Δεν τοποθετούνται στους τεμπέληδες, γιατί υπάρχει μεγάλη επιθυμία για εργασία, ούτε στους βολεψάκηδες που έμαθαν μέχρι πρότινος να φροντίζουν άλλοι γι’ αυτούς. Ανήκουν σε έναν ενδιάμεσο χώρο που είναι δύσκολο να τον περιγράψεις και να τον μετρήσεις στατιστικά, αλλά στην Ελλάδα είναι η μεγάλη πλειονότητα [με ΚΛΙΚ στην εικόνα ΕΘΙΣΜΟΣ στη ΣΤΩΙΚΟΤΗΤΑ, άρθρο της που Μαριαλένας Σπυροπούλου που δημοσιεύτηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ – ART by AVESALOM Laberinto]


Είναι οι άνθρωποι εκείνοι που κάτι κουτσοσπούδασαν, αλλά δεν διακρίθηκαν ποτέ για τις σπουδές τους. Ή, ακόμα και εάν κατάκτησαν ένα ρημαδοπτυχίο, ποτέ δεν το χρησιμοποίησαν ή δεν κατάλαβαν ποτέ τι δρόμους άλλους ανοίγει αυτή η γνώση. Είναι άνθρωποι που διαθέτουν συνήθως παρόμοια χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Είναι πιο άτολμοι, με λιγότερη αυτοπεποίθηση, γνήσια τέκνα της προηγούμενης ελληνικής λογικής, ότι για να πας μπροστά πρέπει να διαθέτεις τον κατάλληλο γνωστό. Και μπορεί αυτό κάποτε να ίσχυε, σήμερα όμως αναδεικνύει το κενό για οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια. Δεν προέρχονται από ένα περιβάλλον που μπορεί να τους κατευθύνει στον τρόπο που αλλάζει πλέον η κοινωνία, αλλά δεν είναι και ικανοί να πατήσουν επί πτωμάτων. Εάν απολύθηκαν, βρίσκονται στη δύσκολη θέση να παλεύουν με τα συναισθήματά τους, ενώ εάν είναι καιρό άνεργοι, έχουν μουδιάσει απέναντι στην απραξία. Αποτελούν ένα απαραίτητο στοιχείο της κοινωνικής διάρθρωσης της κοινωνίας διότι ηθικά και λειτουργικά αποτελούν πλεονέκτημα για τον εργοδότη τους και τον χώρο της εργασίας τους, αλλά επειδή δεν είναι ευθέως ανταγωνιστικοί –άρα και επιθετικοί–, δεν μπορούν μέσα στην κινούμενη άμμο να σταθεροποιηθούν.

Κοιτάζοντας γύρω μας στις τράπεζες, στο Δημόσιο, στα σχολεία, στα σουπερμάρκετ, στους δήμους, στα καταστήματα βλέπουμε συνεχώς τέτοιους ανθρώπους. Είναι δίπλα μας, είναι ανάμεσά μας, είμαστε εμείς. Άνθρωποι που πριν από τριάντα χρόνια επιβίωναν και ζούσαν με αξιοπρέπεια την οικογένειά τους, χωρίς να τονίζονται οι αδυναμίες τους και οι ελλείψεις τους. Χωρίς κανένας να τους χαρακτηρίσει για αδράνεια ή οκνηρία. Ισα ίσα, ήταν αυτοί που δεν είχαν διάθεση να συμμετέχουν σε κανένα φαγοπότι και εάν έλαβαν κάποιο δώρο εξ ουρανού ήταν μόνο και μόνο για να μπορέσουν να ζήσουν αξιοπρεπώς, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Και μέσα στη δική τους αδυναμία να επιπλεύσουν στα μεγάλα κύματα, έχουν μέσα τους την αξιοπρέπεια της αναμονής, της ψυχραιμίας και της στωικότητας.

Μπορεί πλέον να αδυνατούν να δουν το επαγγελματικό τους μέλλον με σαφήνεια, πολλοί από αυτούς να έχουν μεγαλώσει για να διαλέξουν άλλο δρόμο, να νιώθουν αποτυχημένοι στο να στηρίξουν την οικογένειά τους, να βλέπουν τις αδυναμίες του χαρακτήρα τους ή τις ελλείψεις των προσόντων τους, αλλά δεν στρέφονται εναντίον του κράτους, της κυβέρνησης, των συμπολιτών τους, των ξένων. Δεν παίρνουν όπλα, δεν καίνε αυτοκίνητα, δεν ελίσσονται ύποπτα και ανήθικα, στέκονται αδύναμοι και δυνατοί στην άκρη του δρόμου παρατηρώντας τη ζωή τους να φεύγει, αλλά χωρίς να κλείνουν τον δρόμο για τη ζωή του άλλου. Μπορεί η λέξη «νοικοκυραίος» να έχει πολλάκις χλευαστεί τον τελευταίο καιρό, από τη στιγμή που κάποιοι ανακάλυψαν όψιμα τον Τσε Γκεβάρα μέσα τους ή τον Χίτλερ, εντούτοις αυτοί οι νοικοκυραίοι αντέχουν να κρατούν με πολύ κόπο τα θεμέλια μιας κοινωνίας που είναι έτοιμη να εκραγεί


{ΠΗΓΗ: Μαριαλένα Σπυροπούλου, ΕΘΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΤΩΙΚΟΤΗΤΑ, Εφημερίδα των Συντακτών 26-09-2013]

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (πώς διδάσκεται η Ποίηση στα παιδιά)

Τα παιδιά από πολύ νωρίς έρχονται σε επαφή με τη λογοτεχνία, αφού τα νανουρίσματα εγκαινιάζουν τη σχέση τους με το ρυθμό, χαρακτηριστικό της ποίησης. Όμως η σχέση αυτή δε σταματά εκεί, καθώς μέσα από τα κάλαντα, τα μαντέματα,  τη δημοτική ποίηση, τα ταχταρίσματα και τα λαχνίσματα, τα παιδιά εξοικειώνονται με τον έμμετρο λόγο. Επιπλέον, στην καθημερινότητα τους, κατακλύζονται από τηλεοπτικές  διαφημίσεις και ποπ τραγούδια στα οποία κυριαρχεί ο ρυθμός. Αργότερα, στο σχολείο, διαβάζουν στην τάξη και απαγγέλλουν στις εορτές ποιήματα. Και ενώ όλα συνηγορούν θετικά ως προς μία στενή σχέση μεταξύ παιδιών και ποίησης, η πραγματικότητα καταδεικνύει το αντίθετο. Παρά την εξοικείωση τους με το ρυθμό, η ποίηση δε βρίσκεται σε περίοπτη θέση στις αναγνωστικές επιλογές των παιδιών. Αρκεί  μια ματιά σε μια παιδική βιβλιοθήκη ώστε να συνειδητοποιήσει κανείς την ανυπαρξία ή στην καλύτερη περίπτωση την περιορισμένη αριθμητικά ποσότητα  βιβλίων που σχετίζονται με τον ποιητικό λόγο. Τα εν λόγω βιβλία  δεν προτιμούνται ιδιαίτερα από τα παιδιά αλλά ούτε και από τους ενήλικες.  Οι τελευταίοι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη σχέση των παιδιών με την ποίηση καθώς είναι αυτοί  κυρίως που φροντίζουν για την αγορά των βιβλίων αλλά και αυτοί που με την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, μεριμνούν για τη καλλιέργεια ποιητικής κουλτούρας [ο καθοριστικός ρόλος των ενήλικων στη σχέση των παιδιών με την ποίηση και κάποια πολύ ενδιαφέροντα βιβλία που θα μπορούσαν να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στη μύση των παιδιών στο μαγικό κόσμο της Ποίησης παρουσιάζονται στην εργασία της Πολυξένης Πέσχου που αναρτήθηκε στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ] 



Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΣ:  
Οι περισσότεροι ενήλικες διακατέχονται από προκαταλήψεις απέναντι στον ποιητικό λόγο, τον οποίο συνήθως θεωρούν σκοτεινό, δύσκολο και ασαφή. Οι προκαταλήψεις αυτές, αναπόφευκτα, επηρεάζουν τη σχέση των παιδιών με τη συγκεκριμένη μορφή λόγου αφού δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι ενήλικες που δε διαβάζουν ποίηση δε θα φροντίσουν να μεταδώσουν  στα παιδιά την αγάπη γι’ αυτήν. Και είναι γεγονός πως όσο αυξάνεται η ηλικία των παιδιών, τόσο μειώνεται η αγάπη τους για τη ποίηση καθώς ο ποιητικός λόγος που απευθύνεται σε αυτά, από χιουμοριστικός και ομοιοκατάληκτος, γίνεται πιο συμπυκνωμένος, αφαιρετικός και πυκνός, κάτι που αναπόφευκτα δυσχεραίνει την προσέγγιση.

Για να ανατραπεί η δεδομένη κατάσταση, χρειάζεται οι ενήλικες να εμφυσήσουν στα παιδιά το ενδιαφέρον για την ποίηση.  Ένας έμμεσος αλλά αποτελεσματικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να  τα οδηγήσουν στην ποίηση μέσω του πεζού λόγου.  Τα παιδιά αγαπούν τον πεζό λόγο  καθώς προτιμούν τη δράση και την περιπέτεια ενώ αντίθετα ο ποιητικός,  κυρίως αυτός που χαρακτηρίζεται από αοριστία και ασάφεια, δεν τους είναι ιδιαίτερα προσφιλής. Η επαφή με την ποίηση μπορεί αρχικά να στηριχθεί σε βιβλία που γεφυρώνουν τις δυο μορφές λόγου. Τέτοια βιβλία, αν και ολιγάριθμα στην ελληνική εκδοτική παραγωγή, αξίζουν την προσοχή μας.

Στο βιβλίο της Αθηνάς Μπίνιου «Νικηφόρος Βρεττάκος. Το παιδί που έγινε ποιητής» επιχειρείται μια γνωριμία των νεαρών αναγνωστών με τη ζωή του Νικηφόρου Βρεττάκου αλλά και με την ποίηση του. Όπως δηλώνεται στο οπισθόφυλλο: Διαβάζοντας το, θα μάθεις πολλά για τη ζωή του μεγάλου Έλληνα ποιητή και πεζογράφου Νικηφόρου Βρεττάκου. Πράγματι, ο αναγνώστης μαθαίνει πολλά αφού κύριο μέλημα της συγγραφέως διαφαίνεται να είναι η αντικειμενική και ακριβή περιγραφή των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του ποιητή.  Προσπαθεί να παραθέσει πληροφορίες, γεγονότα και ακριβείς ημερομηνίες από σημαντικές στιγμές του Νικηφόρου Βρεττάκου. Στις ευχαριστίες μάλιστα δε παραλείπει να αναφερθεί στη σημαντική βοήθεια που διαδραμάτισε σε αυτό ο ξάδερφος της, και γιος του ποιητή, Κώστας Βρεττάκος…

Σχετικά με τις  μεταβάσεις από το πεζό κείμενο στα ποιητικά αποσπάσματα αξίζει να σημειωθεί πως γίνονται με ομαλό και άρτιο τρόπο. Διαβάζουμε: Μόνη διέξοδός του το όνειρο. Φανταζόταν πως πίσω από τα βουνά υπάρχει ένας ωραίος φωτεινός κόσμος-μα εκείνος δεν μπορούσε να τα περάσει.
Κι έπειτα διαβάζουμε τους στίχους του ποιητή:
Κι ένα βουνό
Είναι ένα ποίημα
Που σου γυρεύει να το ακούσεις
-Πλούτος, Η εκλογή μου.

Υπάρχουν πολλά αντίστοιχα παραδείγματα τα οποία φέρνουν τον αναγνώστη σε επαφή με ποιήματα αλλά και λόγια του ίδιου του ποιητή. Η αφήγηση της ζωής του ποιητή, ο πεζός λόγος της συγγραφέως, διαπλέκεται αρκετά συχνά με στίχους και λόγια του Νικηφόρου Βρεττάκου και η βιογραφική προσέγγιση συνδυάζεται με την ποίηση. Επιπλέον, τα διακοσμητικά σκίτσα της Φωτεινής Μπίνιου, συνοδεύουν με τρυφερότητα το κείμενο ενώ στο επίμετρο υπάρχει φωτογραφικό υλικό.

Στο «Νικηφόρος Βρεττάκος: Το παιδί που έγινε ποιητής» ο ρεαλισμός κυριαρχεί αν και το τελευταίο κεφάλαιο «Σαν επίλογος- Η φιλοσοφία των λουλουδιών» διακατέχεται από το ονειρικό στοιχείο και τους συμβολισμούς.  Διαβάζουμε πως «Κάθε ποίημα αυτής της ποιητικής συλλογής είναι από μόνο του ένας κήπος»    και ότι » Χρειάζονται καρδιά που να αφουγκράζεται τη ρυθμική  ανάσα των λουλουδιών». Το βιβλίο τελειώνει με την ιστορία του Αντρέα, μαθητή που ακούγοντας το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου: «Η ειρήνη, ο Ιησούς και το πουλί» μεταφέρθηκε νοερά σε ένα αντίστοιχο -με το ποίημα- σκηνικό. Η συγκεκριμένη ιστορία επιφέρει την αναγκαία μετάβαση από το ρεαλιστικό επίπεδο του βιβλίου και τη βιογραφική προσέγγιση, στη βαθύτερη ουσία της ποίησης, της απόδειξης πως» Η ζωή είναι ωραία».

Στο «Ταξίδι του Φερεϋντούν»,  η προσέγγιση κινείται σε διαφορετικό πλαίσιο. Δεν είναι μόνο η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, οι συχνές αποστροφές στον αναγνώστη και οι παρουσία διαλόγων που προσδίδουν ιδιαίτερη ζωντάνια στο κείμενο. Με αφορμή τη ζωή του Πέρση ποιητή Φερεϋντούν – τον οποίο τυγχάνει να γνώρισε προσωπικά ο συγγραφέας- χτίζεται ένα αισιόδοξο παραμύθι όπου σύμβολα και όνειρα πλέκονται για να μιλήσουν με ειλικρίνεια. Γιατί «Το ταξίδι του Φερεϋντούν» δε μιλά μόνο για την ποίηση, μιλά και για τον πόλεμο.

Ο μικρός Φερεϋντούν από το Χοραμσάρ της Περσίας αγαπούσε να παίζει με το χαρταετό του, που «πετούσε περήφανος ανάμεσα σε πραγματικά πουλιά». Μια μέρα το παιχνίδι σταματά απότομα καθώς οι χαρταετοί «άρχισαν να κάνουν απότομες βουτιές κι ύστερα, όταν τα σχοινιά τους κόπηκαν, έπεσαν κάτω στο έδαφος». Είναι τότε που ο πόλεμος εισβάλει στη ζωή του Φερεϋντούν και χάνει τους γονείς του. Αλλά ο μικρός δε χάνει την αισιοδοξία του. Με οδηγό τις συμβουλές των γονιών του, οι οποίοι τον επισκέπτονται στα όνειρά του, κατορθώνει να βρει το δρόμο του. Συντροφιά και σύμμαχο έχει τον κόκκινο χαρταετό του -που πλέον μόνο αυτός βλέπει- αλλά και το βιβλιαράκι του, αυτό που «όλες του οι σελίδες ήταν ολόλευκες. Πουθενά δεν υπήρχε γραμμένη έστω καιν μια λέξη». Στο βιβλιαράκι αυτό με τίτλο «Το ταξίδι της ζωής», ο μικρός ήρωας κατέγραφε τα βιώματα και τις εμπειρίες  του.

Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, ο Φερεϋντούν στη προσπάθεια του να ξεφύγει από τον πόλεμο, μας ταξιδεύει σε διάφορα μέρη. Ο αναγνώστης, μαζί με το μικρό ήρωα, διασχίζει την Περσία και μαθαίνει για πόλεις όπως η Χαμαντάν «που στην αρχαιότητα ήταν η πόλη Εκβάντα», για τη λίμνη Ουρμία που  «φημίζεται πως είναι η πιο αλμυρή λίμνη στον κόσμο» αλλά και για τη «σχεδόν κοινή ιστορία» Ελλήνων και Περσών που δυστυχώς «οι Πέρσες, όσο και οι Έλληνες ξεχάσαμε». Διαβάζουμε ότι «η Περσία, ονομάστηκε έτσι από τον Πέρση, τον πρωτότοκο γιο του Περσέα και της Ανδρομέδας» και  πως «στην Αρχαιότητα πολεμούσαμε ο ένας λαός τον άλλον».

Ο Φερεϋντούν, «με γεμάτο το βιβλιαράκι από εμπειρίες και γνώση» τελικά, μετά από πολύ κόπο, κατόρθωσε να φτάσει στην Ελλάδα, στο νησί Σάμος, όπου γνώρισε τον Γιάννη Ρίτσο. Η στιγμή της γνωριμίας διαφαίνεται καθοριστική για τον Φερεϋντούν αφού εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος  γι’ αυτόν.  Μαθαίνει «τα νέα και     τ’ αρχαία ελληνικά καλύτερα κι απ’ τους ίδιους τους  Έλληνες» και έτσι τον «ονόμασαν επίσημα Έλληνα». Σ’ αυτό τον βοήθησαν πολλοί άνθρωποι μεταξύ των οποίων ο Γιάννης Ρίτσος, ο Αντώνης Σαμαράκης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Τίτος Πατρίκιος και η Κική Δημουλά. Καθώς η ιστορία βαίνει προς το τέλος της, προβάλλει η ποίηση. Το βιβλιαράκι του Φερεϋντούν «δεν ήταν ένα απλό ημερολόγιο» αλλά ήταν η ποίηση του ίδιου «γιατί το ταξίδι της ζωής είναι η πιο σπουδαία ποίηση».

             Θα ήταν παράλειψη να μη γίνει αναφορά στην αισθητική προσέγγιση της ιστορίας. Οι ολοσέλιδες ζωγραφιές της Φιρουζέ Αχλαγί – συνοδευόμενες με λεζάντες- πλαισιώνουν με ευαισθησία το θέμα και τα χρώματα συμπορεύονται με τις ψυχικές διακυμάνσεις του ήρωα. Επιπλέον, διακοσμητικά σκίτσα – χαρταετοί, πουλιά, κ.α – εμπλουτίζουν τις σελίδες με στοιχεία της ιστορίας.  Όμως η αισθητική προσέγγιση δεν εξαντλείται στις ολοσέλιδες ζωγραφιές και στα διακοσμητικά στοιχεία εντός κειμένου. Οι ταπετσαρίες με γαλάζιο χρώμα μετατρέπονται σε ουρανό όπου ο μικρός ήρωας πετά τον χαρταετό του ανάμεσα σε στίχους.

Πέρα από την αισθητική προσέγγιση, αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει το επίμετρο όπου υπάρχει βιογραφικό του ποιητή, φωτογραφίες, στίχοι και χρονολόγιο με σημαντικά γεγονότα της ζωής του. Οι πληροφορίες αυτές, χρήσιμες για παιδιά αλλά και εκπαιδευτικούς, δοσμένες στο επίμετρο, καταφέρνουν να μη διαταράξουν την παραμυθένια διάσταση της ιστορίας. Επίσης, ενισχύουν την παρουσία της ποίησης καθώς πλέον η έμφαση μετατοπίζεται από τον πρόσφυγα Φερεϋντούν στον ποιητή Φερεϋντούν.
Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου βιβλίου έγκειται στη συνδυαστική προσέγγιση αντιθετικών θεμάτων. Η αληθινή ζωή, ο ρεαλισμός,  ο πόλεμος, παντρεύονται με τη φαντασία, το όνειρο και την ποίηση. Πρόκειται για ένα παραμύθι όπου κυριαρχεί η ιδέα -ακόμα και αν δε δηλώνεται άμεσα- πως η ποίηση μπορεί να προσφέρει μια ελπιδοφόρα στάση απέναντι στη ζωή.

Στο επόμενο παραμύθι με τίτλο «Ο μαγικός κόσμος του Φεδερίκο»,  ήρωας είναι ο ποιητής Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Σωτήρης Τριβιζάς έχει μεταφράσει         -μεταξύ άλλων- και ποιήματα του Λόρκα. Η συγκεκριμένη όμως περίπτωση διαφέρει από τις μεταφραστικές του προσεγγίσεις. Με σεβασμό, που πηγάζει από τη βαθιά γνώση της ποίησης του Λόρκα, ο Τριβιζάς προσεγγίζει το συγκεκριμένο ποιητή προσφέροντάς μας ένα παραμύθι όπου κυριαρχεί το χρώμα, η μουσική και η ποίηση.
Οι μικροί αναγνώστες του εν λόγω παραμυθιού, θα περιπλανηθούν στα γνώριμα «μονοπάτια» του Λόρκα και θα γνωρίσουν το μέρος όπου μεγάλωσε ο ποιητής αλλά και βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη ζωή και το έργο του. Το παραμύθι ξεκινά με το μικρό Φεδερίκο να το σκάει από το σπίτι του και να χάνεται. Περιπλανιέται σε λίμνες, χωράφια, ελαιώνες, δάση και ποτάμια. Στη προσπάθειά του να βρει το δρόμο της επιστροφής θα έρθει σε επαφή με πλάσματα, ζώα και έντομα. Η φύση συμμετέχει και αυτή συνθέτοντας ένα ονειρικό σκηνικό.

Πρόκειται για ένα παραμύθι όπου κυριαρχεί η μαγεία -όπως δηλώνεται άλλωστε και στον τίτλο- και απουσιάζει ο διδακτισμός. Μέσα από την εξιστόρηση αυτής της μονοήμερης περιπέτειας του μικρού ήρωα, ο αναγνώστης όχι μόνο έρχεται σε επαφή με τη ζωή του Λόρκα αλλά και με ποιήματά του. Όσο αφορά τις πληροφορίες για τη ζωή του, αυτές  μόνο έμμεσα δίνονται στο μικρό αναγνώστη. Διαβάζουμε πως «Βάδιζε ξυπόλυτος ανάμεσα στις θημωνιές, σφυρίζοντας ανέμελα μια μελωδία που είχε ακούσει να παίζει η μητέρα του στο πιάνο, σωπαίνοντας πότε-πότε για ν’ ακούσει το τραγούδι των πουλιών. Έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε πολύ μακριά από το αγρόκτημα του πατέρα του». Από το σύντομο αυτό απόσπασμα, ο μικρός αναγνώστης πληροφορείται για το οικογενειακό περιβάλλον του Λόρκα, την αγάπη της μητέρας του για τη μουσική αλλά και τις αγροτικές ενασχολήσεις του πατέρα του.

Στην παρούσα περίπτωση, τίποτα δε μοιάζει τυχαία τοποθετημένο στο παραμύθι. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τις πληροφορίες που αφορούν τη ζωή του Φεδερίκο. Τα ποιήματα ενσωματώνονται και αυτά στα πλαίσια του παραμυθιού με τρόπο που να ευνοούν την εξέλιξη της ιστορίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο χτίστηκε το παραμύθι είναι τα ποιήματα. Με υλικό τα ποιήματα του Λόρκα που περιέχονται στο βιβλίο, ο συγγραφέας εμπνεύστηκε ένα παραμύθι που περιλαμβάνει και στοιχεία από τη ζωή του ποιητή. Το μέρος που μεγάλωσε, η Ανδαλουσία, η φύση και η αγάπη για τη μουσική προβάλλουν διαρκώς όχι όμως με  σκοπό να πληροφορήσουν. Η απουσία χρονολογιών ενισχύει την άποψη πως ο συγγραφέας δε θέλησε να μεταφέρει γνώσεις αλλά την αίσθηση της ποίησης του Λόρκα. Οι ενήλικοι αναγνώστες του Λόρκα, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα νιώσουν να προβάλλει στα μάτια τους η  ίδια η ποίηση του. Και είναι αυτή η επιτυχία του βιβλίου, να καταφέρνει ο συγγραφέας να μεταφέρει την ποιητική ατμόσφαιρα με τόσο έμμεσο και αβίαστο τρόπο, με τρόπο παραμυθένιο.

Οι εικόνες παίζουν σημαντικό ρόλο στο «Μαγικό κόσμο του Φεδερίκο». Το παιδί γίνεται αναγνώστης-θεατής καθώς οι εικόνες καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση αλλά ταυτόχρονα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της αφήγησης. Η εικονογράφηση της Ίρις Σαμαρτζή κινείται σε παραμυθένιες διαστάσεις που συνεπαίρνουν τον αναγνώστη-θεατή καθώς του μεταφέρουν την ονειρική διάσταση της ποίησης του Λόρκα. Η έκδοση συνοδεύεται από CD που περιλαμβάνει πέντε μελοποιημένα ποιήματα του Λόρκα σε μουσική Δημήτρη Μαραμή και ερμηνεία Θοδωρή Βουτσικάκη ενώ η αφήγηση πραγματοποιείται από τον Πασχάλη Τσαρούχα. Πρόκειται συνεπώς για μια βαθιά και πολυδιάστατη προσέγγιση του Λόρκα, τόσο σε επίπεδο λογοτεχνικό όσο εικαστικό και μουσικό.

Εμπνευσμένα από ποιήματα είναι και τα παραμύθια του Αλέξη Κυριτσόπουλου που κυκλοφορούν από τον Ίκαρο σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη. Πρόκειται για τη σειρά «ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΑ… ποιητές της γενιάς του ’30». Η σειρά περιλαμβάνει τέσσερα βιβλία στα οποία η ποίηση αναβλύζει τόσο μέσα από τις λέξεις όσο και από τις εικόνες.

Το πρώτο βιβλίο της σειράς με τίτλο «Λίγο Ακόμα… ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη»  μας μεταφέρει στην ποίηση του Σεφέρη, ποίηση όχι και τόσο εύκολη για παιδιά. Ο Κυριτσόπουλος όμως καταφέρνει μέσα από τη σταχυολόγηση στίχων να συνθέσει το δικό του λιτό παραμύθι με βασικά μοτίβα του ποιητικού ύφους αλλά και της προσωπικότητας του ποιητή. Ήρωας ένα παιδί που με τις αφηγήσεις του παππού του αλλά και τη δική του φαντασία για οδηγό ταξιδεύει και καταφέρνει να πετύχει το όνειρό του, «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η ποίηση του Σεφέρη συμπυκνώνεται σε ένα παραμύθι λιτό, ονειρικό και αισιόδοξο ταυτόχρονα καθώς όνειρο του ήρωα -όπως και του ποιητή- είναι «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».

             Η δεύτερη σύσταση που επιχειρείται μέσω της σειράς είναι αυτή με τη ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου. Στο βιβλίο με τίτλο «Βεγγαλικά… ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου»  ο μικρός ήρωας στολίζει τον ουρανό με πυροτεχνήματα και ποιήματα. Πολύχρωμος και μαγικός ο ουρανός του μικρού πρωταγωνιστή όπως πολύχρωμη και μαγική υπήρξε η ζωγραφική και η ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου. Αφορμή για το βιβλίο αποτέλεσε κατά βάση το ποίημα «Περί Ύψους» για το οποίο ο συγγραφέας-εικονογράφος αναφέρει: » Όταν διαβάζοντας τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου έφτασα στο ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ, σαν να ξεπήδησε μπροστά μου ο ίδιος ο Εγγονόπουλος.» Κάπως έτσι φαντάστηκε λοιπόν ο Κυριτσόπουλος τον ποιητή, πυροτεχνουργό που στολίζει τον ουρανό με χρώματα και ποίηση.
Στη σειρά δε θα μπορούσε να μην περιλαμβάνεται ο Ρίτσος, ποιητής ο οποίος έγραψε και για παιδιά. Η ποίηση του Ρίτσου εμπνέει στον Κυριτσόπουλο το παραμύθι «Οι περιπέτειες της Ρόζας… Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου». Ο συγγραφέας-εικονογράφος αναφέρει για τη πηγή έμπνευσής του: «Ο βαρύς χειμώνας, τα μαύρα σύννεφα, η άνοιξη, όλα στριμώχνονται να χωρέσουν στο χείμαρρο των ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου. Ζήτησα την άνοιξη. Ωστόσο παραμονεύουν σύννεφα που δεν ξεδίψασαν και που τα τραγούδια δεν ξορκίζουν. Πρώτη μου συντροφιά σ’ αυτή την αναζήτηση στάθηκε η ανθολογία των ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου από τη Χρύσα Προκοπάκη. Χρειάστηκε όμως να ανατρέξω στο σύνολο του έργου του για να έχω τη δική μου γνώμη. Από δίπλα και η βιογραφία του ποιητή από τον Παντελή Πρεβελάκη. Τριγύρισα και σε άλλα βιβλία· μέχρι και στις Μεγάλες προσδοκίες του Ντίκενς για να θυμηθώ πώς περιγράφει την κυρία Χάβισαμ.» Από την περιδιάβαση στη ποίηση του Ρίτσου προέκυψε το παραμύθι αυτό με ηρωίδα τη Ρόζα. Η Ρόζα ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και τις αλλαγές που αυτός επιφέρει. Φτιάχνει ένα χιονάνθρωπο. κυνηγά μια πεταλούδα, συναντά την κυρία Φαίδρα. Όπως και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, λόγος και εικόνες χαρακτηρίζονται για τη λιτότητά τους και το ονειρικό στοιχείο.

Το τέταρτο βιβλίο της σειράς, «Πηγαινέλα στα σύννεφα… Ένα παραμύθι εμπνευσμένο από τα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη», είναι αφιερωμένο στη ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη. Ήρωας ο μικρός Αλέκος (ενδεχομένως πρόκειται για αυτοαναφορικό στοιχείο) που κοιτά έξω από το παράθυρο του. Ξαφνικά η πόλη γεμίζει  πουλιά. Τα πουλιά φεύγουν και έρχονται τα όνειρα. Είναι τότε που το σκηνικό γεμίζει με σκάλες. Ο μικρός Αλέκος ανεβαίνει σε μια από αυτές και βλέπει από ψηλά την πόλη του. Σκαρφαλώνει στα σύννεφα και πέφτει στη θάλασσα που γεμάτη παιχνίδια γίνεται γέφυρα επιστροφής. Πρόκειται για ένα παραμύθι που περισσότερο από τα υπόλοιπα, χαρακτηρίζεται από νοσταλγικό τόνο για τη χαμένη παιδική ηλικία. Παιχνίδια, χρώματα, όνειρα και φαντασία δένουν αρμονικά σε μια πανδαισία που από μέσα της αναβλύζει η υπερρεαλιστική γραφή του Σαραντάρη.

Η πολυβραβευμένη σειρά χαρακτηρίζεται για την αισθητική της καθώς πρόκειται για προσεγμένες εκδόσεις που όμως καταφέρνουν να εντυπωσιάσουν μέσα από την απλότητά τους. Η λιτότητα κειμένου και εικόνας προσδίδει ξεχωριστή νότα καθώς ο μικρός αναγνώστης-θεατής δεν γίνεται μόνο δέκτης αλλά και συμπαίκτης. Καλείται μέσα από την αφαιρετικότητα που χαρακτηρίζει το βιβλίο να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά που σκόπιμα αφήνονται.

Τα παραδείγματα που ενδεικτικά αναφέρθηκαν καταδεικνύουν την πολυτροπικότητα που μπορεί να λάβει η ιδιοποίηση του έργου ποιητών. Από τη βιογραφική προσέγγιση ενός ποιητή έως τη μεταγραφή στίχων σε παραμύθι, όλες οι παραπάνω περιπτώσεις περιέχουν μέσα τους τη σπίθα της ποίησης. Άλλοτε με τρόπο φανερό -και δηλωτικό των προθέσεων του δημιουργού- και άλλοτε με τρόπο που δεν επιδιώκει κάτι πέρα από το παιχνίδι ή το ταξίδι, καταφέρνουν να μεταφέρουν στα παιδιά την ποιητική ατμόσφαιρα. Σε αυτό σύμμαχος είναι και η εικόνα, συνηγορώντας στην άποψη πως πολλές φορές  -αν κρίνουμε και από την περίπτωση της σειράς «ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΑ… ποιητές της γενιάς του ’30» – λέει περισσότερα απ’ όσα μπορούν να πουν οι λέξεις. Κείμενο και εικόνα συνεπώς γίνονται γέφυρες που παίρνοντας από το χέρι το μικρό αναγνώστη-θεατή θα τον οδηγήσουν στα μονοπάτια της ποίησης. Αν στο παρελθόν υπήρχαν βιβλία αντίστοιχης θεματικής με τα παραπάνω, ίσως ο αριθμός των ενήλικων αναγνωστών ποίησης να ήταν μεγαλύτερος στις μέρες μας. Στο μέλλον θα φανεί κατά πόσο ανάλογες προσπάθειες θα μπορέσουν να συμβάλλουν στη συγκρότηση ποιητικής εγγραματοσύνης. Όπως και να ‘χει, ανεξάρτητα της συμβολής τους σ’ αυτό, τις έχουμε ανάγκη στον ελληνικό χώρο.

[ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ Πολυξένη Πέσχου – αναρτήθηκε στον ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ηλεκτρονικό περιοδικό για το Βιβλίο και τις Τέχνες]